Reviews Sexy Beast

19 Αυγούστου 2020 |

0

Sexy Beast

Σκηνοθεσία: Τζόναθαν Γκλέιζερ

Παίζουν: Ρέι Γουίνστον, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Ίαν ΜακΣέιν, Αμάντα Ρέντμαν

Διάρκεια: 88’

Ήλιος που ζεματάει, κάνει τα μάτια να δακρύζουν, λιώνει τις σκέψεις και τις αντιστάσεις. Η απόκοσμη εκείνη σιγή του καλοκαιρινού μεσημεριού που βάζει σιγαστήρα στα πάντα. Ο Γκαλ (Ρέι Γουίνστον) αράζει στην πισίνα του, έχει γίνει ένα με το ράθυμο τοπίο. Ιδρώνει. Βράζει. Σιγοκαίγεται. Ξεροψήνεται. Ηλιοκαμένος σαν αστακός, ο Γκαλ βογκάει από ηδονική εξάντληση. Ευλογεί τη μοίρα του και νιώθει δικαιωμένος.

Μόλις πέσουν και οι πρώτες νότες από το Peaches των Stranglers, ένα τραγούδι που γελοιοποιεί τον machismo της καθημερινότητας, το μειδίαμα είναι πλέον εμφανές. “Walking on the beaches, looking at the peaches” και ο Γκαλ (που παρεμπιπτόντως μονολογεί, όχι τυχαία προφανώς, διάφορες λέξεις και εκφράσεις που υπάρχουν και στο τραγούδι) ταιριάζει γάντι στην ειρωνεία των στίχων. Ένα αρσενικό πολύ μετά την ακμή του, που ακόμη καμώνεται τον τζόβενο, με το ντεκαπάζ μαλλί, τα χρυσαφικά στον λαιμό και στους καρπούς, το μικροσκοπικό πορτοκαλί μαγιό, την τροφαντή μεσήλικη κοιλίτσα, το μαύρισμα που φλερτάρει με το έγκαυμα.

Την ίδια στιγμή, όμως, κάποια αόρατη και μυστηριώδης δύναμη, που εποπτεύει από ψηλά, ετοιμάζεται να παρέμβει. Ένας τεράστιος βράχος αποκολλάται από το βουνό, κατρακυλά απειλητικά προς το σπίτι του Γκαλ και καταλήγει να προσγειωθεί στην πισίνα του. Μια θεϊκή σπόντα κακοτυχίας, μια ανώτερη δύναμη που παρασέρνει ό,τι βρει στο πέρασμά της; Ή μήπως ένας οιωνός για όσα πρόκειται να συμβούν πολύ σύντομα;

There’s trouble in paradise, αυτό είναι το μόνο βέβαιο, και πολύ σύντομα η προσωπική Εδέμ του Γκαλ θα δεχτεί εισβολή από έναν απρόσκλητο και απειλητικό επισκέπτη, που μοιάζει με τπμ βράχο που κατρακύλησε στην πλαγιά: είναι απροειδοποίητος, έρχεται από το πουθενά και δεν τίποτα δεν μπορεί να τον συγκρατήσει.

Ο Γκαλ είναι ένας πρώην γκάνγκστερ του Λονδίνου, ο οποίος έχει αφήσει για τα καλά πίσω του την άσωτη ζωή του εγκλήματος και της βίας. Ασουλούπωτος και αφημένος στον τρυφηλό βίο, έχει φτιάξει το δικό του ησυχαστήριο στην Ισπανία, διαγράφοντας μονοκονδυλιά ό,τι ανήκει στο παρελθόν. Όταν λοιπόν εμφανιστεί στην πόρτα του ένα φάντασμα από το παρελθόν, ο Ντον (ο υπέροχος Μπεν Κίνγκσλεϊ), ο οποίος του ανακοινώνει γρυλίζοντας πως τον θέλει για μια τελευταία «δουλειά», ένας άνισος αγώνας ξεκινά. Ο Γκαλ, που δεν θυμίζει πλέον σε τίποτα γκάνγκστερ, ούτε εμφανισιακά αλλά πρωτίστως ούτε και στη συμπεριφορά, παλεύει να κερδίσει χρόνο, να μετριάσει τις ψυχικές και υλικές ζημιές, να ορθώσει ανάστημα απέναντι σε μια δύναμη πρωτόλεια και μοχθηρή.

Ο Ντον, σαν μια υπόμνηση ενός αναίτιου και παμπάλαιου Κακού, είναι ένα στρόβιλος εξουσίας που φροντίζει να υποβαθμίζει τους πάντες γύρω του: ένα σαδιστικό μυδραλιοβόλο προσβολών, που χρησιμοποιεί ό,τι έχει διαθέσιμο για να εκμηδενίσει κάθε του συνομιλητή. Πολύ σύντομα, ο αληθινός λόγος του ερχομού του Ντον γίνεται φανερός: είναι κυριευμένος από μια λάγνα εμμονή, γεγονός καθόλα λογικά.

Είναι, άλλωστε, το Ερωτικό Κτήνος της ιστορίας μας, ένα θεριό που βράζει στο ζουμί του πόθου του. Φυσικά, στον κόσμο του εγκλήματος, οι πάντες είναι αναλώσιμοι και βρώσιμοι από τον υψηλότερα ιστάμενο στην τροφική αλυσίδα. Κι όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, αυτός που βρίσκεται στην κορυφή της ιεραρχίας (σκέτη απόλαυση και πάλι ο Ίαν ΜακΣέιν) αντλεί ευχαρίστηση μονάχα όταν χάνει ένα κομμάτι από αυτή την απόλυτη εξουσία (ως παθητικός δέκτης πρωκτικού σεξ).

S

Το Sexy Beast (2000), το στιλάτο και στιλπνό ντεμπούτο του Τζόναθαν Γκλέιζερ είναι μια πειραγμένη geezer movie που διαθλάται μέσα από ένα σουρεαλιστικό πρίσμα. Αν αναρωτιέστε ποια η διαφορά μεταξύ ενός απλός γκανγκστερικού φιλμ και μιας geezer movie, η απάντηση έγκειται στην αχαλίνωτη «βρετανικότητα» της δεύτερης: σκυλιά με αλυσίδες, pints σε τούβλινες παμπ και καυγάδες με σπασμένα μπουκάλια ακριβώς έξω από τις ίδιες παμπ, cockney bravado, ποδοσφαιρικός χουλιγκανισμός, ανήλιαγες εργατικές κατοικίες και ατελείωτο φλέγμα, όλα τυλιγμένα σε ένα περιτύλιγμα παρανομίας και ωμής βίας που δεν ενδιαφέρεται ουδόλως (σε αντίθεση με την αμερικάνικη εκδοχή της) για το στυλ και την καλαισθησία της.

Το Sexy Beast, λοιπόν, πατά υπό μία έννοια στην κληρονομία ενός Get Carter ή ενός Limey, αλλά παραμορφώνει την ίδια του την ταυτότητα κάτω από τον εκτυφλωτικό μεσογειακό ήλιο. Πρώτα απ’ όλα, επειδή κινείται ασταμάτητα σε έναν κόσμο ονείρου και παραίσθησης, που επιτείνει την αποκόλληση από κάθε υπόνοια πραγματικότητας. Ο Γκαλ, πολύ πριν τον ουρανοκατέβατο βράχο, έχει στην ουσία πληροφορηθεί για τα μελλούμενα από έναν λαγό βγαλμένο από την κόλαση (ή το σύμπαν του Ντέιβιντ Λιντς ) που τον επισκέπτεται στα όνειρα του, σχεδόν σαν απεσταλμένος που προετοιμάζει το έδαφος για την άφιξη του Ντον.

Τα συχνά υποβρύχια πλάνα δημιουργούν μια σταθερή συνθήκη παραμόρφωσης, ενώ η ίδια η πισίνα λειτουργεί σαν βωμός-πηγή καταστάσεων που φλερτάρουν με τη σουρεαλιστική παράνοια. Φυσικά, η ίδια συνθήκη απορρύθμισης μεταφέρεται και στους κυρίως πρωταγωνιστές που μιλούν και φέρονται ακατάληπτα και ξεκούρδιστα, βιδωμένοι σε ένα δικό τους out of tune ρυθμό: από τη συγκλονιστικά ευφάνταστη, σχεδόν ντανταϊστική, παραληρηματική βωμολοχία του Ντον έως τα μελίρρυτα γλυκόλογα του Γκαλ προς την αγαπημένη του, τα οποία δεν βγάζουν κανένα απολύτως νόημα, ούτε καν μεταφορικά.

Το Sexy Beast, ένα άτυπο μανιφέστο στυλ, άνεσης και αυτοπεποίθησης, υποτάσσει το νόημα στο α-νόητο, γίνεται μούσκεμα στον ιδρώτα και στεγνώνει σε λίγα δευτερόλεπτα, κάνει το παν για να μας εντυπωσιάσει, αλλά την ίδια στιγμή διασκεδάσει αβασάνιστα. Είναι εξωφρενικό, αστείο, πρωτότυπο και χειμαρρώδες. Είναι, όπως λέει και ο Γκαλ, fan-dabby-dozy-tastic και η μόνη σου επιλογή είναι να το απολαύσεις όπως του αρμόζει.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑