«Το τζούντο είναι επαφή, και ο κόσμος παρεξηγεί την επαφή» εξηγεί όλο νόημα ο λακωνικός, σταράτος, εκνευριστικά ειλικρινής και σχεδόν μόνιμα μουντρούχος Γιούρι, σε μια φράση που ακούγεται περισσότερο σαν αυτοσαρκασμός για έναν άνθρωπο κλειστό σαν στρείδι. Αλλοτινός θρύλος του τζούντο στα νιάτα του και κατοπινός «αρχιτέκτονας των επιτυχιών» ως προπονητής, όπως έγραφαν κάποτε τα αθλητικά πρωτοσέλιδα για κάθε coach που έφερνε τρόπαια και διακρίσεις, ο Γιούρι διάλεξε να εξαφανιστεί από προσώπου γης ακριβώς τη στιγμή που βρισκόταν στον αφρό. Χρόνια μετά, και χωρίς να έχει μπει ποτέ στον κόπο να δικαιολογήσει αυτή την ακραία απόφαση, είναι πεισμωμένος να ξαναβγεί στην επιφάνεια, αλλά δίχως την παραμικρή διάθεση να αποκλίνει από την κοσμοθεωρία και τις στριφνές συνήθειές του.
Ο Βαγγέλης Μουρίκης υποδύεται έναν δωρικό σαμουράι του τατάμι (μια πιο φωτεινή βερσιόν του ήρωα που υποδύθηκε στο Μικρό ψάρι του Οικονομίδη), με απαρέγκλιτο κώδικα τιμής και μια σιωπή που κρύβει μέσα της ανεπούλωτα τραύματα που περνιούνται λανθασμένα για ένοχα μυστικά. Ενσαρκώνοντας ένα παράπονο που εκδηλώνεται ως μοναχική εμμονή παρά ως ατελείωτη ζοχάδα, ο Γιούρι του Μουρίκη ζει και αναπνέει για την ιερότητα, την πειθαρχία και την ομορφιά του παιχνιδιού. Στην πραγματικότητα, αυτό που κουβαλά ως ασήκωτο βάρος –προσέξτε πως γέρνει και σκεβρώνει στις πιο ανύποπτες στιγμές– δεν είναι ότι στερήθηκε άδικα τη φήμη και τα μεγαλεία, αλλά ότι είδε το σπορ που λατρεύει παθολογικά να μαγαρίζεται από τον ψυχαναγκασμό της πάση θυσίας νίκης κι από την κουλτούρα της εξαπάτησης.

Ο Γιώργος Γεωργόπουλος μάς συστήθηκε αρχικά με τον (ίσως υπέρμετρα) στυλιζαρισμένο αστικό εφιάλτη του Tungsten (2011), οκτώ χρόνια αργότερα κινήθηκε επιτυχημένα σε πιο απαιτητικά μονοπάτια, με τη δυστοπική low-fi κατάμαυρη κωμωδία Δε θέλω να γίνω δυσάρεστος αλλά πρέπει να μιλήσουμε για κάτι πολύ σοβαρό (2019), για να αποτολμήσει στην τρίτη του ταινία το πιο παράτολμο βήμα. Διότι, όσο κι αν ακούγεται παράξενο ή αντιφατικό, μια ταινία είδους και ευρείας απεύθυνσης, μακριά από υφολογικούς ή εννοιολογικούς ψυχαναγκασμούς, με εύληπτη δομή και αφηγηματική κατάστρωση, συνιστά μια μάλλον ριζοσπαστική κίνηση για τα εγχώρια δεδομένα – πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μια ξεκάθαρη sports movie, με άλλα λόγια μια σχεδόν πρωτόπλαστη υποκατηγορία ταινιών για το ελληνικό σινεμά.
Το Πολύ κοριτσίστικο όνομα το Πάττυ (εμφανές το μεράκι του δημιουργού στους πιασάρικους τίτλους) ποντάρει τις μάρκες του στη χιλιοτραγουδισμένη και διαχρονικά γοητευτική ιστορία του αθλητικού αουτσάιντερ που παλεύει να υπερβεί εσωτερικά και εξωτερικά εμπόδια. Παρόλα αυτά, το ενσωματώνει σε ένα αυθύπαρκτο σύμπαν, όπου τίποτα δεν μοιάζει δανεικό κοπιάρισμα, πετυχαίνοντας ένα αξιομνημόνευτο σημείο τομής ανάμεσα στο καλοδεχούμενο κλισέ και τη φρέσκια ματιά. Κλείνοντας γλυκά το μάτι στο Rocky τόσο μέσα από μια σκηνή-ευθύ φόρο τιμής όσο και μέσα από το συνολικό ταξικό πλαίσιο αντιπαραβολής (οι φτωχογειτονιές και τα λιμανίσια μεροκάματα του Πειραιά σαν μακρινά ξαδέρφια των slums της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ) δύο διαφορετικών κόσμων, ο Γεωργόπουλος χτίζει μια ταινία ενηλικίωσης όπου τα πάντα προκύπτουν αβίαστα και φυσικά: από το ανεπιτήδευτο queer love story μέχρι τα παθήματα και μαθήματα ζωής, έως την πατροπαράδοτη (αλλά εντέλει ευρηματική) κλιμάκωση της τελικής αναμέτρησης.

Προικισμένη με αφοπλιστική ειλικρίνεια και αναπολογητική απλότητα, και παρά τις περιστασιακές σεναριακές απλουστεύσεις, η Πάττυ σε προσκαλεί να παραδοθείς σε μια γλυκιά άρση δυσπιστίας (suspension of disbelief), πυροδοτώντας ένα συνενοχικό χιούμορ. Σε απόλυτη σύμπνοια με το Karate Kid (αλλά και το τηλεοπτικό spin-off Cobra Kai), τη δεύτερη δηλαδή βασική πηγή αναφοράς και έμπνευσης, είμαστε (ή γινόμαστε στην πορεία) πρόθυμοι να δεχτούμε πως κάπου εκεί έξω, από τις εργατικές συνοικίες του Πειραιά μέχρι τα ικαριώτικα χωριά, υπάρχει μια αθέατη κοινότητα από φανατικούς του τζούντο, που βλέπουν το ντότζο σαν δεύτερο σπίτι και τον σένσεϊ σαν τον πατέρα που δεν είχαν ποτέ. Κι αυτή ακριβώς η ολόψυχη άφεση σε μια εξόφθαλμη παραδοξότητα είναι το πιο χειροπιαστό αποδεικτικό στοιχείο για την αγαπησιάρικη δύναμη μιας ταινίας που διακηρύσσει με σαφήνεια τις προθέσεις και τον σκοπό της.

Ο Γεωργόπουλος κοδράρει επίμονα και στοργικά το δοτικό πρόσωπο του Μορτ Κλωναράκη (από εκείνα που ο φακός ερωτεύεται χωρίς πολλά πολλά) και το αινιγματικό βλέμμα του Μουρίκη, επιστρατεύει φιγούρες με εκτόπισμα για τους πιο δορυφορικούς χαρακτήρες (Νούσιας, Μπουντάλη), κινηματογραφεί με ορμή και πειστικότητα τις σκηνές αγωνιστικής δράσης (αρετή κάθε άλλο παρά δεδομένη ακόμη για αθλητικές ταινίες μπλοκμπάστερ κατασκευής), ενσωματώνει αρμονικά και διόλου μονολιθικά τις ασθένειες του MeToo και του ντόπινγκ που μολύνουν τον σύγχρονο (πρωτ)αθλητισμό, τοποθετεί την ελευθερία της επιλογής στο υψηλότερο βάθρο. Και φτιάχνει μια ταινία που πίνεται μονορούφι, σαν feelgood σφηνάκι αισιοδοξίας.














