Berlinale 2026: Είμαι ο μοναχικός Έλβις της Βιέννης
Του Ανδρέα Τύρου
Τα μουσικά είδωλα δεν έπαψαν να επισκέπτονται το σινεμά, από τους Rolling Stones και τους Doors έως τους Φρέντι Μέρκιουρι, Μπομπ Ντίλαν, Εντίθ Πιάφ, Νταλιντά και, πρόσφατα, τον δικό μας Καζαντζίδη. Στις Κάννες, πρόπερσι, ο Elvis. Στην Βενετία πέρυσι ο αντίλογος της γυναίκας του (Πρισίλα: η βασίλισσα ενός έρημου γάμου). Φέτος, το Βερολίνο υποκλίνεται στον γνησιότερο επίγονο του Αμερικανού αστέρα και μιαν ξεχωριστή περσόνα της μουσικής πινακοθήκης της Βιέννης.
Πρόκειται για τον συνθέτη, κιθαρίστα και τραγουδιστή Αλ Κουκ, ο οποίος υποδύεται τον εαυτό του στην ταινία-έκπληξη του διαγωνιστικού The Loneliest Man in Town (Αυστρία), των Ράινερ Φρίμελ και Τίτσα Κόβι. Γεννημένος τον Φεβρουάριο του 1945 ως Αλόις Κοχ, μεγαλώνει σ’ ένα πληκτικό, επαρχιακό περιβάλλον, ώσπου να τον ερεθίσουν ο ήχος των blues, του ροκ και τα μιούζικαλ, με πρωταγωνιστή τον Έλβις Πρίσλεϊ. Μεγαλώνοντας στη Βιέννη, εξελίσσεται σ’ έναν από τους πλέον αυθεντικούς μπλουζίστες, με πάνω από είκοσι επιτυχίες στη δισκογραφία του, δεκαετίες συναυλιών και ζωντανών εμφανίσεων επικεφαλής μουσικών σχημάτων, όπως και συγγραφέας της αυτοβιογραφίας που τροφοδοτεί και το σχετικό, σεναριακό υλικό.

Στα 80 του, βρίσκεται αντιμέτωπος με την αναγκαστική έξωση από το διαμέρισμα-μαυσωλείο όπου κατοικούσε ολομόναχος από πάντα, συντροφιά με τις αναμνήσεις του, τα βινύλια, τις μαγνητοφωνήσεις, τα βιβλία, τα γηρασμένα έπιπλα, τη συντροφιά των καιρών του. Ένας καλλιτέχνης της αναλογικής εποχής απέναντι στη βίαιη αλλαγή, τον ψηφιακό περίγυρο και τους νέους, άγνωστους ιδιοκτήτες του προς ανακαίνιση κτιρίου. Είναι ο εκπατρισμός και το ταξίδι στο Μέμφις, η μόνη επιλογή; Μήπως η επανεμφάνιση μιας φωτογράφου, πρώην αγαπημένης του, τον μεταπείσει; Στο μεταξύ, η διήγηση κοντά στο ύφος του Καουρισμάκι, η επιτυχής ανάμειξη του χιούμορ και του δράματος, της τρυφεράδας και της μελαγχολικής ενατένισης του κόσμου, η βαθύτερη ανθρωπιά και η αληθινή θέρμη, μας κερδίζουν και μας συγκινούν.
Ανάμεσα στους δύο σκηνοθέτες, ο Αλόις ποζάρει πριν από την επίσημη πρεμιέρα με το καρό σακάκι, τη γραβάτα, τα δίχρωμα σκαρπίνια και τα γκρίζα μαλλιά, όπως τις τελευταίες του συναυλίες. Σε μια εβδομάδα, συμπληρώνει τα ογδόντα ένα. Μια βράβευση δεν θα αποτελούσε το ιδανικό δώρο γενεθλίων; Ύστερα από μιαν απέραντη παρέλαση χαρακτήρων σ’ αναζήτηση ταυτότητας και πεπρωμένου, να κι ένας που έχει εγκαίρως κατακτήσει την πρώτη, μα δεν ελέγχει πια το δεύτερο. Το φάντασμα του Μισισιπή, το ταξίδι με το ποταμόπλοιο, η ατμόσφαιρα του παρελθόντος, επανέρχονται με σφοδρότητα. Μαζί με το φάντασμα του Έλβις, στο Mystery Train του Τζιμ Τζάρμους. Έτσι συμβαίνει, καμιά φορά τα φαντάσματα σε ταινίες -ζωντανούς οργανισμούς δείχνουν πιο ευκίνητα και αληθινά σε σύγκριση με τους ήρωες-αγάλματα σε ταινίες-μουσεία (αλλά αυτό δεν πρέπει να φτάσει στ’ αυτιά του Καποδίστρια).

Λοιπόν, κιθαρίστας –μπλουζίστας ή πιανίστας– τζαζίστας; Εύκολη η απάντηση, ύστερα από την μετριότατη εντύπωση που προκαλεί η δεύτερη μουσική βιογραφία του διαγωνιστικού προγράμματος, το ασπρόμαυρο, φλύαρο και εγκεφαλικό Everybody Digs Bill Evans του Γκραντ Γκι, που εστιάζει στις εβδομάδες του 1961, όταν ο διάσημος εκπρόσωπος της λευκής τζαζ αποσύρεται προσωρινά και, ανίκανος να διαχειριστεί την απώλεια σε τροχαίο του μπασίστα συνεργάτη του, καταφεύγει στην ηρωίνη και, στη συνέχεια, στην οικογενειακή φροντίδα. Όχι, δεν έχει χρώμα η τζαζ, όπως δεν γνωρίζουν γεωγραφικούς, φυλετικούς ή άλλους περιορισμούς η μουσική, η δημιουργικότητα, η φαντασία και η δεξιοτεχνία. Μην ξεχνάμε τον Μανόλη Χιώτη που, δίχως περιφρόνηση για τους ομοτέχνους του (τους μπουζουξήδες), ο ίδιος αυτοπροσδιοριζόταν ως… μπουζουκίστας.













