Χθες το βράδυ ονειρεύτηκα πως ξαναγύρισα στο Μάντερλεϊ.
Αυτή είναι η πρώτη πρόταση που ακούγεται στην Πρωινή Περιπολο και θεμελιώνει απευθείας τη συγγένεια της με τη λογοτεχνία και το σινεμά. Αν ακούγεται γνώριμη, είναι επειδή πρόκειται για την εναρκτήρια φράση που ακούγεται στη Ρεμπέκα του Άλφρεντ Χίτσκοκ, αλλά και στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Δάφνης ντι Μωριέ. Η ανώνυμη πρωταγωνίστρια που ενσαρκώνει η Μισέλ Βάλεϊ αναφέρεται σε έναν τόπο στοιχειωμένο, ένα σύμβολο μια αόριστης απειλής. Ένα μέρος που φιλοξενεί το ναυάγιο της μνήμης που όλο και ξεμακραίνει.

Στη δυστοπία του Νίκου Νικολαΐδη, οι άνθρωποι περιφέρονται με αποκλειστικό σκοπό την επιβίωση, σαν μελλοθάνατοι δίχως αφετηρία και προορισμό, ληστεύοντας σταγόνες νερού και υπολείμματα φαγητού. Τελούν υπό την απειλή μιας ένοπλης φρουράς που εκτελεί επιτόπου όποιον κινείται, χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις ή καθήκοντα. Η Πρωινή Περίπολος είναι ένα τάγμα θανάτου που επιταχύνει το αναπόφευκτο και εμφανίζεται ως μια παγερή ηλεκτρική φωνή που σκεπάζει το πένθιμο σκηνικό. Είναι επιφορτισμένη με την εξολόθρευση της ανθρώπινης παρουσίας από μια πόλη που περιέργως δείχνει να διατηρεί στοιχειωδώς τη λειτουργία της, αγκαλιάζοντας τον θάνατο που την περιβάλλει.
Το σινεμά στο συγκεκριμένο φιλμ είναι ένα μέρος που υποκαθιστά τόσο τη μνήμη όσο και την επικοινωνία. Η ανώνυμη πρωταγωνίστρια κοιτάει την οθόνη, άλλοτε τη μικρή και άλλοτε τη μεγάλη, αποσβολωμένη, προσπαθεί να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τους χαρακτήρες από τα νουάρ της δεκαετίας του 1940, όμως αποτυγχάνει κάθε φορά. Η επαφή είναι μονόπλευρη, το σινεμά είναι πομπός, όχι δέκτης. Αντίστοιχα, αδυνατεί να γίνει η κιβωτός της μνήμης που δείχνει να προσδοκά η πρωταγωνίστρια. Διότι ο κινηματογράφος είναι ένα μέσο αναπαράστασης και ανακατασκευής, η μετάπλαση μιας πραγματικότητας που έχει πλέον εκλείψει στον κόσμο της Περιπόλου. Ο κινηματογράφος είναι μια παγίδα, όπως αναφέρει ο χαρακτήρας του Τάκη Σπυριδάκη. Υπάρχει μια στιγμή στην ταινία όπου η Μισέλ Βάλεϊ σκεπάζεται με μερικές λωρίδες φιλμ, σαν να επρόκειτο για κάποιο γυαλιστερό σάβανο. Το σινεμά στην Πρωινή Περίπολο είναι νεκρό, δείχνει να υπονοεί ο Νικολαϊδης, και αν όχι νεκρό, ένα λείψανο περασμένης δόξας ενός κόσμου που έχει πάψει να δίνει άλλα σημεία ζωής. Και όμως, σε μια γοητευτική αντίφαση, η ίδια η ταινία μοιάζει ορκισμένα σινεφιλική, με δεκάδες κινηματογραφικές αναφορές στο σώμα της, από τα ένδοξα φιλμ νουάρ μέχρι τη σύγχρονή της επιστημονική φαντασία. Blade Runner, Terminator αλλά και Stalker είναι λίγοι μόνο από τους συγγενείς της.

Στην Πρωινή Περίπολο, η θάλασσα που αναζητά η γυναίκα λειτουργεί ως το μοναδικό στοιχείο που επιτρέπει στη φαντασία να αντιστέκεται, μια προσδοκία την αέναης κίνησης της ως αντίδοτο στη νεκρική ακινησία και το θανάσιμο κλίμα της πόλης. Ταυτόχρονα, όμως, η θάλασσα ορίζει την απελευθέρωση από την τυραννία της ασθενικής μνήμης. Οι ήρωες της Πρωινής Περιπόλου βρίσκονται φυλακισμένοι στην απόπειρα να θυμηθούν· με άλλα λόγια, να ανασυγκροτήσουν μια ταυτότητα που έχουν στερηθεί. Η θάλασσα δε θα τους δώσει πίσω το παρελθόν, αλλά θα τους επιτρέψει ένα μέλλον. Η λύση, λοιπόν, στον βασανιστικό αποκλεισμό τους σε ένα παρόν που συνιστά απλώς προθάλαμο του θανάτου, δεν είναι η ανασυγκρότηση του παρελθόντος, που μοιάζει αδύνατη, ούτε η αγκίστρωση στα εναπομείναντα κελεύσματά του, όπως οι κλασικές ταινίες. Είναι η θάλασσα ως μια αφηρημένη υπόσχεση για αναγέννηση.
Η Αθήνα της ταινίας εμφανίζεται ως μια βαριά και αποπνικτική μητρόπολη, σαν ένας τόπος που έχει διαγράψει τις μνήμες του μαζί με την ανθρώπινη παρουσία. Οι δρόμοι γυαλίζουν από την υγρασία, οι μεταλλικές κατασκευές, οι σκουριασμένες μπάρες και οι σωλήνες σχηματίζουν ένα τοπίο που μοιάζει περισσότερο με εγκαταλελειμμένο εργοτάξιο παρά με πόλη που κάποτε γέμιζε από ζωή. Δεν υπάρχει ούτε ίχνος από το ένδοξο παρελθόν της· η πόλη δεν έχει Παρθενώνα, δεν έχει μνήμες, δεν έχει «ταυτότητα», όπως ακριβώς και οι χαρακτήρες της, που κινούνται μέσα της σαν όντα δίχως ρίζες, σαν φαντάσματα που εμφανίστηκαν σε έναν ξένο τόπο και δε βρίσκουν ποιον να στοιχειώσουν. Η Αθήνα γίνεται ένας τόπος βαθιάς αποξένωσης, μια πόλη τόσο αφιλόξενη που φαντάζει εξωανθρώπινη, σχεδόν σαν κατασκεύασμα αλλότριου πολιτισμού, ένα υγρό και μηχανικό κουφάρι. Μια πόλη που βρίσκεται σε σήψη και πεθαίνει σχεδόν εξακολουθητικά.















