What's On Hamnet (2025)

26 Ιανουαρίου 2026 |

Hamnet (2025)

Σκηνοθεσία: Κλόι Ζάο
Παίζουν: Τζέσι Μπάκλεϊ, Πολ Μέσκαλ, Έμιλι Γουότσον, Τζο Άλγουιν, Τζακόμπι Λουπ
Διάρκεια: 126′

Στο Άμνετ, η φύση που περιβάλλει τους χαρακτήρες είναι καθοριστικός παράγοντας της αφήγησης. Η Άνιες συνδέεται με το δάσος με έναν μυστηριώδη τρόπο, κατά βάση ακατανόητο για τους υπόλοιπους, ακόμα και για τον ίδιο της τον σύζυγο. Η επαφή της με τα δέντρα και τα βότανα είναι σχεδόν βιωματική, η αφή και η ακοή της επιζητούν διαρκώς τα φυσικά ερεθίσματά, είναι για εκείνη ένα υπαίθριο σπίτι πολύ πιο δοτικό από το δικό της. Στη φύση, άλλωστε, παραδίδεται ήδη από την πρώτη σεκάνς, με την οποία μας συστήνεται, σαν μέρος ενός υπερβατικού σκηνικού, σε απόλυτη αρμονία με τον ρυθμό του. Στο περιβάλλον του νεαρού καθηγητή λατινικών θα εισέλθει σαν νύμφη, εκείνος θα γοητευτεί, θα την ακολουθήσει και σύντομα θα παντρευτούν, με την Άνιες ήδη έγκυο, παρά τις ενστάσεις από τους οικείους τους.

Λίγον καιρό μετά, αφού έχει έρθει στον κόσμο η πρώτη τους κόρη, εκείνος θα αποχωρήσει για το Λονδίνο, με παρότρυνση της συζύγου του, προκειμένου να διαφύγει από τον μαρασμό της αγγλικής υπαίθρου και να εξελίξει το ταλέντο του στη συγγραφή, αφήνοντας την υπόσχεση ότι θα επιστρέφει συχνά. Η Άνιες δε θα τον ακολουθήσει, παρά τις διαρκείς προσκλήσεις. Θα μείνει πίσω και θα φέρει στον κόσμο δίδυμα, αλλά το χαρμόσυνο αυτό γεγονός θα επισκιαστεί από ένα όραμα που συνοδεύει την Άνιες από μικρό κορίτσι και της έχει αποκαλύψει ότι στο νεκροκρέβατό της θα βρίσκονται δύο παιδιά, όχι τρία. Έτσι, η τραγωδία του Άμνετ αρχίζει να ξετυλίγεται με τη γέννησή του, από τις πρώτες στιγμές δίπλα στη φιλάσθενη αδερφή του, με μια θανάσιμη προοικονομία και μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία που θα διαλύσει την οικογενειακή ισορροπία.

Η Μάγκι Ο’ Φάρελ, συγγραφέας του ομότιτλου βιβλίου αλλά και σεναριογράφος της ταινίας, μαζί με την Κλόι Ζάο, δανείστηκε από την ιστοριογραφία ένα περιθωριακό πρόσωπο προκειμένου να συνθέσει μια μυθοπλαστική επανόρθωση. Ο Άμνετ, γιος του Γουίλιαμ Σαίξπηρ και της Αν Χάθαγουεϊ, πράγματι έφυγε από τη ζωή πριν καν εισέλθει στην εφηβεία, πιθανόν χτυπημένος από την πανούκλα, όμως αυτό το γεγονός υπήρξε (κατά τη συγγραφέα) πάντοτε υποβαθμισμένο στην βιογραφική καταγραφή του βάρδου. Έτσι, λοιπόν, σαν ένας καβαφικός Καισαρίων, ο Άμνετ της Ο’ Φάρελ και της Κλόι Ζάο, έρχεται να αποκαταστήσει τη θέση του. Η τέχνη των δύο γυναικών δίνει στο πρόσωπό του αυτήν την ποιητική «ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά», ανυψώνει τον πρόωρο χαμό του σε γενεσιουργό παράγοντα της επιφανέστερης ίσως αγγλόφωνης τραγωδίας, του Άμλετ, με την άδεια που παρέχει η καλλιτεχνική δημιουργία που επιτρέπει τέτοιες παραχαράξεις.

Τα δεσμά που ενώνουν την ιστορία του άτυχου παιδιού με τον σαιξπηρικό Δανό πρίγκιπα, όπως τουλάχιστον προκύπτουν στη μεγάλη οθόνη, είναι ομολογουμένως άτονα, δε μπορούν να αναζητηθούν με πειστικότητα στο κείμενο του Άμλετ. Αυτή η φαινομενική αδυναμία, όμως, συνιστά εν τέλει ένα από τα ομορφότερα στοιχεία της ταινίας. Το φιλμ της Ζάο κάπως απατηλά υποδηλώνει ότι θα επικεντρωθεί στην τραγωδία πίσω από την τραγωδία, στο πένθος, δηλαδή, για τον θάνατο του νεαρού αγοριού που αποτέλεσε τη συναισθηματική αφετηρία για το πασίγνωστο έργο. Στην πραγματικότητα, όμως, όπως καθιστά σαφές το φινάλε του, ανιχνεύει μια πολύ πιο σύνθετη διαδικασία. Τη σχεδόν μεταφυσική ικανότητα της τέχνης να μας ξεναγεί στον ανοίκειο κόσμο του ακατάληπτου, ακόμα και όταν αυτός επιφυλάσσει για εμάς το σκληρότερό του πρόσωπο, να καθοδηγεί τον σπαραγμό μας προς μια γόνιμη κατεύθυνση, να κρατά ανοιχτό ένα αχνό φως μες στα σκοτάδια, να επιδρά μέσα μας σχεδόν μεταφυσικά, όπως η φύση στην καρδιά της Άνιες. Εκείνη, άλλωστε είναι προικισμένη με ένα τέτοιο χάρισμα, ο συγγραφέας όμως υποχρεούται να αναζητήσει τη λυτρωτική υπέρβαση στον αόρατο κόσμο της μυθοπλασίας, που μοιάζει τόσο ανεπαρκής, κι όμως κρύβει σύμπαντα ολόκληρα. Έτσι, το Άμνετ αντί να αναλωθεί στις περιστάσεις που γέννησαν τη σχεδόν ομώνυμη τραγωδία, αναζητά τον χώρο που ξεκλειδώνει μέσα μας η τέχνη, και τι ομορφότερο για ένα έργο που κατοικεί στο σταυροδρόμι τριών αφηγηματικών τεχνών υπό το φως (αλλά και τη σκιά) του αρχετυπικού δραματουργού του Δυτικού κόσμου.

Η μεγάλη σεκάνς του φινάλε, βέβαια, είναι ένα κόσμημα και ως κινηματογραφική κατασκευή, με το σκηνικό δάσος να αντικαθιστά το πραγματικό και τη μελετημένη κινησιολογία της. Την εισπράττουμε ολόκληρη από την υποκειμενική θέση της Άνιες, νιώθουμε την αμηχανία με την οποία εισέρχεται σε αυτή την πρωτοφανή για την ίδια κατάσταση. Οι προσδοκίες της για ένα θέαμα που σχετίζεται ευθέως με τον γιο της δεν βρίσκουν ανταπόκριση, τα πάντα μοιάζουν προσποιητά, σαν φτηνή απομίμηση, σαν ασεβής χρήση του ονόματος του νεκρού, ή έστω της ηχητικής του παραφθοράς. Η Άνιες βλέπει να εκτυλίσσεται μια ιστορία εκδίκησης με φαντάσματα και αναρωτιέται οργισμένη τι σχέση μπορεί να έχει με την απώλειά της. Και όμως, όταν το έργο βρει τον τρόπο να καταρρίψει τις άμυνές της, να ισοπεδώσει τις αντιρρήσεις και τον θυμό της, ο Άμλετ δε θα είναι πλέον ένας Δανός πρίγκιπας που ζητάει την εκδίκηση για τον φόνο του πατέρα του και την ενδοοικογενειακή μηχανορραφία, αλλά εκείνος ο απελπισμένος νέος που αναζητά εναγωνίως τον τρόπο να διαφύγει από τα αδιέξοδα του θρήνου, να διαχειριστεί το ασήκωτο βάρος της απώλειας, μια αδύναμη φιγούρα που πασχίζει να βρει ακόμα τάξη σε έναν κόσμο που έχει σημαδευτεί οριστικά από τον θάνατο, ένας ακόμα τυραννημένος από τη μνήμη. Σαν την Άνιες. Σαν τον Γουίλ.

Το συναισθηματικό ταξίδι που ακολουθεί η ταινία μέχρι να φτάσει στο κλείσιμό ωριμάζει απότομα από τον θάνατο του Άμνετ, μια σεκάνς όπου η Τζέσι Μπάκλεϊ αγγίζει τις πλέον απαιτητικές υψηλές τονικότητες του ρόλου. Μέχρι εκείνο το σημείο της δραματικής κορύφωσης, το Άμνετ εξερευνά το φυσικό του τοπίο, τον ήπιο μυστικισμό του και τα σύμβολα που προαναγγέλουν το τραγικό συμβάν (η τρύπα στο δέντρο και ο θάνατος του γερακιού είναι δύο από τα πλέον εξέχοντα). Στέκεται στη γνωριμία του ζευγαριού που καθορίζεται από την έμφυτη τάση του καθηγητή στην αφήγηση ιστοριών. Η Άνιες του ζητά να της πει μια ιστορία και εκείνος της μιλάει για τον Ορφέα και την Ευρυδίκη, μια υπενθύμιση της ικανότητας της σαιξπηρικής γραφής να ενσωματώνει προϋπάρχουσες θρυλικές αφηγήσεις, και ταυτόχρονα μια προειδοποίηση για την τραγική πορεία των γεγονότων που έπονται.

Οι δρόμοι των δύο ερωτευμένων θα χωρίσουν, διότι η αγάπη δε μπορεί να γεφυρώσει τη δυσαρμονία τους ως προς την επαφή με το περιβάλλον. Εκεί όπου η Άνιες ανθεί, ο σύζυγός της μαραίνεται. Το άγγιγμα, καθοριστικό υπερβατικό στοιχείο της γνωριμίας και του έρωτά τους, είναι πλέον ανέφικτο.  Έτσι, ο Σαίξπηρ, ανώνυμος μέχρι το τελευταίο στάδιο της ταινίας, θα είναι πλέον ο μεγάλος απών, μια φιγούρα που φλέγεται από τύψεις, ο άνθρωπος που δεν ήταν εκεί. Δίπλα στη σαρωτική εμφάνιση της Μπάκλεϊ, που ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στις εκδηλωτικές στιγμές και τις πιο χαμηλόφωνες, στέκει αντάξια ο Πολ Μέσκαλ, σε μια μάλλον παραγνωρισμένη ερμηνεία, λυγίζοντας υπό την οικογενειακή παρακαταθήκη του βίαιου πατέρα του και την εκκωφαντικό κρότο της δικής του απουσίας.

Κατά την εξερεύνηση του θρήνου, πάντως, η ταινία εμφανίζει ορατές αδυναμίες, καθώς η cut-to-black μέθοδος στο μοντάζ χρησιμοποιείται μάλλον αδόκητα, ενώ παράλληλα η δημιουργός δεν επενδύει τον αναγκαίο χρόνο στην πένθιμη συνθήκη και τα χρόνια περνούν κάπως βιαστικά. Η αφήγηση, βέβαια εξακολουθεί να διαθέτει ανά σημεία την πηγαία δύναμή της, όπως η σεκάνς του αποχωρισμού, όταν μετά τον θάνατο του παιδιού ο Γουιλ ανακοινώνει στην Άνιες ότι πρέπει να επιστρέψει στην πρωτεύουσα. Απομένει ωστόσο η αίσθηση μιας κάποιας αμηχανίας πριν το εμφατικό φινάλε, με τη σεκάνς όπου ο συγγραφέας μονολογεί «To be or not to be» να συνιστά ίσως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Η Κλόι Ζάο, λοιπόν, σταδιακά εγκαταλείπει την αιθέρια κινηματογράφηση, προς μια κατεύθυνση υπερβάλλουσας θεατρικής απεικόνισης του πόνου, αφήνοντας στην άκρη όσα εν γένει συνέθεσαν την ατμόσφαιρα της ταινίας. Το Άμνετ, ωστόσο, εξακολουθεί να βρίσκει αποτελεσματικά τον τρόπο διατηρήσει τον συναισθηματικό του πυρήνα, ακόμα κι αν καταλήγει να μετέρχεται άλλα μέσα, πολύ πιο ευθύβολα από αυτά που είδαμε στη μεγαλύτερη διάρκειά του. Δεσπόζει άλλωστε ένα χειμαρρώδες φινάλε που εν πολλοίς τακτοποιεί και τις αστοχίες που προηγήθηκαν. Οι μομφές περί υπερβάλλοντος λυρισμού ή συναισθηματισμού είναι δόκιμες, αλλά το φιλμ της Ζάο φυλάει τις απαντήσεις για το φινάλε, κι αν δεν μας καλύπτουν απόλυτα, θα είναι ψέμα να πούμε ότι μας άφησαν ασυγκίνητους.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑