29 Ιανουαρίου 2024, Λωρίδα της Γάζας. Οι εργαζόμενοι στο τηλεφωνικό κέντρο της Παλαιστινιακής Ερυθράς Ημισέληνου, αν και προφανώς μακάβρια συνηθισμένοι στον θάνατο και στα δάκρυα, δέχονται μια κλήση διαφορετική από τις υπόλοιπες – ακόμη πιο στοιχειωτική και ψυχοφθόρα, σχεδόν μη διαχειρίσιμη. Για τις επόμενες τρεις ώρες θα συνομιλούν με ένα εξάχρονο κοριτσάκι, που έχει εγκλωβιστεί αβοήθητο σε ένα γαζωμένο αμάξι-ομαδικό φέρετρο.
Τρομοκρατημένη αλλά με έναν μαγικό τρόπο ακόμη ψύχραιμη, η μικρή (και μόνη) επιζώσα μιας άγριας επίθεσης από τις ισραηλινές δυνάμεις θα περιμένει υπομονετικά και θαρραλέα το ασθενοφόρο για την παραλάβει, κρυμμένη μες στα χαλάσματα και στα ζεστά πτώματα των θείων και ξαδέρφων της. Στην άλλη άκρη της γραμμής, οι διασώστες παλεύουν με τεχνάσματα και καλοπροαίρετα ψέματα να της δώσουν κουράγιο. Στην πραγματικότητα, πασχίζουν να ξεθάψουν οι ίδιοι το απαραίτητο κουράγιο, προσπαθώντας να αντέξουν την αγωνία και το βάρος μιας ασήκωτης αναμονής. Σε αυτή την ιστορία, η τραγωδία δεν είναι συμβολική ή αλληγορική. Σε αυτή την ιστορία, δεν υπάρχουν spoilers, teasers ή cliffhangers. Το κοριτσάκι είχε όνομα: λεγόταν Χιντ Ρατζάμπ. Και η ηχογράφηση της φοβισμένης φωνής του είναι το μόνο που θα απομείνει, ένα μάταιο χνάρι και μια στοιχειώδης απόδειξη ότι κάποτε υπήρξε, ότι δεν της δόθηκε ποτέ ο χρόνος για να υπάρξει περισσότερο.

Η φωνή της Χιντ Ρατζάμπ αποθεώθηκε στη Βενετία, κατέγραψε επιδόσεις ρεκόρ στη μοντέρνα (και ολίγον φαιδρή) κλίμακα φεστιβαλικής αποτίμησης που χρονομετρά με ακρίβεια δευτερολέπτου τα χειροκροτήματα και τις επευφημίες, προσέλκυσε το (ακτιβιστικό) ενδιαφέρον διάσημων αστέρων του Χόλιγουντ (Γιοακίν Φίνιξ, Μπραντ Πιτ, Αλφόνσο Κουαρόν, Τζόναθαν Γκλέιζερ κ.ά.) που συνέδραμαν ως εκτελεστικοί παραγωγοί, απέσπασε το Μέγα Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής και ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών και ενστάσεων για την απονομή του Χρυσού Λέοντα στο Father Mother Sister Brother του Τζιμ Τζάρμους – πόσο μεγάλη και άτιμη παγίδα η ανάγκη για θεσμική «κανονικοποίηση», ας αφήσουμε όμως αυτή τη ζόρικη και ιδιαίτερα χρονοβόρα κουβέντα για κάποια άλλη στιγμή.

Συνενώνοντας το ανατριχιαστικό footage του τηλεφωνήματος με τη δραματοποιημένη-συμπυκνωμένη ανάπλαση των όσων διαδραματίστηκαν στο τηλεφωνικό κέντρο στη διάρκεια του βασανιστικού τρίωρου, η Κάουτερ Μπεν Χάνια προσφεύγει σε ένα υβριδικό φορμά, το οποίο διαπλέκει το προσωπικό-ιστορικό ντοκουμέντο με το ψυχολογικό δράμα-θρίλερ δωματίου. Σκοπίμως και συνετά, διατηρεί μια απόσταση που μεγεθύνει την ασφυξία και την απόγνωση: η φρίκη έρχεται σαν μακρινός αντίλαλος, αλλά συγχρόνως σαν κοντινός ψίθυρος στ’ αυτί, μέσα από την αληθινή φωνή και τα αληθινά λόγια της Χιντ Ρατζάμπ.
Ούτως ή άλλως, δεν είναι η πρώτη φορά που η Τυνήσια σκηνοθέτις θολώνει τα όρια ανάμεσα στο ντοκιμαντέρ και τη μυθοπλασία, όπως πιστοποιεί και το πρόσφατο –και υποψήφιο για Όσκαρ Καλύτερου Ντοκιμαντέρ– Τέσσερις κόρες (2023), όπου διακρίνει κανείς μία βασική διαφορά. Εκεί, μια εμβόλιμη σφήνα αναπαράστασης παρεισφρέει σε ένα προϋπάρχον πλαίσιο τεκμηρίωσης και καταγραφής, και όχι το αντίστροφο. Στον αντίποδα, στη Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ, η Μπεν Καουτέρ φροντίζει σταθερά να μας υπενθυμίζει ότι τα όσα ακούμε δεν είναι προϊόν σεναρίου αλλά ωμής πραγματικότητας, καθώς οι ηθοποιοί παίρνουν τη σκυτάλη από το ηχητικό αρχείο για να ολοκληρώσουν μια φράση και τούμπαλιν. Σχεδόν αυτονόητα και αναμενόμενα, η ταινία πυροδοτεί μια συναρπαστική –αν και όχι πρωτάκουστη– συζήτηση για την σχέση ανάμεσα στο οπτικό ερέθισμα και την πρόσληψή του από τον θεατή στη σύγχρονη εποχή. Κατά τρόπο φαινομενικά παράδοξο, μα στην πραγματικότητα πλήρως εξηγήσιμο, ακόμη και η πιο αποτρόπαια εικόνα μοιάζει να έχει απωλέσει δια παντός το προνόμιο του σοκ σε έναν ωκεανό από ενσταντανέ που βομβαρδίζουν τα μάτια και τον εγκέφαλό μας 365 μέρες τον χρόνο και 24 ώρες τη μέρα.

O Homo Spectaculus και η θεαματικοποίηση των πάντων, ακόμη και της συντέλειας του κόσμου, είναι μια ήδη συντελεσμένη βεβαιότητα και όχι κάποιος δυστοπικός χρησμός. Για να το θέσουμε αλλιώς, η διαμεσολάβηση του σινεμά και της τέχνης, ιδίως όταν θεμελιώνεται σε δομικά υλικά της πραγματικότητας, αποδεικνύεται συχνά πιο σπαρακτική από την παρέλαση πραγματικών στιγμιότυπων ολέθρου και αποκτήνωσης, τα οποία (αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς) εμπεριέχουν κι αυτά, έτσι κι αλλιώς, μια ανομολόγητη και πλάγια διαμεσολάβηση. Η Κάουτερ Μπεν Χάνια επιλέγει έναν δρόμο γεμάτο ενδιάμεσα σημεία. Από τη μια, μας επαναφέρει ασταμάτητα στα αληθινά γεγονότα, αλλά την ίδια στιγμή αποδέχεται (ορθά) πως η φρίκη ενός εξάχρονου κοριτσιού, περικυκλωμένου από άψυχα κορμιά αγαπημένων και άρματα μάχης που τη σημαδεύουν είναι εξ ορισμού μη κινηματογραφήσιμη. Το μυθοπλαστικό-κινηματογραφικό στοιχείο δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να αφαιρεθεί από την εξίσωση: ο τρόμος συνεχώς υπονοείται, άρα διογκώνεται με όρους πατροπαράδοτου σασπένς.
Είναι άχαρο, ενίοτε και επικίνδυνο στη δημόσια αρένα επίδειξης ζήλου, να μιλήσεις με ανόθευτους όρους κινηματογραφικής κριτικής για μια ταινία που φέρνει στο προσκήνιο έναν ξεπεσμό καθολικό και πανανθρώπινο – διότι πώς αλλιώς μπορεί να αξιολογηθεί η δολοφονία ενός παγιδευμένου εξάχρονου κοριτσιού, και μάλιστα σε δεύτερο χρόνο, αφότου είχε επιζήσει, καλέσει βοήθεια και περιμένει μάταια για ώρες; Η πίεση του πρωτοκόλλου, η μεγάλη εικόνα μιας συνεχιζόμενης δεξαμενής θανάτου που αναγκαστικά οφείλουν να λάβουν υπόψη τους οι συντονιστές, αλλά και η εφιαλτική καθυστέρηση μέχρι να έρθει το πράσινο φως για μια αποστολή διάσωσης που κανονικά θα έπρεπε να θεωρείται αυτονόητη, αναδύονται στην ταινία, αν και έως επί το πλείστον αυτό συμβαίνει κάπως μηχανικά και τηλεγραφικά.

Η Kάουτερ Μπεν Χάνια, ενώ σε πρώτο επίπεδο ποντάρει στοχευμένα στο αφοπλιστικά σπαρακτικό πρωτογενές υλικό, στο δεύτερο στρώμα της κινηματογραφικής δράσης καταφεύγει σε περιττές δραματουργικές υπερβολές. Από το overacting των ηθοποιών και την κατάχρηση των κοντινών πλάνων, μέχρι τη συνεχή ανακεφαλαίωση του θέματος και την εκμαίευση μιας (ήδη υφιστάμενης) συναισθηματικής εμπλοκής. Το σινεμά είναι, μεταξύ άλλων, και ένα σύμπαν δύσκολης ισορροπίας ανάμεσα σε πολυποίκιλες αντιφάσεις. Όσο και αν φαίνεται περίεργο, μια πιο αποστασιοποιημένη, ελλειπτική και κλινική σκηνοθετική ματιά θα αναδείκνυε πολύ πιο βαθιά και ουσιαστικά τον πυρήνα μιας συνθήκης που –αν την καλοσκεφτείς, αναλογιστείς και συνειδητοποιήσεις– σου ανακατεύει τα σωθικά.
Όπως και να έχει, η άμορφη, ανώνυμη και μαζική τραγωδία πάντα (θα) γίνεται πιο οικεία μόλις αποκτήσει όνομα και φωνή. Εστώ και εφήμερα, έστω και με όρους καλλιτεχνικής επικαιρότητας, έστω και αν ο αντίκτυπος δυστυχώς συχνά αποτιμάται στην τεχνητή κλίμακα του statement. Το κορίτσι που βρέθηκε νεκρό δώδεκα ημέρες μετά το τηλεφώνημα της 29ης Ιανουαρίου 2024 λεγόταν Χιντ Ρατζάμπ. Και η φοβισμένη της φωνή θα ακούγεται μέσα από το σινεμά.













