What's On Τελευταία κλήση (2026)

24 Μαρτίου 2026 |

Τελευταία κλήση (2026)

Σκηνοθεσία: Σέριφ Φράνσις

Παίζουν: Ορφέας Αυγουστίδης, Μαρία Ναυπλιώτου, Γιώργος Μπένος, Δημήτρης Λάλος, Νίκος Ψαρράς, Ερρίκος Λίτσης, Ρένια Λουιζίδου

Διάρκεια: 93′

Την παραμονή της πρωτοχρονιάς του 2000, σε ένα μικρό διαμέρισμα στο Παγκράτι, εισβάλλει ένας καταζητούμενος από την αστυνομία, οπλισμένος με μια απασφαλισμένη χειροβομβίδα. Κρατά ομήρους τέσσερις ανθρώπους, μέλη της ίδιας οικογένειας, και προβάλλει μια απροσδόκητη απαίτηση: να μιλήσει ζωντανά με έναν συγκεκριμένο νεαρό και άβγαλτο δημοσιογράφο μεγάλου τηλεοπτικού δικτύου, στον οποίο πρόκειται να αποκαλύψει τα αιτήματά του. Η τύχη των ομήρων, αλλά και του απαγωγέα, διαμορφώνεται σε απευθείας μετάδοση στις οθόνες της χώρας, ενώ η αστυνομία συγκεντρώνεται κάτω από το διαμέρισμα και καλείται να βρει μια κάποια λύση στο πρωτοφανές περιστατικό.

Η Τελευταία κλήση μεταπλάθει μια ιστορία από αυτές που δικαιολογούν τη στερεότυπη ρήση ότι «συγκλόνισαν τη χώρα». Η υπόθεση του Σορίν Ματέι υπήρξε ένα σημείο που όμοιό του δεν έχει γνωρίσει ποτέ άλλοτε η εγχώρια τηλεοπτική ιστορία. Ένας δημοσιογράφος (όχι βέβαια άπειρος) κλήθηκε από το πουθενά να εκτελέσει χρέη διαπραγματευτή με τον απαγωγέα, χωρίς καμία ειδίκευση, εμπειρία ή αρμοδιότητα, ενώ οι αστυνομικές δυνάμεις ήταν για ώρα άφαντες και, όταν εν τέλει ανέλαβαν δράση, η κατάληξη ήταν μια τραγωδία σε ζωντανή πανελλήνια μετάδοση. Το σχετικό υλικό από εκείνη τη νύχτα (που δεν διαδραματίστηκε, ωστόσο, παραμονή του Μιλένιουμ) είναι κάτι παραπάνω από συνταρακτικό, ένα μνημείο αστυνομικής δυσλειτουργίας και τηλεοπτικού κυνισμού.

Το φιλμ του πρωτοεμφανιζόμενου Σέριφ Φράνσις αποκλίνει αισθητά από τα πραγματικά γεγονότα, διατηρεί όμως στον πυρήνα του εκείνο ακριβώς το σύγκρυο που προκαλεί η φωνή του απαγωγέα στον αέρα της τηλεόρασης, το αίσθημα ότι αυτό που συμβαίνει δεν είναι δυνατόν να είναι αληθινό, πρέπει να είναι κάποιο παράδοξο τηλεοπτικό κατασκεύασμα. Η δράση επικεντρώνεται κατευθείαν στο βασικό θέμα, χωρίς προλόγους και συστάσεις, και τοποθετείται κατά βάση σε τρεις καίριους χώρους: το στούντιο του καναλιού, το σπίτι της οικογένειας και τον δρόμο μπροστά από την είσοδο της πολυκατοικίας, που μαστίζεται από μια αμείλικτη βροχή. Η οργάνωση και ο σχεδιασμός των χώρων είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική: το σαλόνι του διαμερίσματος θαρρείς συστέλλεται ασφυκτικά όσο εξελίσσεται η πλοκή, ενώ το στούντιο, παρά τον πανικό της στιγμής, κυριαρχείται από μια απόκοσμη ησυχία, λες και περιμένει τη φωνή του δράστη για να δονηθεί. Στον δρόμο, η αστυνομία ετοιμάζεται να στήσει το δικό της θέατρο του παραλόγου, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του επικεφαλής αξιωματικού.

Η σφιχτοδεμένη ροή της ταινίας δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα από τα πρώτα λεπτά και διατηρεί την έντασή της καθ’ όλη την ευσύνοπτη διάρκεια. Η αγωνία είναι ανάγλυφη στα πρόσωπα όλων των εμπλεκομένων, ενώ σταδιακά η απελπισία που γνωρίζει καθένας από τους ήρωες, από το δικό του μετερίζι, κερδίζει έδαφος. Ο μουδιασμένος παρουσιαστής, η μπαρουτοκαπνισμένη διευθύντρια των ειδήσεων, ο αξιωματικός που βλέπει τα εμπόδια να ορθώνονται μπροστά του σαν Λερναία Ύδρα, και φυσικά ο απεγνωσμένος απαγωγέας συνειδητοποιούν σταδιακά ότι έχουν βρεθεί σε μια συνθήκη που δεν μπορεί να έχει αίσια έκβαση, όποιες και αν είναι οι ενέργειές τους. Δεν είναι μόνο οι έξωθεν παρεμβάσεις στο έργο και τις επιδιώξεις του καθενός: το ίδιο το σχέδιο μοιάζει με φαταλιστικός εφιάλτης.

Το σενάριο του Φράνσις και της Κατερίνας Μπέη συλλαμβάνει εξαρχής αυτή την εγγενή τραγικότητα. Γι’ αυτό και όταν εγκαταλείπει την προσήλωσή του στο δράμα των χαρακτήρων, τους οποίους έχει συνθέσει με επιμέλεια, και ακολουθεί μονοπάτια θρίλερ συνομωσίας, έως έναν βαθμό προδίδει τον ίδιο τον πυρήνα του. Δεν αφιερώνει τον απαραίτητο χρόνο στην κάθε απίθανη υποπλοκή του, στις οποίες περιλαμβάνεται μέχρι και μια υπόθεση κλοπής όπλων και πυρομαχικών από ένα στρατόπεδο (επίσης με αληθινές καταβολές), με αποτέλεσμα μια αποπροσανατολισμένη εκδοχή της βασικής ιστορίας, γεμάτη αμήχανες νύξεις για πολυπλόκαμα δίκτυα διαπλοκής που ουδέποτε καθίστανται απτά.

Όσο λοιπόν η Τελευταία κλήση εγκαταλείπει σταδιακά τον λειτουργικό υπαινιγμό για τη δομημένη και θεσμική διαφθορά προς μια αφηρημένη καταγγελτική κατεύθυνση, τόσο περισσότερο σπαταλά αυτό που αναβλύζει από την καρδιά της ιστορίας που αφηγείται. Η υπόθεση Ματέι, ως δραματουργική πρώτη ύλη, σχεδόν αυτοδικαίως γεννά προβληματισμούς για την ηθική του τηλεοπτικού βλέμματος ή, εν προκειμένω, της τηλεοπτικής «ακρόασης». Η επικοινωνία γίνεται με πρωτοβουλία του απαγωγέα που θέτει ο ίδιος τους όρους, δημιουργώντας και διευθύνοντας ο ίδιος το τηλεοπτικό προϊόν εν τη γενέσει του.

Αυτή η αντιστροφή των όρων, και μάλιστα με ένα ανατριχιαστικό διακύβευμα, εγείρει το νομικό και δεοντολογικό ζήτημα περί του δικαιώματος της τηλεόρασης να παρίσταται σε μία τέτοια συνθήκη, να την εκπέμπει σε ζωντανή μετάδοση, πόσω μάλλον όταν σχεδόν εξαναγκάζεται από τον απαγωγέα να το κάνει. Το δίκτυο εγκαταλείπει τον ρόλο του, κινείται σε αχαρτογράφητα ύδατα, σε ένα είδος ομηρίας στον ίδιο του τον «αέρα», με τον δημοσιογράφο που καλείται να μεσολαβήσει να προκρίνει το ανθρώπινο ενδιαφέρον για τις τύχες των ομήρων. Η επιλογή, λοιπόν, των δημιουργών να απαλλάξουν το δίκτυο από κάθε κυνισμό, πλην ενός σχηματικού διαπλεκόμενου μεγαλοπαρουσιαστή (στον ρόλο ο Νίκος Ψαρράς κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί), αποδεικνύεται και κινηματογραφικά άστοχη, εκτός από εν γένει συζητήσιμη. Η ταινία, φυσικά, δεν πρέπει να αξιολογηθεί στη βάση της πιστότητας ως προς τα πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα, αν και χρησιμοποιεί αυτούσιες ατάκες του Ματέι που καταγράφηκαν σε ζωντανή μετάδοση («Μια λάμψη μόνο θα δείτε και τίποτα άλλο»). Είναι άλλο όμως οι καλοδεχούμενες αποκλίσεις μιας μυθοπλαστικής αφήγησης από τα γεγονότα και τα πρόσωπα και άλλο η ματαίωση μιας φυσικής προέκτασης της ίδιας της ιστορίας της.

Η παραπάνω επισήμανση, πάντως, δεν διαμορφώνει ολοκληρωτικά την εικόνα της ταινίας. Πρόκειται για μια στέρεα και καλοκουρδισμένη κατασκευή, ερμηνευμένη με ακρίβεια (η χημεία που αναπτύσσουν εξ αποστάσεως ο Γιώργος Μπένος και ο Ορφέας Αυγουστίδης είναι αξιοσημείωτη), που δεν χωλαίνει σε κανένα σημείο της πορείας της. Το διαφαινόμενο επιχειρησιακό φιάσκο της αστυνομίας αποκτά τραγικές διαστάσεις και η δραματική κορύφωση προκύπτει με γνήσια ένταση, παρά τις επιμέρους λοξοδρομήσεις.

Ακόμα, η ομαλή ζωή των ομήρων, όπως ήταν ακριβώς πριν διαταραχθεί από το συμβάν, είναι πάντα παρούσα ως υπόμνηση μιας συνθήκης από την οποία ο καθένας θα μπορούσε να εκπέσει ανά πάσα στιγμή χωρίς καν να ευθύνεται ή να μπορεί να το αποτρέψει. Αυτή είναι, άλλωστε, που προσδίδει αυτό το ανεπαίσθητο ρίγος στη φωνή της διευθύντριας, καθώς επικοινωνεί τακτικά με την ανήλικη κόρη της, στις στιγμές όπου η Μαρία Ναυπλιώτου αφήνει κάτι από την ατσάλινη ψυχραιμία της ηρωίδας να καμφθεί.

Η Τελευταία κλήση δεν σπαταλάει καθόλου χρόνο. Είναι γεμάτη από απελπισμένα τηλεφωνήματα προς όλες τις μεριές και ανθρώπους που βρίσκονται εκτός των ορίων τους και αδυνατούν να επέμβουν καθοριστικά σε μια μοίρα που μοιάζει προδιαγεγραμμένη. Και βαίνει χωρίς δισταγμό προς μια σπαρακτική λύση που κρέμεται σαν απειλή καθ’ όλη τη διάρκειά, αφήνοντάς μας εκεί ακριβώς που τελειώνει το τηλεοπτικό θέαμα. Εκεί, δηλαδή, όπου η τραγωδία των θυμάτων μεταφέρεται εκτός της οθόνης, στις αληθινές, ανείπωτες διαστάσεις της.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑