Σκηνοθεσία: Κέιν Πάρσονς
Παίζουν: Τσουετέλ Ετζιοφόρ, Ρενάτε Ράινσβε
Διάρκεια: 105′
Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας δημιουργός που προέρχεται από τον αχανή κόσμο του YouTube εμφανίζεται ορμητικά στα κινηματογραφικά πράγματα. Τα παραδείγματα είναι πολλά και εντοπίζονται κυρίως στο σινεμά του τρόμου, αλλά όχι αποκλειστικά σε αυτό. Οι Αυστραλοί δίδυμοι αδερφοί Φιλίππου είναι η πιο επιφανής πρόσφατη περίπτωση, με δύο σημαντικές ταινίες στο ενεργητικό τους (Talk to Me και Bring Her Back) και μια καθαρή horror δημιουργική ταυτότητα. Η δημοφιλής πλατφόρμα, όμως, αποτέλεσε το φυτώριο για δημιουργούς που εδώ και καιρό βολτάρουν στα πλατό των μεγαλύτερων στούντιο, όπως ο Νταν Τράχτενμπεργκ (10 Cloverfield Lane, Prey), και υπήρξε το σημείο αφετηρίας και της sui generis περίπτωσης του Μπο Μπέρναμ.
Το σινεμά, λοιπόν, έχει από καιρό ανιχνεύσει τα δείγματα πρωτοτυπίας που διακινούνται ελεύθερα στον ψηφιακό κόσμο. Το Backrooms, ωστόσο, είναι ένα εγχείρημα άλλης μορφής, καθώς πρόκειται για την αυτούσια κινηματογραφική μεταφορά ενός ιντερνετικού φαινομένου δια χειρός του εικοσάχρονου (!) που φρόντισε για την πρωτοφανή διάδοσή του. Το όλο πρότζεκτ, μάλιστα, πραγματώνεται με ευθύνη ενός στούντιο που κάθεται στον θρόνο του indie βασιλείου εδώ και μερικά χρόνια. Εάν χρειάζεστε περισσότερες πληροφορίες περί του τι εστί Backrooms, με όλο το θάρρος ομολογούμε ότι είμαστε μάλλον ακατάλληλοι να τις παρέχουμε, ωστόσο μια γρήγορη αναζήτηση στο google προσφέρει ικανοποιητικές απαντήσεις. Όλα ξεκίνησαν, πάντως, από την παρακάτω φωτογραφία, που στη συνέχεια γέννησε μια viral found footage σειρά τρόμου στο YouTube.

Η Α24, λοιπόν, έδωσε τα κλειδιά στον Κέιν Πάρσονς και εκείνος, διαθέτοντας δύο ισχυρά ονόματα της βιομηχανίας στο καστ, τον Τσουετέλ Ετζιοφόρ και τη Ρενάτε Ράινσβε, και την αρωγή των πεπειραμένων στο είδος Τζέιμς Γουάν και Όζγκουντ Πέρκινς ως παραγωγών, κλήθηκε να αναπτύξει σε κινηματογραφικό λόγο αυτά που έκαναν την ιδιόμορφη σειρά του τόσο επιτυχημένη στο ίντερνετ. Κάπου εκεί έρχεται η πρώτη μεγάλη έκπληξη της ταινίας: το Backrooms ορθώνει αυτοτελές και θαρραλέο κινηματογραφικό ανάστημα. Αξιοποιεί, φυσικά, τα θέλγητρα που του παρέχει η διαδικτυακή του καταγωγή, η οποία του ξεκλειδώνει ένα ακροατήριο που ίσως δε θα έβρισκε χωρίς αυτές. Το κείμενό του, όμως, είναι καθαρά προσανατολισμένο στην κινηματογραφική αφήγηση, και όχι στην παράθεση διάφορων εικόνων και στιγμών που παραπέμπουν σε κάτι που βρίσκεται στην ιστορική διαδρομή της ιδέας του Πάρσονς. Για το εκπαιδευμένο μάτι, βέβαια, βρίσκονται διάφορα δωράκια στα ωχρά «πίσω» δωμάτια. Αλλά και για όσους δεν είχαμε επαφή με τον κόσμο του, ο δημιουργός φρόντισε να μη νιώθουμε λες και παρακολουθούμε ένα inside joke ευρείας κλίμακας.
Τι είναι λοιπόν το Backrooms; Είναι ένα φιλμ ψυχαναλυτικού ενδιαφέροντος, υψηλής αρχιτεκτονικής γεωμετρίας και υπόκωφου τρόμου. Μας συστήνει τον Κάρτερ, ιδιοκτήτη ενός καταστήματος με φθηνά έπιπλα, ο οποίος ανακαλύπτει τυχαία ένα πέρασμα σε έναν ημιφωτισμένο λαβύρινθο που δείχνει να αντικατοπτρίζει παραμορφωτικά τον πραγματικό χώρο. Εκεί, τα έπιπλα είναι ημιτελή, σωρεύονται το ένα πάνω στο άλλο σαν σε παράξενη μυσταγωγική τελετή, τα παράθυρα αγνοούνται και η ανοίκεια αίσθηση δεσπόζει, σαν σε πρωτόλειο λιντσιανό δημιούργημα.

Ο Πάρσονς έχει συνθέσει μια αρρωστιάρικη εκδοχή του υποσυνειδήτου, συλλαμβάνοντας τον τρόμο και την απειλή στην πρωταρχική εκδοχή τους. Τα πράγματα μοιάζουν εξωτερικά όπως είναι στην πραγματικότητα, αλλά ταυτόχρονα δείχνουν παντελώς ξένα, σαν να εξυπηρετούν έναν άλλον σκοπό. Ο χώρος, γνώριμος στην όψη μα δαιδαλώδης και απόκοσμος, ορθώνει τον έναν τοίχο με τον άλλο, σαν ζωντανός οργανισμός που επιχειρεί να εγκλωβίσει όσους βρίσκονται εντός του. Ταυτόχρονα, τριγυρνούν κάποιες απειλητικές φιγούρες που από μακριά δείχνουν τερατώδεις, αλλά σε κοντινή παρατήρηση εμφορούνται από την ίδια ακριβώς αλλοκοτιά, είναι ανθρώπινες και μη ανθρώπινες ταυτόχρονα. Ο Κάρτερ μοιράζεται την εμπειρία του με τους δύο υπάλληλους του, τους οποίους ωθεί να τον ακολουθήσουν μέσα από το μυστηριώδες πέρασμα στο υπόγειο του μαγαζιού, αλλά και με την ψυχολόγο του, η οποία προβάλλει εύλογα τη δυσπιστία της.

Τα υλικά της ταινίας είναι θεωρητικά τα πιο απλά, για παράδειγμα το διαρκές ανατριχιαστικό ambient που δημιουργεί ο διακοπτόμενος βόμβος των λαμπτήρων φθορίου λειτουργεί καταλυτικά σαν αποσταθεροποιητικός παράγοντας κατά την εξερεύνηση του Κάρτερ στο θολό περιβάλλον του χώρου. Αντίστοιχα, η κατασκευή καθαυτού του χώρου, με τα στενά περάσματα και τις χαραμάδες που επιτρέπουν μια ματιά στην άβυσσο, τις παραμορφωμένες όψεις, τα ανεξήγητα καλώδια, την κιτρινωπή παλέτα που προσδίδει αυτή τη νοσοκομειακή εντύπωση στον χώρο, όπως και η αίσθηση απεραντοσύνης του δαπέδου που καλύπτεται από την παλιομοδίτικη μοκέτα, είναι μόνο λίγες από τις αισθητικές επιλογές του Πάρσονς που καταδεικνύουν τη λεπτομέρεια στην κατασκευή του φιλμ. Το Backrooms, με δεδομένη την ιντερνετική καταγωγή του, αποδεικνύεται ευτυχώς παραδοσιακό στην κινηματογραφική του φόρμα, υποβοηθούμενο φυσικά από τα μετρημένα ψηφιακά εφέ, σε ένα genre που έχει ταλαιπωρηθεί πολύ από το ανοικονόμητο και κακόφωνο CGI.

Η περιδίνηση στον νοσηρό και φθαρμένο κόσμο του υποσυνειδήτου στο Backrooms ορίζεται από την κατακερματισμένη φύση της μνήμης που εγκλωβίζει τον ήρωα σε ένα χωρικό συνεχές που τον αφομοιώνει. Ο μυστηριώδης χώρος εκμεταλλεύεται την απογοήτευση και τη ριζωμένη οργή του Κάρτερ και τη μετουσιώνει σε προβολές που τον τυραννούν χαιρέκακα. Ακόμα και η ίδια η χωροταξία που μοιάζει με γρίφος προς επίλυση είναι ένα ακόμα βάσανο για εκείνον, έναν αρχιτέκτονα που δεν έχει καταφέρει να ασκήσει την τέχνη του και καταπιάνεται με τα έπιπλα. Τα πάντα εκεί μέσα μοιάζουν με προβολές μιας τετραπέρατης μοναξιάς που έχει πλακώσει την ψυχή του Κάρτερ, που νιώθει ότι η ζωή του οφείλει πολύ περισσότερα από όσα του έχει δώσει.
Πέραν, όμως, της δεξιοτεχνίας που αποτυπώνεται στην εικαστική όψη της ταινίας, ο Πάρσονς διαθέτει ένα σενάριο που με την τρίτη πράξη του φροντίζει να δώσει όσες απαντήσεις χρειάζονται, χωρίς να διαρρήξει το μυστηριώδες πέπλο της αφήγησης, εντάσσοντας έναν ακόμα χαρακτήρα στο πλαίσιο του εφιαλτικού χώρου. Λαμβάνοντας υπόψιν και αυτό το χαρακτηριστικό, το Backrooms καθίσταται μια από τις πιο αναζωογονητικές εμπειρίες στον horror κινηματογράφο των τελευταίων ετών. Ο δημιουργός συνδυάζει διαφορετικές τεχνοτροπίες (π.χ. το found-footage έχει σημαντική θέση στην αφήγηση) για να καταδυθεί στο ανοίκειο και φροντίζει να αντλήσει τον τρόμο από εκεί που μπορεί να βρεθεί σε αφθονία. Σε έναν τόπο που μοιάζει να έχει καταπιεί την ανθρώπινη παρουσία, να έχει σφραγίσει ερμητικά κάθε σημείο επαφής με τον έξω κόσμο και επαναλαμβάνει τον εαυτό του στο διηνεκές. Σε έναν χώρο όπου ο άνθρωπος βρίσκεται ολομόναχος και μετέωρος στο κενό του ταραγμένου υποσυνειδήτου του, ξεκλειδώνοντας το ένα αλλόκοτο δωμάτιο μετά το άλλο.















