What's On Suburbicon

27 Οκτωβρίου 2017 |

0

Suburbicon

Σκηνοθεσία: Τζορτζ Κλούνι

Παίζουν: Ματ Ντέιμον, Τζούλιαν Μουρ, Όσκαρ Άιζαακ

Διάρκεια: 104′

Πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια, οι φοβεροί και τρομεροί αδερφοί Κοέν είχαν γράψει ένα σενάριο για ένα ντόμινο φόνων που εκτυλίσσεται σε ένα τυπικό καλοβαλμένο και αποστειρωμένο σκηνικό αμερικανικών προαστίων, στη δεκαετία του ’80. Για τον φίλο τους Τζορτζ Κλούνι, ο οποίος παραδοσιακά υποδύεται κάποιον όχι και τόσο ευφυή χαρακτήρα στις ταινίες τους, είχαν κατά νου τον βραχύ, αλλά τελείως πιασάρικο, ρόλο ενός ασφαλιστή που ανακαλύπτει τη βασική πλεκτάνη. Το παρατημένο αυτό πρότζεκτ ανέβαλε, λοιπόν, ο Τζορτζ Κλούνι, αλλάζοντας την πλοκή σε ορισμένους ουσιώδεις άξονες.

Πρώτον, μεταφέρει τη δράση από τα 80s στα 50s, μία εποχή που ταιριάζει γάντι με τον διάκοσμο των προαστίων, ο οποίος αποκτά αυτόματα βάθος, υπόσταση και όγκο. Δεύτερον, προσθέτει ένα παράλληλο στόρι ρατσιστικών διακρίσεων, που λειτουργεί ως υπόκωφος βόμβος στο πίσω φόντο. Η διακριτική αυτή γαρνιτούρα του επιτρέπει του να αφήσει ένα ολίγον προφανές, αλλά μολαταύτα ντελικάτο, κοινωνικό-πολιτικό σχόλιο, στα γνώριμα στάνταρ της Democrat πτέρυγας του Χόλιγουντ.

Το Suburbicon, που αντλεί προφανώς τον τίτλο του από τη λέξη suburbia (προάστια), τρόπον τινά σηματοδοτεί την επάνοδο του Κλούνι σε σκηνοθετική φόρμα, με την αρωγή όχι τόσο του σεναριακού ντελιρίου των Κοέν (που εδώ κινούνται σε πιο αδύναμα, για τα υψηλότατα στάνταρ τους, επίπεδα, του τύπου Burn After Reading), αλλά της πονηρής και σαρκαστικής τους ματιάς. O Κλούνι εγκαταλείπει τον αφόρητα βαρετό και νυσταλέο ακαδημαϊσμό που καταδίκασε το The Monuments Men σε παταγώδη αποτυχία και κινείται σε ρυθμούς που ταιριάζουν με το κοενικό σύμπαν. Είναι πιο σπιρτόζος, είναι διατεθειμένος να παιχνιδίσει ειρωνικά με τα κάδρα, τα χρώματα και τα πλάνα, είναι αλέγρος χωρίς να έχει ανάγκη να διατυπώσει σοβαροφανώς τον όποιο προβληματισμό του.

Το Suburbicon, λοιπόν, είναι μία τεχνητή πόλη, ένα προκάτ κατασκεύασμα, που προέκυψε από την ανάγκη των Αμερικάνων αστών να ξεφύγουν από όλα όσα τους έπνιγαν στην καθημερινότητα μίας μεγαλούπολης των ΗΠΑ. Να δραπετεύσουν από τα μποτιλιαρίσματα, την εγκληματικότητα, τη διαφθορά και, φυσικά, από την παρουσία των Άλλων, με το Α κεφαλαίο. Διότι σε αυτή την απομονωμένη νησίδα αποβλακωμένης ευτυχίας, υπάρχει η σύγκλιση όλων των αμερικάνικων φυλών, από τη Νέα Υόρκη ώς το Οχάιο και τον Μισισιπί, αρκεί να τηρείται ένα θεμελιώδες προαπαιτούμενο: το λευκό δέρμα.

Η έλευση της πρώτης οικογένειας έγχρωμων στο Suburbicon δρομολογεί μία κατάσταση κλιμακούμενης έντασης, η οποία ξεκινά από τη λογική στρέβλωση των έννοιας των ατομικών ελευθεριών και των πολιτικών δικαιωμάτων, περνά από το αλλοτριωμένο δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού και καταλήγει, όπως κάθε θρίαμβος της μωρίας, σε μία έκρηξη τυφλής βίας. Την ίδια στιγμή, κάτω από τη μύτη των μαχητών της καθεστηκυίας «ελευθερίας», διαδραματίζονται ειδεχθή εγκλήματα, στυγερά φονικά, αλλεπάλληλα φθονερά παιχνίδια εξαπάτησης. Και φυσικά, ό,τι λειτουργεί αρχικά ως πλάνη, εκτόνωση και αλλοίωση της πραγματικότητας, σε δεύτερο επίπεδο θα επωμιστεί τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου και της Κολυμβήθρας του Σιλωάμ.

Η αρχική μαγιά του σεναρίου των Κοέν είναι λιγότερο αστεία απ’ όσο διατείνεται και διαλαλεί, έχει αρρυθμίες, έχει διάφορα φούιτ που δεν την πολυενδιαφέρει να καλύψει, εφόσον οι ρόδες κουτσά-στραβά συνεχίζουν να κυλούν. Διαθέτει, όμως, και σπίθες εκείνου του απολαυστικού sui generis μισανθρωπισμού που διακρίνει το έργο τους, εκείνης της αταλάντευτης πίστης στην ανθρώπινη βλακεία που κινεί τους νόμους της ζωής, ωσάν αναπόδραστο φυσικό φαινόμενο.

Παράλληλα, είναι γεμάτο κλεισίματα ματιού χιτσκοκικού χαρακτήρα, για τη διττή ταυτότητα, για την υποδόρια εξουσία που ασκεί η σεξουαλικότητα, τα μονίμως ατελή ανθρώπινα πλάνα, την αγιάτρευτη νοσηρότητα των συμπτώσεων. Το Suburbicon είναι εύθυμο και κεφάτο χωρίς να γίνεται σε καμία στιγμή λαχταριστά ντελιριακό, είναι προικισμένο με σκοτεινές πινελιές, αλλά όχι σκοτεινό καμβά. Κι αποδεικνύεται στιβαρό στα fundamentals και λίγο άτολμο στο βήμα παραπάνω. Εντάξει, κάλλιο πέντε και στο χέρι, παρά δέκα και καρτέρι.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑