Angel Heart

Σκηνοθεσία: Άλαν Πάρκερ

Παίζουν: Μίκι Ρουρκ, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Λίζα Μπονέ, Σάρλοτ Ράμπλινγκ

Διάρκεια: 113’

Αμερική, δεκαετία του ’50. Σε απόσταση αναπνοής από την ευφορία της νίκης στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την ευρωστία μίας ρωμαλέας οικονομίας, τη γενικευμένη χαρωπή διάθεση ελέω baby boom και το ζαχαρένιο κέφι μίας εποχής που χουζουρεύει στο συντηρητικό της κουκούλι, βρυχώνται διάφοροι παράλληλοι κόσμοι. Εκείνος που αποτελείται από χαμένα κορμιά και τσακισμένες καρδιές των μεγαλουπόλεων, που έχουν βυθιστεί στο κενό και έχουν απολέσει δια παντός κάθε συντεταγμένη που τους όριζε. Εκείνος που κοχλάζει ασταμάτητα, απόκρυφος και κάθιδρος, στον αμερικάνικο νότο, και κινείται σε παράλληλες υπόγειες τροχιές από τον επίσημο, μην έχοντας κανένα λόγο να συμμετάσχει στη θριαμβολογία και το πανηγύρι. Εκείνος στον οποίο σουλατσάρουν επίδοξοι ανθρωπόμορφοι διάβολοι που ρουφάνε ψυχές και απελπισμένοι έκπτωτοι άγγελοι, που προσφέρουν αφειδώς τις ψυχές τους για ρούφηγμα. Ιδού, λοιπόν, οι απαραίτητες συστάσεις του Angel Heart, ενός τρισυπόστατου Δαιμονισμένου Αγγέλου, που διαχέεται σε μία ιερή και αδιαίρετη διαβολική τριάδα.

Το 1987, ο Άλαν Πάρκερ έχει ήδη καπαρωμένη τη θέση του στα «ποιοτικά» στασίδια του Χόλιγουντ, καρπώνεται την καλλιτεχνική και εισπρακτική αποθέωση για το Birdy (1984), και αποφασίζει να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το μυθιστόρημα Fallen Angel (1978), του Γουίλιαμ Γιόρτσμπεργκ. Σε αυτή την απόπειρα, επιστρατεύει τον -hot as hell εκείνη την εποχή- Μίκι Ρουρκ, που ακόμη δεν έχει συνέλθει από τις 9½ εβδομάδες (1986) πάθους με την Κιμ Μπέισινγκερ, εκμεταλλεύεται στο έπακρο το άστρο και την αύρα του Ντε Νίρο, ο οποίος ερμηνεύει με αφοπλιστικό κέφι τον ολίγον cheesy ρόλο που του έχει ανατεθεί, και δεν διστάζει να λούσει (κυριολεκτικά μιλώντας) με αχαλίνωτη σεξουαλικότητα ένα sitcom icon της εποχής. Ο λόγος, φυσικά, για τη Λίζα Μπονέ, που εκείνη την εποχή είχε ταυτιστεί με την εικόνα της κόρης του Μπιλ Κόσμπι, στο The Cosby Show. O Πάρκερ, μάλιστα, αναγκάστηκε να αφαιρέσει και 10 δευτερόλεπτα από τη σεξουαλική σκηνή μεταξύ Ρουρκ και Μπονέ, προκειμένου να μην λάβει η ταινία του τον χαρακτηρισμό της «Ακατάλληλης».

Η αχαλίνωτη γοητεία που ασκεί το Angel Heart βασίζεται σε δύο θεμελιώδεις πυλώνες. Αρχικά, στην τόλμη και τη μαεστρία του Πάρκερ να κατασκευάσει μία ταινία τρόμου χρησιμοποιώντας νουάρ οικοδομικά υλικά, σε βαθμό που ακόμη και η στιγμή μετάβασης προς τη horror κορύφωση της πλοκής να υπακούει σε νουάρ κελεύσματα. Δεύτερον, στην τρόπον τινά παλαιάς κόπιας αυτοπεποίθηση που αποπνέει η ταινία, φέρνοντας στο νου αριστουργήματα της χρυσής εποχής του νουάρ. Κανένας δισταγμός ενώπιον κάποιων προφανών συμβολισμών, κανένας ψυχαναγκασμός καλλιέργειας τεχνητών αμφισημιών και προκάτ διφορούμενου κλίματος. Το Angel Heart δεν φοβάται την υπερβολή και το ατμοσφαιρικό ανέβασμα των τόνων, δεν τρέμει μήπως το αποκαλέσουν προφανές, αφελές ή μονόπατο, όπως πιθανώς να συνέβαινε αν γυριζόταν σήμερα.

Αυτός ο Δαιμονισμένος Άγγελος, λοιπόν, έχει κυριευτεί από τις νουάρ διδαχές, σε σημείο που είναι σχεδόν προσβλητικό να τον αποκαλέσουμε νεό-νουάρ, μόνο και μόνο επειδή πρόκειται για μία ταινία του 1987 και όχι της περιόδου 1941-1955. Οι σκάλες που στριφογυρίζουν προς ένα προκαθορισμένο έρεβος και οι έλικες – προπέλες που κινούνται ασταμάτητα, ως ένας συμβολισμός της αναπόδραστης δίνης, στην οποία έχει μπλέξει ο πρωταγωνιστής μας. Τεθλασμένες αντανακλάσεις σε καθρέφτες και γυάλινες επιφάνειες, γωνίες λήψης και καδραρίσματα που παραμορφώνουν την ούτως ή άλλως ρευστή πραγματικότητα. Χρωματικές αντιθέσεις και τονικότητες που παιχνιδίζουν στο βασικό μοτίβο, τόσο έντονες και χειροπιαστές που νιώθει κανείς ότι το κιαροσκούρο έχει μετακομίσει σε έγχρωμο καμβά.

Κοφτεροί διάλογοι, χιούμορ βυθισμένο σε μία φαινομενικά ανεξήγητη αίσθηση παραλόγου, ένα μουσικό μοτίβο (του Τρέβορ Τζόουνς) που μεταδίδει μία αίσθηση προδιαγεγραμμένου και αγχώδους τέλους, η ασφυξία μίας παραλυτικής ζέστης και μίας βραστής βροχής. Όλο το εικαστικό – αισθητικό οπλοστάσιο του νουάρ δηλώνει βροντερό «παρών» (εμπλουτισμένο μάλιστα από το απόκρυφο μυστικιστικό κλίμα της Λουιζιάνα), αλλά ακόμη πιο εμφατική είναι η υπόκωφη βοή της νουάρ μυθολογίας.

Μία ολική απώλεια ταυτότητας και ένας εφιαλτικός αποπροσανατολισμός, ελλείψει σκοπού και μήτρας ασφάλειας. Το μεταπολεμικό (εν προκειμένω, αλλά κατά βάθος οποιοσδήποτε προέλευσης) τραύμα που χάσκει ανοιχτό και αγιάτρευτο. Η μακάβρια οσμή του ερωτικού πάθους, η πλάγια διασύνδεση μεταξύ οργασμού και θανάτου, η σεξουαλική επιθυμία ως καταλύτης και πυροκροτητής. Τέλος, το ριζικό της αυτοκαταστροφής και του εθελούσιου χαμού του νουάρ ήρωα.

Η λύση του αινίγματος βρίσκεται μέσα στο Κουτί της Πανδώρας, το οποίο πρέπει αναγκαστικά να ανοιχτεί. Ο ντετέκτιβ Χάρι Έιντζελ ποδηγετείται και εξαπατάται, καθοδηγούμενος προς μία αλήθεια που ζεματάει σαν βιτριόλι. Είναι ο μόνος που μπορεί να ενεργοποιήσει την κατάρα που τον στοιχειώνει και θα το πράξει μεγαλοπρεπώς, μαγεμένος από τις Σειρήνες του διαβόλου. Κι όπου διάβολος, βάλτε ζωή, άνθρωπος, κόσμος, θεός. Όλα στο ίδιο καζάνι βράζουν.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑