Before Sunrise

Σκηνοθεσία: Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ

Παίζουν: Ίθαν Χοκ, Ζουλί Ντελπί

Διάρκεια: 101’

Γνωρίστηκαν σε ένα τρένο με προορισμό με αφετηρία τη Βουδαπέστη και θα μοιραστούν μια ξάγρυπνη νύχτα περιπλάνησης στη Βιέννη. Το ένστικτο του εκατέρωθεν φλερτ ενεργοποιήθηκε αστραπιαία σχεδόν από την πρώτη στιγμή. Ξεκίνησαν να συζητούν ασταμάτητα, να βομβαρδίζουν ο ένας τον άλλο με χιούμορ, γνώσεις, απορίες, εκπλήξεις, βλέμματα, χαμόγελα και μισόλογα όλο νόημα. Η ερωτική έλξη είναι μια συνθήκη θεμελιωδώς απλοϊκή, παρότι συνήθως εκφράζεται με ευφάνταστα και εξαντλητικά πολύπλοκους τρόπους.

Οι άνθρωποι μυρίζουν ο ένας τον πόθο του άλλου, όπως ακριβώς τα ζώα οσμίζονται τον φόβο. Κι όμως, τα λόγια είναι σχεδόν πάντα που ξεκλειδώνουν τα χέρια και τα σώματα. Ποτέ δεν θα υπάρξουν πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις από εκείνες στις οποίες βυθιστήκαμε στα νιάτα μας, τη στιγμή που ήμασταν έτοιμοι να ερωτευθούμε. Ποτέ ξανά οι λέξεις δεν θα είναι τόσο βαρυσήμαντες και μοναδικές, ποτέ ξανά δεν θα τις ξεστομίσουμε και δεν θα τις αφουγκραστούμε με τόση ζέση και προσοχή.

 H ιστορία του Αμερικάνου Τζέσι και της Γαλλίδας Σελίν είναι, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, βγαλμένη από το πιο παραδοσιακό εγχειρίδιο του boy meets girl ρομάντζου. Κι όμως, σπανίως μια τόσο απλή ιστορία έχει αποδοθεί με τόσο αβίαστη ροή και τόσο ντελικάτο αυθορμητισμό στο σύγχρονο σινεμά. Το Before Sunrise (1995) του Ρίτσαρντ Λινκλέιτερ είναι καμωμένο από νιάτα και έρωτα, από τη φλεγόμενη προσμονή του εδώ και τώρα, αλλά και τη βαθιά ηρεμία ότι ο χρόνος είναι μια βρύση που δεν στερεύει ποτέ.

Με δύο ήρωες που ξαμολιούνται με λύσσα στη ζωή που ξανοίγεται μπροστά τους, αλλά ξάφνου θέλουν να ξαποστάσουν για ένα διάλειμμα διαρκείας. Είκοσι πέντε χρόνια μετά την πρεμιέρα της ταινίας τα καθάρια πρόσωπα και τα ολόγιομα βλέμματα του Ίθαν Χοκ και της Ζουλί Ντελπί θαρρείς δημιουργούν μια πικρή οντολογική ψευδαίσθηση: σχεδόν νιώθεις ότι αν σκαλίσεις αρκετά μέσα στις σκόνες, θα ξεθάψεις τον παλιό σου εαυτό, τον οποίο θα φορέσεις σαν να μην πέρασε μια μέρα.

Ο Λινκλέιτερ, όπως αποδείχτηκε εμφατικά τόσο από την Before τετραλογία όσο και από το Boyhood, γοητεύεται (σε βαθμό ιδεοληπτικής εμμονής, ίσως) από τις μικρές στάσεις που φτιάχνουν την ανθρώπινη διαδρομή, από τη σθεναρή επιβίωση όλων εκείνων των στοιχείων που μας συγκροτούν ως ταυτότητα και ύπαρξη στο αμείλικτο πέρας του χρόνου, παρά τις σαρωτικές αλλαγές που έχουν μεσολαβήσει. Φυσικά, αν ρίξει κανείς μια προσεκτική ματιά, η συγκεκριμένη θεματική, ή τέλος πάντων διάφορες παραλλαγές της, μάλλον τον απασχολούσε από την πρώτη κιόλας στιγμή.

Στο –as indie as it gets– Slacker (1991), γνωρίζουμε φευγαλέα ένα τσούρμο από απροσάρμοστους παρίες του Όστιν (γενέτειρας του Λινκλέιτερ), μεταπηδώντας από τον έναν περιθωριακό loser στον επόμενο κάθε λίγα λεπτά. Αυτές οι σύντομες συναντήσεις σκιαγραφούν μια ολόκληρη μέρα, η οποία κυλά περίπου όπως η ζωή: αποσπασματικά, με θραυσματικά επεισόδια και διάττοντες ανθρώπους, στιγμές και πρόσωπα που έρχονται και φεύγουν. Δύο χρόνια αργότερα (και δύο χρόνια πριν το Before Sunrise), το Dazed and Confused (ένα άτυπο κλείσιμο ματιού στο American Graffiti θα έλεγε κανείς), παρακολουθεί ένα μωσαϊκό χαρακτήρων και το πώς βιώνουν την τελευταία νύχτα του σχολείου: τη μαγική εκείνη στιγμή που διαρκεί αιώνια, σχεδόν χωρίζοντας τη ζωή στα δύο.

Το Before Sunrise δεν κρύβει άσσους στο μανίκι, δεν καταφεύγει σε ξεκάρφωτα τεχνάσματα και συνταρακτικές εκπλήξεις ή ανατροπές. Απλούστατα, βρίσκει τον τρόπο να φανεί ευρηματικό στην απλή του κατάστρωση και να μεταδώσει μια αίσθηση φρεσκάδας και πρωτοτυπίας ακόμη και στα κλισέ που επιστρατεύει. Ο Τζέσι και η Σελίν δεν συζητούν για θέματα εξωφρενικά, επιτηδευμένα, ουρανοκατέβατα ή εξεζητημένα. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν είναι στιλιζαρισμένα προβλέψιμοι ή εκβιαστικά «ρεαλιστικοί».

Είναι προικισμένοι αλλά όχι one of a kind, ζουν κάτι το πολύτιμο και το ξεχωριστό, αλλά όχι κάτι εκτός πραγματικότητας. Είναι, με δυο λόγια, όπως ακριβώς πασχίζουν να φανούν δύο νέοι άνθρωποι που μόλις έχουν ερωτευτεί κεραυνοβόλα. Θαρραλέοι και ντροπαλοί συγχρόνως, παλεύοντας αδέξια να μην φανούν υπέρμετρα εκδηλωτικοί, επινοώντας τεχνάσματα για να πουν τα προφανή που είναι αναγκαίο να φανούν πρωτοφανή. Μεθυσμένοι και συνεπαρμένοι από την ορμή ενός αύριο που ξάφνου φαντάζει ακόμη πιο υποσχόμενο, ακόμη πιο περιπετειώδες.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑