Reviews Fitzcarraldo (1982)

5 Σεπτεμβρίου 2021 |

0

Fitzcarraldo (1982)

Σκηνοθεσία: Βέρνερ Χέρτζογκ

Παίζουν: Κλάους Κίνσκι, Κλαούντια Καρντινάλε

Διάρκεια: 158′ 

Εκ πρώτης όψεως, το Fitzcarraldo (1982) του Βέρνερ Χέρτζογκ ξεδιπλώνει την ιστορία του Μπράιαν Σουίνι Φιτζτζέραλντ, ενός Ιρλανδού τυχοδιώκτη που ζει στο Ικίτος του Περού, στη Λεκάνη του Αμαζονίου. Ο Φιτζτζέραλντ, τον οποίο οι ντόπιοι αποκαλούν «Φιτζκαράλντο» επειδή δεν μπορούν να προφέρουν το επίθετό του, έχει ήδη μια σειρά από μεγαλεπήβολες αποτυχίες στο ενεργητικό του, όπως το πλάνο μιας σιδηροδρομικής γραμμής που θα συνέδεε την Αργεντινή με τη Χιλή, διασχίζοντας τις Άνδεις. Ο Φιτζακαράλντο, που διευθύνει πλέον ένα εργοστάσιο πάγου με πενιχρά κέρδη, είναι κυριευμένος από μια αγιάτρευτη εμμονή. Ως παθολογικός λάτρης της όπερας και του Ιταλού τενόρου Ενρίκο Καρούζο, είναι διατεθειμένος να κινήσει γη και ουρανό προκειμένου να χτίσει μια όπερα στις εσχατιές του Ικίτος.

Κι όπως είναι λογικό, έχοντας τις κεραίες του ανοιχτές για κάθε θεόμουρλο και καταδικασμένο εγχείρημα, η πρό(σ)κληση δεν θα αργήσει να του χτυπήσει την πόρτα. Ο Φιτζκαράλντο μαθαίνει για μια περιοχή κατάφυτη με καουτσκουκόδεντρα, που παραμένει ανεκμετάλλευτη εξαιτίας των ορμητικών νερών του ποταμού που έχει τσακίσει στα βράχια κάθε πλεούμενο που αποτόλμησε το ριψοκίνδυνο ταξίδι. Όταν όμως δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό, πάει το βουνό στο Μωάμεθ και ο Φιτζκαράλντο βάζει κατά νου το αδιανόητο: το θέσφατο ότι τα πλοία ταξιδεύουν μονάχα στο νερό είναι για τους ταπεινούς, τους μέτριους και τους σώφρονες, όχι για τους κυνηγούς του ονείρου.

Ο Φιτζκαράλντο, λοιπόν, σκοπεύει να αποφύγει τον απροσπέλαστο ποταμό, φτάνοντας στην Εδέμ του καουτσούκ μέσω ξηράς, ρυμουλκώντας το πλοίο σε μια στενή λωρίδα γης. Η σύντροφός του, μια πανέμορφη μάνατζερ (επιτρέψτε μας τον σκόπιμο νεολογισμό) σε ένα πολυτελές πορνείο του Ικίτος (η Κλαούντια Καρντινάλε) δέχεται να χρηματοδοτήσει το θεοπάλαβο σχέδιο του Φιτζκαράλντο, ο οποίος ξεκινά για το άγνωστο με βάρκα όχι ακριβώς την ελπίδα, αλλά την κρυστάλλινη φωνή του Ενρίκο Καρούζο.

Ο Χέρτζογκ έχει φροντίσει εξάλλου να μας φανερώσει το ανίκητο πείσμα και την ιδεοληπτική αγάπη του πρωταγωνιστή για την όπερα ήδη από την εναρκτήρια σεκάνς. Ο αποκαμωμένος Φιτζκαράλντο, με ματωμένα χέρια και λεκιασμένο κατάλευκο κουστούμι (η άτυπη «στολή» του ήρωα σε ολόκληρη την ταινία) έχει κωπηλατήσει μίλια ολόκληρα μόνο και μόνο για να δει το ίνδαλμά του από κοντά. Σε ένα μαγευτικό πλάνο, ο Χέρτσογκ χαρίζει στον ήρωά του το προνόμιο της μοναδικότητας μέσα σε ένα ομοιόμορφο πλήθος. Σε μια αίθουσα κατάμεστη από σκουρόχρωμα κουστούμια και φορέματα, κάπου στο βάθος, μια όρθια λευκή πυγολαμπίδα ξεχωρίζει και φέγγει. Οι υπόλοιποι χειροκροτούν, εκείνος πάλλεται εσωτερικά. Οι υπόλοιποι περνούν τρυφηλά την ώρα τους, εκείνος είναι έτοιμος να θυσιάσει ακόμη και τη ζωή του για έναν αυτόκλητο ιερό σκοπό, τον οποίο δεν συμμερίζεται, ούτε κατανοεί, κανένας άλλος.

Επιστρέφοντας στην πρώτη φράση του κειμένου, όλα τα παραπάνω συνοψίζουν τη φαινομενική πλοκή και δράση της ταινίας. Στην πραγματικότητα, το Fitzcarraldo καθρεφτίζει και αντανακλά τον ίδιο τον Χέρτζογκ, μα πάνω απ’ όλα τον δικό του ορισμό περί τέχνης, δημιουργίας και ζωής. Ο αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας δεν είναι ένας φιλόμουσος τυχοδιώκτης του Αμαζονίου, αλλά ένας αμετροεπής σκηνοθέτης που είναι ακλόνητα αποφασισμένος να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα ώστε να υλοποιήσει τα σχέδιά του, δίχως να καταφύγει στον παραμικρό συμβιβασμό, χωρίς να αρκεστεί στην οποιαδήποτε συνθηκολόγηση.

Ο «χερτζογκικός» ήρωας, άλλωστε, ήταν ανέκαθεν φτιαγμένος από το υλικό των ονείρων και τη μαγιά του ανέφικτου, ορμώμενος από τη δίψα της κατάκτησης και πάντα πρόθυμος να πραγματοποιήσει άλμα πίστης στο κενό. Στις περισσότερες ταινίες του Χέρτζογκ (μυθοπλασίας ή ντοκιμαντέρ μικρή σημασία έχει, ο ίδιος έχει φροντίσει εδώ και καιρό να καταστρατηγήσει στην πράξη κάθε διαχωρισμό), ο πρωταγωνιστής ρίχνεται σε έναν αγώνα με αντίπαλους θεωρητικά ακατάβλητους: την ανεξερεύνητη φύση, τα μυστήρια του σύμπαντος, τη διαφορετικότητα κόσμων που δεν συγγενεύουν με τις καταβολές του, το καταστατικό και τους διαχρονικούς κανόνες του ανθρώπινου πολιτισμού.

Τούτη τη φορά, ο ήρωας του Χέρτζογκ ονομάζεται κατά βάθος Βέρνερ Χέρτζογκ, σε μια ταινία που τραβάει το σκοινί πολύ μακρύτερα από την απλή διάχυση φαντασίας και πραγματικότητας. Ο Χέρτζογκ δεν αναζητεί τον κινηματογραφικό ρεαλισμό, αλλά πασχίζει να αποδείξει ότι ο κινηματογράφος ταυτίζεται με τη ζωή και την ανθρώπινη ύπαρξη, ξεπερνώντας σε χειροπιαστή φαντασία κάθε απόπειρα μυθοπλασίας.

Η αλήθεια μιας κινηματογραφικής κατασκευής είναι πολύ πιο «πραγματική» από κάθε φτιαχτό κατασκεύασμα της σύμβασης που ονομάζουμε πραγματικότητα, μοιάζει να λέει ο θεοπάλαβος Χέρτζογκ. Γι’ αυτό και το Fitzcarraldo –η σπουδαιότερη ίσως ταινία αυτοψυχανάλυσης (ενός συγκεκριμένου, αλλά και του κάθε) κινηματογραφικού δημιουργού, παρέα με το Otto e Mezzo του Φελίνι και το Apocalypse Now του Κόπολα– είναι αδύνατον να νοηθεί πέρα από το κυριολεκτικά ασύλληπτο making of, που θα το συνοδεύει έως το τέλος του χρόνου ή τέλος πάντων έως το τέλος του σινεμά όπως το γνωρίζουμε σήμερα.

Για να πιάσουμε το νήμα από την αρχή, ο Χέρτζογκ άντλησε την αρχική σπίθα έμπνευσης για τον κεντρικό ήρωα από τον Περουβιανό βαρόνο του καουτσούκ Κάρλος Φερμίν Φιτζκαράλντ, ο οποίος έφερε εις πέρας ένα παρόμοιο εγχείρημα στη δεκαετία του 1890, με δύο –όχι και τόσο– μικρές διαφορές: α) το πλοίο ζύγιζε περίπου 30 τόνους και όχι 300 (!) όπως στην ταινία του Χέρτζογκ και β) ο αληθινός Φιτζκαράλντ είχε αποσυναρμολογήσει το ποταμόπλοιο, μεταφέροντας κάθε κομμάτι του (το σκαρί, την προπέλα, τα φουγάρα κτλ) ξεχωριστά. Ο Χέρτζογκ, παθολογικά προσκολλημένος στη σταυροφορία μιας αλήθειας που θα υπερπηδά ακόμη και την πραγματικότητα, όχι μόνο ανεβοκατέβασε ένα ολόκληρο πλοίο σε έναν λόφο, αλλά φρόντισε να επιλέξει τις πλέον απομονωμένες τοποθεσίες για τα γυρίσματα, αδιαφορώντας για τις αμέτρητες δυσκολίες που εγκυμονούσε μια τέτοια επιλογή.

Κάπως έτσι, σχεδόν αναπόφευκτα (ή και σκόπιμα, θα μπορούσε κανείς να πει) το Fitzcarraldo παίζει χωρίς αντίπαλο στην κούρσα για την πιο μεγαλομανή και εξωφρενική κινηματογραφική παραγωγή όλων των εποχών. Στην πορεία των γυρισμάτων, που κράτησαν περίπου 4 χρόνια (από το 1978 έως το 1982), ελάχιστοι άνθρωποι δεν θα είχαν πτοηθεί από τις δυσκολίες και τις αναποδιές που παρουσιάστηκαν. Από την άλλη, όμως, δεν μιλάμε για κανονικούς και συνηθισμένους ανθρώπους, αλλά για τον Βέρνερ Χέρτζογκ.

Οι ιστορίες απερίγραπτης τρέλας που γέννησε το Fitzcarraldo είναι αμέτρητες και έχουν καταγραφεί τόσο στο ντοκιμαντέρ Burden of Dreams (1992) του Λες Μπλανκ όσο και στο αυτοβιογραφικό βιβλίο Conquest of the Useless (2009), που εξέδωσε ο Χέρτζογκ. Παρεμπιπτόντως, ο τίτλος του συγκεκριμένου βιβλίου κάθε άλλο παρά τυχαίος είναι, καθώς μετά την ολοκλήρωση της ταινίας, ο Χέρτζογκ –δικαιολογημένα πεπεισμένος πως ο άθλος του θα παραμείνει αμίμητος στο διηνεκές του χρόνου– αυτοανακηρύχτηκε «Κονκισταδόρας του Ανώφελου» (επίσης, διόλου τυχαία η επιλογή της λέξης «κονκισταδόρας», με το αποικιοκρατικό σημασιολογικό της φορτίο, έναντι της λέξης «κατακτητής»).

Ένα από τα κυριότερα εμπόδια που συνάντησε ο Χέρτζογκ ήταν η απώλεια των δύο αρχικών πρωταγωνιστών του σε πολύ προχωρημένο στάδιο των γυρισμάτων. Ο Τζέισον Ρόμπαρντς, που είχε αρχικά επιλεγεί για τον ρόλο του Φιτζκαράλντο, εμφάνισε συμπτώματα οξείας δυσεντερίας και αναγκάστηκε να αποχωρήσει οριστικά από το πρότζεκτ. Την ίδια στιγμή, λόγω των πολλαπλών καθυστερήσεων που ανέκυπταν από την ανάβαση και κατάβαση ενός ποταμόπλοιου σε έναν λόφο (δεν το λες και περίεργη εξέλιξη), ο Μικ Τζάγκερ, που συμμετείχε στο καστ ενσαρκώνοντας τον βοηθό του Φιτζκαράλντο, είχε αναγκαστεί να αποχωρήσει προκειμένου να δώσει το «παρών» σε μια προγραμματισμένη περιοδεία των Rolling Stones.

Ο Χέρτζογκ, απτόητος σαν βράχος που τον δέρνουν αλύπητα τα κύματα, αποφάσισε να αντικαταστήσει τον Ρόμπαρντς με τον παλιό του γνώριμο Κλάους Κίνσκι (η τρίτη από τις συνολικά πέντα θυελλώδεις συνεργασίες τους) και να ξαναγράψει το σενάριο απαλείφοντας ολωσδιόλου τον ρόλο του Τζάγκερ. Ως εκ τούτου, ο Χέρτζογκ ξεκίνησε εκ νέου τα γυρίσματα από το μηδέν, προσπερνώντας σχεδόν απνευστί την αδιανόητη ταλαιπωρία στην οποία είχε ήδη υποβάλει τους συνεργάτες του για μήνες ολόκληρους.

Φυσικά, κρίνοντας εκ των υστέρων και εκ του αποτελέσματος, η ταινία δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς το θεοσκότεινο βλέμμα, την οιστριονική κίνηση, το νοσηρό χαμόγελο και την ανατριχιαστική φωνή του Κίνσκι, ο οποίος έδωσε πνοή και υπόσταση σε έναν ήρωα που κοιτά μονάχα μπροστά, αψηφώντας τα εμπόδια της φύσης, της λογικής και του φόβου. Όσο για τα υπόλοιπα ατυχήματα και ευτράπελα των γυρισμάτων του Fitzcarraldo, η λίστα περιλαμβάνει –μεταξύ πολλών άλλων– τον σωτήριο και εθελούσιο αυτο-ακρωτηριασμό ενός γηγενούς ξυλοκόπου έπειτα από δάγκωμα φιδιού, τον σοβαρότατο τραυματισμό πολλών συντελεστών (τόσο συνεργατών του Χέρτζογκ όσο και αυτοχθόνων κομπάρσων), τη μήνη των μειλίχιων ιθαγενών απέναντι στις καθημερινές υστερίες και τα φωνακλάδικα ξεσπάσματα του Κίνσκι, την προθυμοποίηση ενός εξ αυτών να δολοφονήσει τον Κίνσκι για λογαριασμό του Χέρτζογκ (και την όχι και τόσο δεδομένη άρνηση του τελευταίου, μιας και δεν είχαν ολοκληρωθεί τα γυρίσματα), την κατασκευή τριών ολόιδιων ποταμόπλοιων (το πρώτο έπλεε στον ποταμό, στο αρχικό σκέλος της ταινίας, το δεύτερο ανεβοκατέβηκε τον λόφο έπειτα από μήνες εξαντλητικής προσπάθειας, ενώ το τρίτο στάλθηκε σαν καρυδότσουφλο στα βράχια στο καταληκτικό κομμάτι της ταινίας) και την πρόσκαιρη χρεοκοπία του Χέρτζογκ που κάλυψε από το δικό του πορτοφόλι όλη τη χασούρα που προέκυψε από τις ιλιγγιώδεις καθυστερήσεις.

Στον πυρήνα του Fitzcarraldo συναντά κανείς παράλληλα, πέρα από τη μεταφυσική πίστη στην υπέρβαση και την αλαζονική ματαιοδοξία του προσωπικού οράματος, μια υποδόρια μομφή στις αποκιοκρατικές καταβολές του σύχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Οι Ευρωπαίοι αριβίστες (από όλες τις χώρες ανεξαιρέτως) που έχουν χτίσει μικρά φέουδα στη Λατινική Αμερική απεικονίζονται ως χυδαίοι και οκνηροί ψευδο-αριστοκράτες, οι οποίοι διαλαλούν την ανωτερότητα του (ενός και μοναδικού στα δικά τους μάτια) πολιτισμού παπαγαλίστικα και μηχανιστικά, έχοντας ως μοναδική αληθινή ασχολία τη λεηλασία κάθε πλουτοπαραγωγικής πηγής ενός ξένου τόπου.

Ο Φιτζκαράλντο, ο τελευταίος των ρομαντικών μιας άλλης εποχής, είναι στην πραγματικότητα ο μόνος που βιώνει ολόψυχα το άφατο δέος απέναντι στην ομορφιά της τέχνης. Γι’ αυτό και εξορμά δίχως δεύτερη σκέψη στα κατάβαθα της ζούγκλας, παρανοϊκά βέβαιος πως το γραμμόφωνο μπορεί να απωθήσει όχι μόνο τα τόξα και τα βέλη των ιθαγενών, αλλά και τις πανάρχαιες δοξασίες και κατάρες ενός μυστηριακού κόσμου που δεν μπορεί να γίνει κατανοητός από τους νοητικούς και συναισθηματικούς αισθητήρες του δυτικού ανθρώπου.

Εντέλει, μια ιδιόμορφη –και με τον τρόπο της βαθιά συγκινητική– σύνδεση εξυφαίνεται σε συμβολικό-αλληγορικό επίπεδο. Η παθολογική λατρεία της μουσικής και το πάθος της εξερεύνησης του Φιτζκαράλντο συναντούν τους θεούς, τα πνεύματα, τα ξόρκια και τις παραδόσεις των αυτοχθόνων, ακριβώς τη στιγμή που το ποταμόπλοιο χορεύει σαν μπαλαρίνα στα αφρισμένα νερά του εξευμενισμένου πλέον ποταμού. Ο μεγαλοϊδεατισμός του Χέρτζογκ, σε μια σκηνή αλησμόνητης μεγαλοπρέπειας, παίρνει σάρκα και οστά: το σινεμά πλάθει κόσμους και φτιάχνει εικόνες που θα έκαναν ακόμη και τον θεό να κοκκινίσει από ντροπή για την έλλειψη φαντασίας που επέδειξε.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑