Reviews Equus

28 Ιανουαρίου 2019 |

0

Equus

Σκηνοθεσία: Σίντνεϊ Λιούμετ 

Παίζουν: Ρίτσαρντ Μπάρτον, Πίτερ Φερθ

Διάρκεια: 137′

Ο Άλαν Στρανγκ είναι ένας δεκαεπτάχρονος σε οξεία πνευματική σύγχυση, δράστης ενός ειδεχθούς εγκλήματος. Μία νύχτα, τελώντας σε ψυχωτικό επεισόδιο που οφειλόταν σε αδιευκρίνιστες συνθήκες, τυφλώνει έξι άλογα. Η αποτρόπαιη πράξη του τον οδηγεί σε υποχρεωτική ψυχιατρική θεραπεία και θεράπων ψυχίατρός του ορίζεται ο Μάρτιν Ντάισαρτ. Καθώς όμως ο καταξιωμένος ιατρός, ειδικός στη θεραπεία νέων οι οποίοι παρουσιάζουν αποκλίνουσα συμπεριφορά που δημιουργεί πεποίθηση ψυχοπάθειας, αρχίζει να ξετυλίγει το νήμα της παθολογικής αντίδρασης του Άλαν, οδηγείται σε μία σαρωτική εσωτερική διαμάχη και στην εκ βάθρων αμφισβήτηση των ηθικών ορίων του επαγγέλματός του.

Η σχέση ιατρού και ασθενή τοποθετείται στο κέντρο της αφήγησης του Equus. Οι περισσότερες καίριες πληροφορίες για τον ψυχισμό των δύο πρωταγωνιστών αποκαλύπτονται στο πλαίσιο κάποιας συνεδρίας. Μέσα από την αλληλεπίδρασή τους, ο Ντάισαρτ προσεγγίζει τον πυρήνα της διαταραχής του Άλαν, αποκαλύπτοντας τα ελατήρια της ενέργειάς του. Αντιλαμβάνεται ότι ο νεαρός λατρεύει έναν δικό του θεό, τον Έκβους, προσωποποιημένο σε κάθε άλογο. Είναι όμως οι δικές του πεπιεσμένες σκέψεις που έρχονται στην επιφάνεια · η κατάργηση των παραδεδεγμένων αξιών του επέρχεται σχεδόν αυτόματα. Μέσα από τη λειτουργία του αντιθετικού διπόλου, ο Λιούμετ αναπτύσσει κινηματογραφικά τις σκέψεις του Σάφερ σχετικά με τις κοινωνικές νόρμες, την αναμενόμενη «κανονική» συμπεριφορά, την εξαντλητική εξομάλυνση των ανθρώπινων συμπεριφορών και τελικά την ολοσχερή απώλεια του πάθους από τη ζωή του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου.

Ο Άλαν Στρανγκ βρίσκεται στη δίνη ενός ενοχικού συμπλέγματος σεξουαλικών και θρησκευτικών εμμονών. Η ιδιοσυγκρασία του είναι αποτέλεσμα της συνεχούς καταπίεσης των παιδικών και εφηβικών του ενστίκτων που γέννησε πλήθος απαγορευμένων καρπών. Στις πρώτες αναγνωριστικές ερωτήσεις του Ντάισαρτ, ο Άλαν αποκρίνεται αναμασώντας τσιτάτα τηλεοπτικών διαφημίσεων της εποχής. Όσο η σχέση τους θεμελιώνεται και ο ψυχίατρος καταδύεται στις αναμνήσεις του νεαρού, συνειδητοποιεί ότι η τηλεόραση ήταν ένας μόνο από τους απαγορευμένους καρπούς της παιδικής ηλικίας του Άλαν, γιατί ο πατέρας του τη θεωρούσε παράγοντα διάβρωσης της ηθικής συνείδησης και δεν επέτρεπε την παρακολούθηση τηλεοπτικών προγραμμάτων. Έτσι, η μητέρα του τον φυγάδευε συχνά σε ένα γειτονικό σπίτι ώστε να ενδώσει στην τηλεοπτική αμαρτία.

Προερχόμενος από ένα σπίτι που είχε εξορίσει το πάθος και μεγαλώνοντας ανάμεσα σε δύο γονικές φιγούρες που μολονότι ετερώνυμες είχαν πάψει προ πολλού να έλκονται, ο Άλαν επηρεάστηκε ξεχωριστά από τον κάθε γονέα και από την αξιοθρήνητη μεταξύ τους συνύπαρξη, που στερούνταν αληθινού συναισθήματος, επικοινωνίας και εν τέλει ουσιαστικού συνδετικού κρίκου. Βίωνε την οδύνη της ενοχής που κάθε τέκνο βιώνει παρατηρώντας τους γονείς του να αδυνατούν να συμβαδίσουν. Ευρισκόμενος στο μάτι του κυκλώνα που δημιούργησαν από κοινού η θρησκόληπτη μητέρα του και ο φανατικά άθεος πατέρας του, κηδεμονεύτηκε θεολογικά από τον διχασμό.

Η Ντόρα, μητέρα του Άλαν και συνταξιοδοτημένη δασκάλα, ήταν αυτή που μύησε το παιδί της από τα πρώτα στάδια της ζωής του στη μυστηριώδη φύση της θρησκείας και δη της χριστιανικής. Τοποθέτησε στο δωμάτιο του μία εικόνα του Χριστού που υπέφερε για να εξαγνιστούν οι θνητοί από τις αμαρτίες τους και να οδηγηθούν στη θέωση. Στο πλαίσιο της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης του Άλαν, φρόντισε να ορίσει τη σεξουαλική πράξη –και μέσω αυτής την ίδια τη σεξουαλική επιθυμία– μέσω της πνευματικής της υπόστασης, ανάγοντας και αυτήν σε θρησκευτικό/θεολογικό επίπεδο.

Στον αντίποδά της, ο Φρανκ, πατέρας του Άλαν, είναι βυθισμένος στη μικροαστική μιζέρια. Σκληροπυρηνικός σοσιαλιστής, στην ουσία του βαθύτατα συντηρητικός, αδυνατεί να έρθει σε επαφή με τον γιο του, παρά μόνο μέσω εξάρσεων οργής και αντίδρασης απέναντι στη χριστιανική διαπαιδαγώγησή του. Σεξουαλικά καταπιεσμένος ο ίδιος, αισθάνεται ότι δεν είναι στη φύση του να συζητάει αμήχανα ζητήματα με τον ανήλικο γιο του και περιορίζεται σε στείρες, ανεξήγητες απαγορεύσεις που λειτουργούν αντίστροφα από ο, τι προσδοκούσε.

Κάποια στιγμή ο Φρανκ σε μία έκρηξη οργής του που πυροδοτείται από θρησκευτική αφορμή  διαρρηγνύει με μίσος την χριστιανική εικόνα που βρισκόταν πάνω από το κρεβάτι του Άλαν και την αντικαθιστά με την εικόνα ενός αλόγου. Αυτή ήταν και η στιγμή που ο Άλαν άρχισε να διαμορφώνει τη θεολογική του εκτροπή. Τούτη η βίαιη αντικατάσταση της εικόνας τον οδηγεί στην εσωτερική υποκατάσταση του θεολογικού αντικειμένου. Ο Χριστός έγινε Ίππος, Έκβους. Τα χαρακτηριστικά του παρέμειναν ίδια: θυσιάζει την υπεράνθρωπη δύναμή του για να υπηρετεί τους ανθρώπους και, καθ’ ομοίωση του χριστιανικού Θεού βλέπει τα πάντα, πονάει για κάθε ανθρώπινη αμαρτία και κρίνει ακατάπαυστα μέχρι και την τελευταία ενδόμυχη σκέψη και επιθυμία του Άλαν.

Μία δεύτερη εμπειρία που διαμόρφωσε την λατρευτική δραστηριότητα του Άλαν είναι η συνάντησή του με έναν μοναχικό καβαλάρη κατά την προεφηβική του ηλικία. Ήταν η στιγμή που ένας άγνωστος  άνδρας τον προσκάλεσε να ανέβει στο άλογο και να ιππεύσουν μαζί. Μία ανάσα ελευθερίας σε ένα πανταχόθεν αποπνικτικό περιβάλλον για τον μικρό, που διακόπηκε ξαφνικά από τις οργίλες κραυγές του πατέρα του και τα κηρύγματα περί της αναξιότητας του επικίνδυνου μπον βιβέρ που διαβαίνει τον δρόμο της κακίας. Η ονειρώδης αυτή ανάμνηση του Άλαν έμελλε να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη μετέπειτα θρησκευτική του προσήλωση στα άλογα. Ο Έκβους ταυτίστηκε με την ελευθερία, με την αναγνώριση της απαγορευμένης έλξης, μία αίσθηση που ο Άλαν δεν γνώρισε ποτέ εντός του οίκου του.

Η λατρευτική ακολουθία που τηρούσε ο Άλαν για να δοξάσει τον Έκβους συγκλόνισε τον ψυχίατρο Ντάισαρτ. Οι γεμάτες πάθος βόλτες του νεαρού σε μία δική του γη της επαγγελίας, οι παγανιστικές εκφράσεις αγάπης που ξεκλείδωναν για τον Άλαν μία εμπειρία που υπερέβαινε τις ανθρώπινες αισθήσεις, υπενθύμισαν στον Ντάισαρτ τη δική του αναλωμένη ύπαρξη. Θιασώτης ο ίδιος των αρχαιοελληνικών ηδονών και θεωρητικός υπερασπιστής της πρωτόγονης πλευράς του ανθρώπινου όντος, ταλανίζεται από καιρό πριν τη συνάντησή του με τον Άλαν από έναν εφιάλτη, κατά τον οποίο ο ίδιος δρα ως ιερέας του θεού της ομαλότητας θυσιάζοντας παιδιά στο βωμό του και τροφοδοτώντας την παντοκυριαρχία του. Στα μάτια του νέου του ασθενή είδε έναν αρνητή της κανονικότητας, έναν άνθρωπο που αψηφά τις συμβάσεις που τείνουν να μετατρέψουν τον άνθρωπο σε ένα άνευρο, μαλθακό αντικείμενο. Μία οντότητα πλημμυρισμένη από το πάθος που γεννά η αγνή επαφή του ανθρώπου με το ανώτατο ον, που υπερέβη την αδιανόητη κενότητα της ζωής του και νοηματοδότησε την ύπαρξή του μέσα από την καθολική, ψυχή τε και σώματι, αφιέρωσή του στο θείο.

Για τον Ντάισαρτ, αυτός ο θεός της ομαλότητας τον οποίο υπηρετεί απρόθυμα μέσω της καταξιωμένης εργασίας του είναι ένας δυνάστης του ανθρώπινου πάθους που στερεί από το ον τον αληθινό του προορισμό. Ως αντίπαλο δέος αυτού στέκει ο Έκβους του Άλαν, ένα ενσαρκωμένο θεϊκό υποκείμενο και λατρευτικό αντικείμενο που ζητά από τον έναν και μοναδικό πιστό του να ανακαλύψει όλη του τη θέρμη, να εγκαταλείψει το σώμα του και να ενοποιηθεί με τον Θεό του. Να υπερβεί τα στεγανά της κανονικότητας και του διαδικαστικού χαρακτήρα της κάθε ημέρας, την επίπλαστη ευτυχία της προαστιακής ζωής όπως αυτή που διάγει ο Ντάισαρτ, να εγκαταλείψει το χρυσό κελί που έχουν φιλοτεχνήσει για αυτόν οι κοινωνικές συμβάσεις της ορθής συμπεριφοράς.

Ωστόσο, ο επιφανής ψυχίατρος πλανάται. Ερμηνεύει τον Έκβους, θεό του Άλαν, μέσα από το φακό που υπαγορεύουν οι δικές του στερήσεις και απογοητεύσεις. Οι αποτυχίες του τον οδηγούν στον εξωραϊσμό της κατάστασης του ασθενούς του. Αναμφιβόλως, ο Άλαν λατρεύει τον Έκβους με όλη τη δύναμη που γεννά η ψυχή του και κάθε άγγιγμα στο σώμα Του τον οδηγεί σε μία κατάσταση μέθεξης και αποθεωτικής ηδονής. Οι λατρευτικές τελετές έχουν κάτι το Διονυσιακό, μία φαντασιακή αίσθηση ελευθερίας που πλημμυρίζει τον Άλαν κατά τον τελετουργικό καλπασμό του. Οι καταβολές του Έκβους όμως, όπως πλάστηκε από τον εφηβικό νου του Άλαν που είχε ανάγκη αλλά όχι ικανότητα διαφυγής, ανατρέχουν στη χριστιανική και βιβλική επιμόρφωση του νεαρού. Ακόμα και αν η εκδήλωση της λατρείας θυμίζει παγανιστική τελετή, ο θεός που ο Άλαν λατρεύει δεν έχει καμία στοργή για τον πρωτόγονο εαυτό του εφήβου.

Αντιθέτως, όπως και ο χριστιανικός, είναι ένας ζηλόφθων θεός. Αποστρέφεται την αληθινή ικανοποίηση, απεχθάνεται τη σάρκα και αποδοκιμάζει εκκωφαντικά την αμαρτία. Και ως αμαρτία ερμηνεύει κάθε σωματική επαφή του πιστού του με οποιοδήποτε άλλο κορμί πλην του δικού του. Η ένωση την οποία διακηρύττει, τα δύο σώματα σε μία ενιαία υπερβατική μορφή, είναι απατηλή. Ομοίως με τον θεό του χριστιανισμού, είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Οδηγεί τον Άλαν σε πλήρη ασφυξία, και ακριβώς πριν αυτός τελέσει την ύστατη πράξη προδοσίας, τη συνουσία, βροντοφωνάζει παρών και στερεί κάθε ελπίδα από τον καταπιεσμένο έφηβο. Τα βλέμμα του δεν ησυχάζει ποτέ, καταδικάζοντας τον Άλαν σε αιώνια ομηρία. Αυτά τα επικριτικά μάτια είναι που θέλει να εξαφανίσει ο Άλαν και αυτό είναι που τελικά τον ωθεί στο αποτρόπαιο έγκλημά του, μέσα στον στάβλο, τον ναό του Έκβους.

Παρά την πλάνη όμως του Ντάισαρτ ως προς την επίδραση που έχει ο Έκβους στον Άλαν, η ανάλυσή του σχετικά με τις κοινωνικές νόρμες είναι τραγικά εύστοχη. Εκκινώντας από τη  δική του δυστυχία, την άγονη κανονική ζωή του που στερείται οποιασδήποτε μορφής πάθους, ο ψυχίατρος βλέπει κατάματα τη στερητική και στερημένη φύση όλου του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού. Μπορεί ο νόθος θεός του Άλαν να μην αποτελεί επαρκή απάντηση στις παθογένειες του Ντάισαρτ, αλλά αυτό δεν ακυρώνει την εύστοχη συνειδητοποίησή του. Η σύγχρονη ζωή ορίζεται από συμβάσεις που σκοπούν να μετατρέψουν τον κάθε άνθρωπο σε μέσο άνθρωπο. Ο μέσος όρος γνωρίζει μία ολοένα αυξανόμενη άνθηση, που απενεργοποιεί την έκφραση του πάθους και τη μετατρέπει σε ελεγχόμενη αντίδραση. Στη σύγχρονη δυτική κοινωνία, επιτρέπονται σχεδόν τα πάντα, αρκεί να μην οδηγούν σε κάτι που μπορεί να πλήξει τη συνολική κανονικότητα.

Ο Πίτερ Σάφερ, αντλώντας την έμπνευσή του από τα γραπτά και τις σκέψεις του Σκωτσέζου ψυχιάτρου R.D. Laing περί του τι πραγματικά σημαίνει νοητική νόσος, επαναστατεί κατά της εξαντλητικής ομαλότητας του σύγχρονου ανθρώπου που απορρίπτει κάθε διαφορετική θεώρηση ως παθογόνα. Ακολουθώντας τις σκέψεις του Νίτσε, όπως αποτυπώθηκαν στη «Γέννηση της Τραγωδίας», μεταφέρεται στη μήτρα της ίδιας της τέχνης, που είναι η προαιώνια σύγκρουση του Διονυσιακού και του Απολλώνιου στοιχείου σε κάθε άνθρωπο.

Ο Άλαν Στρανγκ, ως πλασματικός εκφραστής του διονυσιακού στοιχείου στην ανθρώπινη συνείδηση και συμπεριφορά, επιχειρεί να αντλήσει το αρχαιοελληνικής αφετηρίας στοιχείο της κάθαρσης για τις αμαρτίες του –που δεν είναι άλλες από την αποτυχία των γονιών του συμβιώσουν, για την οποία αισθάνεται υπεύθυνος–  μέσα από τον θεό του, δίχως επιτυχία. Ο Διόνυσος, στην αρχαιοελληνική παράδοση, υπήρξε ο θεός του χάους, μα και της δημιουργίας, της καταστροφής αλλά και της γονιμότητας. Οι τελετές λατρείας στο όνομά του είχαν σεξουαλική φόρτιση, όπως έχουν και οι λατρευτικές πράξεις του Άλαν. Ο Έκβους όμως δεν είναι διονυσιακή θεότητα, αλλά βιβλική.

Απέναντί του στέκεται ο ψυχίατρος Ντάισαρτ ο οποίος παρουσιάζει κάποια στοιχεία του Απολλώνιου. Είναι αυτός που θεραπεύει τους ασθενείς μέσω της λογικής, που διατηρεί την ισορροπία και την αρμονία. Ωστόσο, περισσότερο συνιστά έναν Σωκρατικό-Θεωρητικό άνθρωπο, που συγκεντρώνει τη γνώση σε σημείο να έχει απομακρυνθεί ανεπιστρεπτί από τη δράση. Γιατί η υπερσυσσώρευση γνώσης, κατά τον Σάφερ και τον Νίτσε, είναι παράγοντας που ματαιώνει την ανθρώπινη δράση. Όσο περισσότερα γνωρίζει κανείς, τόσο δυσκολότερα ενεργεί, πιθανώς γιατί αντιλαμβάνεται τη ματαιότητα των πράξεών του. Απέναντι σε αυτή τη ματαιότητά αντιδρά σπασμωδικά ο Ντάισαρτ, ο οποίος αισθάνεται ότι ο πόνος του Άλαν, παρότι ο ίδιος τον δικό του τον έχει απεμπολήσει προ πολλού, είναι ο δρόμος του για τη λύτρωση από την εξαντλητική ομαλότητα η οποία τον περιβάλλει.

Αυτή είναι ουσιαστικά η τραγική διάσταση του έργου του Σάφερ, την οποία αποδίδει ολοκάθαρα ο Σίντνεϊ Λιούμετ στην κινηματογραφική μεταφορά. Το Equus δεν είναι μόνο η τραγωδία των δύο πρωταγωνιστών του που ασφυκτιούν κάτω από το βάρος της κοινωνικής πίεσης από διαφορετικές θέσεις. Είναι η αρχαιοελληνικής αύρας τραγωδία του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου, που έχει εξοντώσει το animus της θεολογικής πίστης, δίχως να έχει εφεύρει τον αντικαταστάτη του. Ενός πολιτισμού που έχει βρει τον τρόπο να θανατώνει τα πάθη όταν συγκρούονται με το modus convivendi που έχει σκαρφιστεί, αλλά όχι να τα γεννά («Passion, you see, can be destroyed by a doctor. It cannot be created»).

Στο κέντρο αυτής της πολιτισμικής πραγματικότητας τοποθετείται η θεραπεία του πόνου με οποιοδήποτε κόστος. Ακόμα και όταν ο πόνος είναι συνυφασμένος με τον σκληρό πυρήνα της προσωπικότητας, πρέπει να εξαφανιστεί, παίρνοντας μαζί του και την πεμπτουσία του χαρακτήρα του πάσχοντος. Σε αυτό το δόγμα υποκύπτει ο Ντάισαρτ, ως ενσάρκωση της συνειδησιακής κρίσης του μοντέρνου ανθρώπου, παίρνοντας την απόφαση να προδώσει την εμπιστοσύνη του Άλαν και να τον «προγραμματίσει» εκ νέου με τρόπο που θα του εξασφαλίσει μία κανονική, ομαλή ζωή. Έναν βίο απαλλαγμένο από κινδύνους και ακραίες ενέργειες, δίχως την παρουσία του Έκβους που με το επικριτικό βλέμμα του τον εγκαλεί αδιάκοπα. Μία ζωή σαν όλες τις άλλες, καταδικασμένη στη διαδικαστική φύση της απαθούς πραγματικότητας που θα μοιραστεί με τους συγκοινωνούς του.

Το μεγαλείο του Σίντνεϊ Λιούμετ εκφράζεται μέσα από τον εύστοχο συνδυασμό των κινηματογραφικών στοιχείων που χρησιμοποιεί ώστε να αποδώσει στο φιλμ τον πυρήνα του έργου του Σάφερ. Μία επιλογή που είναι αποτέλεσμα της ενδελεχούς μελέτης του θεατρικού και της παρουσίας και συμβολής του ίδιου του συγγραφέα στην παραγωγή της ταινίας. Το θεολογικό ψυχόδραμα συνδυάζεται με μία νουάρ αφήγηση και ο Ρίτσαρντ Μπάρτον, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του ως Μάρτιν Ντάισαρτ, αποτυπώνει με ακρίβεια την ταυτόχρονη αίσθηση της σταδιακής σύνθεσης του προφίλ του Άλαν και του εσωτερικού ψυχορραγήματος του χαρακτήρα του.

Ο Αμερικανός δημιουργός σκηνοθετεί με διαρκή ένταση, απαγορεύοντας στον θεατή έστω και τον στιγμιαίο εφησυχασμό και αντανακλώντας την εσωτερική τρικυμία του ψυχιάτρου. Πρόκειται για μία από τις γενναιότερες μεταφορές δημοφιλούς θεατρικού έργου στη σκοτεινή αίθουσα, με τον Λιούμετ να συναισθάνεται την ευθύνη του απέναντι στο πρωτότυπο υλικό, δίχως όμως να προσκολλάται στα αφηγηματικά στοιχεία που θα το καθιστούσαν αδύνατο να κινηματογραφηθεί.

Αυτό που οι Λιούμετ και Σάφερ βρίσκουν ενδιαφέρον στο στοιχείο της θεολογίας που κυριαρχεί στο Equus είναι η πνευματική φύση της θεολογικής λατρείας που εκλείπει από την κυνική σύγχρονη κοινωνία. Δεν αποκηρύσσουν τα ανθρώπινα επιτεύγματα και την κατάκτηση της γνώσης, ούτε καλούν στην επιστροφή σε μία εποχή που η θεολογική αντίληψη κυριαρχούσε της επιστημονικής. Αυτό που επισημαίνουν είναι ότι το πάθος, εξοβελισμένο σαν δαίμονας από τη σύγχρονη ηθική και αισθητική αντίληψη, είναι μία περίτρανη απόδειξη του περιορισμένου της ανθρώπινης νόησης και ως τέτοια οφείλει να περισωθεί, γιατί νοηματοδοτεί στιγμές κατά τις οποίες η λογική ωχριά. Δεν ενδιαφέρονται για τη σωτηρία της θρησκευτικής διδαχής, αντιθέτως αναγνωρίζουν ότι οι θεοί –ευτυχώς – πεθαίνουν.

Ανιχνεύοντας την ουσία της δολοφονίας του πάθους από την κρατούσα χριστιανική θεώρηση του δυτικού κόσμου, καλούν σε μία νέα αναζήτηση της πνευματικότητας, στο πλαίσιο που έχει ήδη διαμορφώσει η ανθρώπινη πρόοδος. Αμφισβητούν με θέρμη την κυριαρχία της εξαντλητικής κανονικότητας και τα όρια μεταξύ ομαλού και ανωμάλου. Δοξάζουν την έκσταση γιατί βλέπουν σε αυτήν τη ζωογόνο ενέργεια που μπορεί να εμφυσήσει πνοή στην μηδενιστική παντοκρατορία της σύγχρονης εποχής. Και αν ανακαλέσει κανείς τις στιγμές που βίωσε τη σαγήνη της μεγαλοδύναμης έκστασης, θα συμπαραταχθεί ολόψυχα μαζί τους.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑