Δημιουργός: Σωτήρης Τσαφούλιας
Παίζουν: Ευαγγελία Μουμούρη, Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Πάνος Βλάχος, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Βλαδίμηρος Κυριακίδης, Δήμος Γιγαντάκης, Άρης Λεμπεσόπουλος, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Άννα Μενενάκου
Τον Δεκέμβριο του 1992 συνέβη στην Αθήνα ένα από εκείνα τα γεγονότα που διαταράσσουν την αναμενόμενη πορεία της επικαιρότητας. Άγνωστοι εισέβαλαν στο υπόγειο ενός υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας, διέρρηξαν 301 θυρίδες και στη συνέχεια διέφυγαν ανενόχλητοι. Η μέθοδος τους ήταν κάτι παραπάνω από κινηματογραφική: έσκαψαν ένα τούνελ 25 μέτρων το οποίο τους οδήγησε απευθείας στον χώρο όπου φυλάσσονταν οι θυρίδες. Το «ριφιφί του αιώνα», όπως ονομάστηκε από τον εμβρόντητο Τύπο της εποχής, έλαβε χώρα σχεδόν σε κοινή θέα, κάτω από τα πόδια αμέριμνων περαστικών, και φυσικά οδήγησε σε κάθε λογής θεωρίες. Ιταλοί μαφιόζοι, ελληνική αντικαθεστωτική τρομοκρατική οργάνωση και Ρώσοι κακοποιοί με Έλληνες συνεργούς βρέθηκαν κατά καιρούς στο επίκεντρο των υποψιών, όμως οι ευφάνταστοι δράστες παρέμειναν ανώνυμοι και έτσι δε μπόρεσαν να παραλάβουν το «όσκαρ» που τους απένειμαν «Τα Νέα».

Η μίνι σειρά του Σωτήρη Τσαφούλια αντλεί τον βασικό πυρήνα της πλοκής της από τα παραπάνω γεγονότα, αλλά στην καρδιά του Ριφιφί βρίσκουμε μια διαφορετική πραγματική ιστορία, και μάλιστα ιδιαίτερα σπαραξικάρδια, η οποία έφτασε μέχρι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Πρόκειται για την τραγωδία του Παναγιώτη Βασιλέλλη, ενός τετράχρονου παιδιού που έχασε τη ζωή του από μία σπάνια μορφή λευχαιμίας. Οι γονείς του συγκέντρωσαν το απαιτούμενο ποσό προκειμένου το παιδί να μεταβεί στις ΗΠΑ για θεραπεία μέσω δωρεών σε τραπεζικό λογαριασμό, πλην όμως ο τραπεζικός αυτός λογαριασμός δεν δημιουργήθηκε με τις απαραίτητες νομικές διατυπώσεις ως ερανικός, με αποτέλεσμα η τράπεζα να μην εκταμιεύσει το ποσό εγκαίρως, προτού η κατάσταση του μικρού καταστεί μη αναστρέψιμη.
Η δραματουργία τοποθετεί στο κέντρο της μια σειρά από θύματα της συστηματικής ανάλγητης στάσης των θεσμών. Μια ετερόκλητη σύνθεση από ανθρώπους που έχουν χτυπηθεί από την τραπεζική αδιαλλαξία, την ανισότητα ευκαιριών της ελεύθερης αγοράς και άλλων εκφάνσεων μιας συστημικής αδικίας που κυνηγάει τη μοίρα τους. Ο Σωτήρης Τσαφούλιας μας συστήνει χαρακτήρες που αναζητούν εκδίκηση με τον πλέον απροσδόκητο τρόπο. Και έχει φροντίσει να μας καταστήσει σαφές ότι τη δικαιούνται απολύτως από την πρώτη στιγμή.

Ενώ, βέβαια, πρόθυμα στέκεται κανείς στο πλευρό των ηρώων στην αντίδραση τους απέναντι σε θανατηφόρες αδικίες που υπέστησαν από ένα άκαμπτο πλέγμα εξουσίας, όσο αόριστα και αν αυτό σχηματίζεται, τα πράγματα δεν (θα έπρεπε να) είναι τόσο καθαρά στις επιμέρους χαρακτηρολογικές σχέσεις που διαμορφώνουν μεταξύ τους. Η αταλάντευτη προσέγγιση της πρωταγωνιστικής επτάδας ως θυμάτων που έχουν όλα τα δίκια του κόσμου δημιουργεί διάφορες ατυχείς επιπλοκές. Για παράδειγμα, στη σχέση του κρατούμενου Μιχάλη με την εν διαστάσει σύζυγό του, οι δημιουργοί της σειράς δείχνουν να μη βλέπουν τίποτα το φορτικό, ενώ η συνθήκη που διαμορφώνεται μεταξύ τους βασίζεται σε έναν στυγνό συναισθηματικό εκβιασμό που ωραιοποιείται εξοργιστικά. Αντίστοιχα, οι κοινωνικές ευαισθησίες που διέπουν τη σειρά εμφανίζονται με υπέρμετρη ευθύτητα, υπηρετούν την πρωτόλεια διαμαρτυρία και τη δικαιολογημένη οργή για την αναλγησία, η οποία όμως φλερτάρει με την υπεραπλούστευση, αν όχι με τον λαϊκισμό. Δε βοηθούν και τα τσιτάτα που χρησιμοποιούνται αφειδώς («δε θα γίνω γιουσουφάκι κανενός εκμεταλλευτή»).

Το Ριφιφί, βέβαια, διαθέτει θέλγητρα και αρετές που ξεδιπλώνονται σταδιακά στα έξι επεισόδια. Λαμβάνοντας χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1990, «ζωντανεύει» μια εποχή που έχει κάπως βιαστικά καταχωρηθεί στη συλλογική μνήμη ως περίοδος ευμάρειας και στέκεται σε ήρωες που βρίσκονται στη σκιά της οικονομικής ανάπτυξης. Τα μουντά χρώματα της παλέτας του μεταφέρουν με ακρίβεια τον τόνο της αφήγησης, που δεν επενδύει ιδιαίτερα στο σασπένς και στις γενικότερες συμβάσεις μιας heist movie/series, όσο στην απεικόνιση των εύθραυστων ψυχισμών των ηρώων που ανακτούν σταδιακά κάτι από τη ρημαγμένη αξιοπρέπειά τους. Παράλληλα, το καστ αποτελείται κατά βάση από ηθοποιούς που έχουν ταυτιστεί με μια πιο κωμική νότα, οι οποίοι όμως δεν προσπαθούν απλώς να αποδράσουν από την ταυτότητά τους, όπως συχνά συμβαίνει με ταλαντούχους ηθοποιούς που καλούνται να σπάσουν τη μανιέρα τους. Ακόμα και σε στιγμές που οι διάλογοι (και οι μονόλογοι) τους ωθούν σε δραματουργικά άβολες καταστάσεις, όπως οι διαδοχικές εξιστορήσεις της προσωπικής πορείας του καθενός στο τρίτο επεισόδιο, όλοι τους διατηρούν την επαφή με τον συναισθηματικό πυρήνα των ηρώων που υποδύονται.

Ακόμα, οι καίριοι χώροι της αφήγησης έχουν διαμορφωθεί με λεπτομέρεια. Μπορεί κανείς, λόγου χάρη, να παρατηρήσει σε κάθε κάδρο την επιμέλεια με την οποία έχει στηθεί η δημόσια υπηρεσία στην οποία εργάζεται η Όλγα, ιθύνων νους του σχεδίου. Ο Τσαφούλιας στέκεται ιδιαίτερα στο εντυπωσιακό modus operandi αυτών των «ηρωικών λούζερς», για να θυμηθούμε την παραπλήσιας θεματικής αργεντίνικη ταινία με τον Ρικάρντο Νταρίν (Heroic Losers). Το κλειστοφοβικό τούνελ είναι ένα πεδίο μετάβασης στο οποίο όλοι βρίσκονται κατά καιρούς και ελπίζουν να τους οδηγήσει υπογείως στη γη της επαγγελίας. Ο δημιουργός καταγράφει τις κοπιώδεις προσπάθειες της ομάδας μεθοδικά και υπομονετικά. Ο ήχος του βαγονέτου στις αυτοσχέδιες ράγες, τα υποστυλώματα που αναρωτιόμαστε διαρκώς αν θα αντέξουν, το χώμα και η σκόνη, τα πάντα είναι απολύτως χειροπιαστά, σαν να μας καλούν να τρυπώσουμε και εμείς μερικά μέτρα κάτω από την άσφαλτο και να παρακολουθήσουμε από κοντά την υλοποίηση του παράδοξου πλάνου.
Το Ριφιφί εστιάζει σε ανθρώπους που συνήθως μένουν πολύ μακριά από τη βιτρίνα, βυθισμένους στο πένθος, που ψελλίζουν δειλά τα παραπονεμένα λόγια τους μέχρι να βρεθούν μαζί υπό τη σκέπη ενός κοινού οράματος. Διασπά το φορτισμένο κλίμα του με διαρκείς νότες χιούμορ, κάποτε βεβιασμένες, ενώ δεν εξιδανικεύει το περιθώριο στο οποίο τοποθετεί τους ήρωές του. Δεν υπάρχει τίποτα το ρομαντικό στην ατελέσφορη βιοπάλη τους, ούτε στη βία που υπέστησαν από ένα εξουσιαστικό σύμπλεγμα που τους παραμερίζει διαρκώς. Επιλέγει, βέβαια, να μην γκριζάρει καθόλου τους χαρακτήρες, κατευθύνοντας την αφήγηση σε μια υπερβολικά συγκινησιακή κατεύθυνση και ερεθίζοντας τα ένστικτα αγανάκτησης του κοινού απέναντι στις τράπεζες. Δεν προσφέρει ούτε κάποιον ισχυρό ανταγωνιστή που πιθανώς να λειτουργούσε ευεργετικά για την κατανομή του συναισθηματικού βάρους, φευγαλέα μόνο τον βρίσκει στο πρόσωπο του αστυνομικού που διευθύνει τις έρευνες στα τελευταία επεισόδια. Εν τέλει, όμως, η σειρά ως έχει συνιστά μια τηλεοπτική πρόταση που στέκεται με αξιώσεις, παρότι σκοντάφτει σε αρκετά σημεία της διαδρομής.














