What's On Shoplifters

6 Δεκεμβρίου 2018 |

0

Shoplifters

Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-έντα

Παίζουν: Μάγιου Ματσουόκα, Σακούρα Άντο, Κίριν Κίκι 

Διάρκεια: 121′

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ, όπου ο παγετός καιροφυλακτεί, ένας πατέρας, μαζί με τον γιο του, μπαίνουν χαρωπά κι εύθυμα στο σούπερ μάρκετ. Συνεννοούνται με αυτοματοποιημένα νοήματα και βλέμματα, σχεδόν σαν να υπακούουν σε μια ακαθόριστη χορογραφία. Δεν θα γεμίσουν το καλάθι, αλλά θα παραφουσκώσουν τσέπες, τσάντες και πανωφόρια με ό,τι μπορούν να ξαφρίσουν. Είναι το κατάδικό τους τελετουργικό, η συγκολλητική ουσία που τους συνδέει.

Επιστρέφοντας σπίτι, συναντούν για πολλοστή (όπως υπονοείται) φορά ένα μικρό κοριτσάκι, παρατημένο στο κρύο του μπαλκονιού, από δύο αδιάφορους γονείς. Θα την κουβαλήσουν μέχρι το σπίτι τους, ένα παράπηγμα υπερφορτωμένο με ανθρώπινα κορμιά και αμέτρητα αντικείμενα. Θα την περιθάλψουν και θα την φροντίσουν. Σε μια συμβολική τελετή μύησης, θα της δώσουν νέο όνομα, θα αλλάξουν τα μαλλιά της, θα κάψουν τα παλιά της ρούχα.

Στο σύμπαν αυτού του σπαρακτικού χαρτογράφου της συναισθηματικής δίνης που ονομάζουμε «οικογένεια», του εξαίρετου Ιάπωνα Χιροκάζου Κόρε-έντα, τα φαινόμενα είναι καταδικασμένα να αναιρούνται και να διαψεύδουν την αρχική εντύπωση που μεταδίδουν, χωρίς όμως ποτέ να εξαπατούν ηθελημένα. Στον μικρόκοσμο των φτωχοδιάβολων κομπιναδόρων του Shoplifters, η κλοπή δεν είναι ποτέ φορτισμένη με τη χροιά ενός εγκλήματος ή ενός ηθικού παραπτώματος. Την ίδια στιγμή, δεν είναι ποτέ απενοχοποιημένη ή δικαιολογημένη, με το πρόσχημα της ανέχειας, της ανάγκης και της λύσσας για επιβίωση. Ομοίως, η αρπαγή ενός μικρού κοριτσιού, που αποδεικνύεται αδιαπραγμάτευτα απρόθυμο να επιστρέψει στην «αληθινή» της οικογένεια, δεν λογίζεται ως απαγωγή, αλλά ως διάσωση αγάπης.

Οι χαρακτήρες του Shoplifters δεν μεμψιμοιρούν για τη μοίρα που τους έλαχε. Δεν σφίγγουν καρδιές και γροθιές για να διεκδικήσουν ένα μεγαλύτερο κομμάτι στην πίτα, δεν νιώθουν αδικημένοι, ασχέτως αν είναι σφηνωμένοι στην τελευταία τρύπα του ζουρνά. Δεν είναι αθώοι, πλανεμένοι ή μεταμελημένοι, είναι φιλοχρήματοι, άπληστοι και συμφεροντολόγοι, αλλά ποτέ δεν θα φανούν τσιγκούνηδες στη στοργή και το χάδι. Για κάθε αποκάλυψη που μας φέρνει στο φως μικροπρεπή αλισβερίσια, εξαγορασμένα αισθήματα και καταναγκαστική συνύπαρξη, ξεπροβάλλει ένα πελώριο αντιστάθμισμα.

Ένα συναισθηματικό απόθεμα που συνυπάρχει αρμονικά με την αγριάδα ενός στρεβλωμένου, αλλά εν τέλει στέρεου, σπιτικού, που έχει χτιστεί στην αλληλεξάρτηση, στα δια βίου ένοχα μυστικά που ενώνουν, στην εκατέρωθεν πίκρα της εγκατάλειψης. Στοργικές συμβουλές, αθέατες κινήσεις ενσυναίσθησης, λιτές κουβέντες ανοχής και συγχώρεσης. Ένα βροντερό, μέσα στη σιωπή του, ψιθυριστό «ευχαριστώ», μπροστά σε μια -υπερβολικά αληθινή για να μην είναι όνειρο- εικόνα ολοκλήρωσης και πληρότητας.

Μια αμήχανη, χιουμοριστική, υποδειγματική στο στήσιμό της, ερωτική σκηνή, που μοιάζει κλεφτή και αγαπησιάρικα παραβατική, σαν ένα γλυκό δώρο προς τους πρωταγωνιστές της ταινίας. Μια συλλογή από στιγμές «κλεμμένης» ευτυχίας, από εκείνες που ανήκουν κανονικά σε ένα άλλο κόσμο, λιγότερο συμφεροντολόγο και σκληρό, με μια πιο αληθινή, και όχι τυπολατρική, ευαισθησία. Μια συρραφή από στιγμές που στοιχειοθετούν και ορίζουν την πραγματική, και όχι τη ληξιαρχική – γενεαλογική, αίσθηση της οικογένειας.

Οι Κλέφτες Καταστημάτων αφήνουν το αληθινό ζουμί της ιστορίας να καταφθάσει υπομονετικά και μεθοδικά, σαν απόσταγμα της αληθινής σοφίας, αυτής που απορρέει από την έλλειψη προκαθορισμένων απαντήσεων. Χωρίς να βροντοφωνάζει σε καμία στιγμή της διαδρομής, διερωτάται όλο πιο έντονα, όλο και πιο φωναχτά. Τι χαρίζει σε μια κατάσταση και σε μια επαφή τον ψόγο της ενοχής ή το χρίσμα της αθωότητας; Σε τι συνίσταται ο ουσιαστικός δεσμός μιας οικογένειας; Πώς ενσταλάσσεται η αγάπη μέσα μας, πώς μπορεί και σφιχταγκαλιάζεται ορισμένες φορές με τη σκληρότητα, την απόρριψη και την ιδιοτέλεια; Γίνεται μια διδαχή για το καλό και το κακό να μην τα περιλαμβάνει αμφότερα;

Το ονειρεμένο κατόρθωμα του Shoplifters είναι ότι θρέφει ένα μυστήριο στο ίδιο μικροσκοπικό κουκούλι στο οποίο μας έχει πείσει να φωλιάσουμε, εκεί όπου έχουμε βουλιάξει και οι ίδιοι μέσα στις ζωές των ηρώων της ταινίας. Αναρωτιόμαστε χωρίς να πανικοβαλλόμαστε από την άγνοια, ανυπομονούμε χωρίς να αγκομαχούμε. Και στο τέλος, σκεπαζόμαστε με την κουβέρτα που μας προσφέρει, χωρίς ποτέ να μας έχει κρύψει ότι έχει πολλή παγωνιά εκεί έξω.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑