Κάπου στις εσχατιές της ερήμου, εκεί όπου χάνεται κάθε αίσθηση προσανατολισμού, εκεί όπου εξαϋλώνεται το πριν-μετά του χρόνου παρέα με το μπρος-πίσω του χώρου. Δεκάδες, αν όχι και εκατοντάδες, ηχεία στοιβάζονται το ένα πάνω στο άλλο, σχηματίζοντας ένα νοητό τείχος, ένα συμπαγές μπλοκ, σαν μια μοντέρνα εκδοχή του μονόλιθου στην κιουμπρική Οδύσσεια του διαστήματος. Πολύ σύντομα, ένας υπόκωφος βόμβος, απειλητικός και συνάμα εθιστικός, καταπίνει τα πάντα, απλώνεται σε όλη την απεραντωσιά του γυμνού τοπίου. Ο Νταβίντ Λετελιέ (aka Kangding Ray) υφαίνει τη μουσική υπόκρουση για το τέλος της ανθρωπότητας, με συνοδευτικά όργανα την οχλοβοή του ανέμου, το σύρσιμο της άμμου, το ανθρώπινο ποδοβολητό στα χαλίκια, τη βοή των αμαξιών.

Σε μια παρατεταμένη και εποπτική σεκάνς βυθιζόμαστε σε ένα (εκ πρώτης όψεως) άμορφο πλήθος, που χορεύει μανιασμένα, φλερτάροντας με την απόλυτη έκσταση. Σε μια εποχή που έχει αποχαρακτηρίσει όλα τα σύμβολα, σε ένα σύμπαν αδειανό από νόημα και στερημένο από σκοπό, η ολοκληρωτική παράδοση σε έναν φρενήρη και σχεδόν παγανιστικό ρυθμό μοιάζει με στοιχειώδη εξέγερση, με συμβολική πίστη σε έναν καινούργιο θεό, που δεν θα μπορούσε ποτέ να προδώσει τους ανθρώπους όπως έπραξαν οι προκάτοχοί του. Σταδιακά, η κάμερα κοντοστέκεται και ξεχωρίζει ορισμένες σαράβαλες φιγούρες, προικισμένες (όσο και να ακούγεται νοηματικά παράδοξο) με κάποια ευλογημένη δυσπλασία. Ακρωτηριασμένα άκρα, αυλακωμένα πρόσωπα, ταλαίπωρα κορμιά, πληγές σαν γαλόνια ενός διαχωρισμού από τη μάζα, μιας κάποιας αντίστασης απέναντι σε μια χρεοκοπημένη κοσμοθεωρία και αντίληψη, για ένα τσούρμο από Χαμένα Αγόρια (και Κορίτσια) στη χώρα του Ποτέ.

Κι όμως, αυτή η παρέα των τσακισμένων απόκληρων συγκροτεί έναν πυρήνα οικογένειας, ένα τελευταίο οχυρό κόντρα στη ματαιότητα και τις φρούδες ελπίδες για κάτι καλύτερο. Την ώρα που όλα γύρω τους καταρρέουν, με μια γενικευμένη παγκόσμια σύρραξη να υπονοείται διαρκώς, εκείνοι ρίχνονται με πάθος στο πουθενά και αναζητούν το επόμενο τριπαρισμένο καταφύγιο, αντιστρέφοντας τον διάσημο στίχο του Τ.Σ. Έλιοτ: στη δική τους ανέστια πατρίδα, ο κόσμος θα τελειώσει με κρότο και χαλασμό, αλλά δίχως κανέναν λυγμό για όσα χάθηκαν.
Ξεχωρίζοντας σαν τη μύγα μέσα στο γάλα, ο –με όλους τους τρόπους– μεσήλικας Λουίς (ο αγαπημένος Σέρχι Λόπεθ που, όσο κι αν ακούγεται υπερβολικό, επισκιάζεται φανερά από τους ερασιτέχνες συμπρωταγωνιστές του) γίνεται ο αταίριαστος συνταξιδιώτης της κομπανίας, παρέα με τον ανήλικο γιο του και το σκυλάκι τους, (φαινομενικά) αποφασισμένος να βρει τη μεγάλη του κόρη, η οποία έχει να δώσει σημάδια ζωής εδώ και μήνες. Πέρα για πέρα ηθελημένα και μάλλον συνετά, η ταινία μάς αποκρύπτει συστηματικά οποιαδήποτε νύξη ή πληροφορία για το πιθανότατα τραυματικό οικογενειακό παρελθόν, προσδίδοντας από την πρώτη στιγμή μια μυστηριώδη και συμβολική αύρα στην αναζήτηση του κεντρικού ήρωα.

Έξι χρόνια μετά το Fire Will Come (O que arde, 2019), που είχε κερδίσει το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στο «Ένα Κάποιο Βλέμμα» των Καννών και τον Χρυσό Αλέξανδρο στη Θεσσαλονίκη, ο –γεννημένος στο Παρίσι αλλά με καταγωγή από τη Γαλικία– Όλιβερ Λάσε σκαρώνει μια συρραφή από φιλμικές αναφορές, άλλοτε υπαινικτικές κι άλλοτε εξόφθαλμες σαν σημαδούρες στο ανοιχτό πέλαγος, φεύγοντας και πάλι από την Κρουαζέτ με ένα βαρύτιμο τρόπαιο, αυτή τη φορά το Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής του Διαγωνιστικού Τμήματος.
Πιο συγκεκριμένα, το Sirāt (2025) παραπέμπει αρχικά στο The Searchers (1956) του Τζον Φορντ, μέσα από την αναζήτηση μιας χαμένης κόρης σε έναν άγριο τόπο ανοίκειας ετερότητας. Αμέσως μετά, εξορμά στην έρημο με το γκάζι πατημένο και τα ντεσιμπέλ στη διαπασών, θυμίζοντας έντονα το Mad Max: Fury Road (2015) του Τζορτζ Μίλερ. Η φυγή σε μια no man’s land και το χτίσιμο μιας ταυτότητας μέσα από την πλήρη απώλειά της φέρνει σε μια πιο σκληρή παραλλαγή του αντονιονικού Zabriskie Point (1970), αλλά με μία ουσιώδη διαφορά. Εδώ, η αντικουλτούρα δεν βγάζει πλέον επιδεικτικά τη γλώσσα στην καθεστηκυία τάξη, δεν υπάρχει πλέον λόγος ή περιθώριο για μια τέτοια λυτρωτική ρήξη μιας και τα πάντα έχουν κατρακυλήσει ήδη στον γκρεμό.

Η γεμάτη θανάσιμες παγίδες διαδρομή σε μια αρχέγονη και (κυριολεκτικά) ανελέητη φύση, που δεν χαμπαριάζει από τα ανθρώπινα πάθη και μοιράζει θάνατο χωρίς διακρίσεις, με τα δύο βανάκια να ισορροπούν ανάμεσα σε κινητά κάστρα και τροχοφόρα φέρετρα, κουβαλά απόηχους από το The Wages of Fear (Le salaire de la peur, 1953) του Ανρί-Ζορζ Κλουζό και το Sorcerer (1977) του Γουίλιαμ Φρίντκιν — αμφότερα βασισμένα στο μυθιστόρημα Το μεροκάματο του τρόμου (1950) του Ζορζ Αρνό. Ακόμη ακόμη, το walk of faith του Λουίς, στην αγωνιώδη κορύφωση λίγο πριν το φινάλε, φέρνει (με λίγη καλή θέληση) στο μυαλό τον Χάρισον Φορντ στο Indiana Jones and the Last Crusade (1989) του Στίβεν Σπίλμπεργκ, όταν η πίστη τον βοηθά να χτίσει μια αόρατη γέφυρα στο κενό.
Πάνω απ’ όλα ίσως, ο Λάσε αποτολμά τη δική του καταβύθιση στην «καρδιά του κτήνους», σαν μια άνυδρη και καψαλισμένη βερσιόν του Apocalypse, Now! (1979) του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Σταδιακά, ο τελικός προορισμός ενός ακόμη ξέφρενου απελευθερωτικού πάρτι ξεθωριάζει και σβήνει στον ατελείωτο ορίζοντα της ερήμου, ενόσω η ιερή αποστολή του Λουίς σιγά σιγά ξεφτίζει και λησμονιέται, λες και δεν υπήρξε ποτέ. Αυτή η περιπλάνηση είναι πρωτίστως υπαρξιακή και υπερβατική, σε μια αχανή επικράτεια πέρα από τον πολιτισμό και τις νόρμες του, πέρα από τον δυτικότροπο Λόγο και τους κανόνες του.

Ωστόσο, κι ενώ έχουμε ήδη βυθιστεί σε μια αλληγορική δίνη χωρίς να επιζητούμε απαντήσεις ή διευκρινίσεις, ο Λάσε τοποθετεί ξαφνικά το απόλυτο σοκ στη θέση του οδηγού, προαναγγέλλοντας την τραγωδία λίγο άγαρμπα και βιαστικά στα αμέσως προηγούμενα πλάνα. Φυσικά, το πείραμα πετυχαίνει στην εντέλεια (είναι σχεδόν βιολογικά αδύνατον να αποφύγεις την έκπληξη και την αναστάτωση), χωρίς όμως να κρύβει στιγμή τη φωναχτή του πρόθεση. Εύλογα και αναπόφευκτα, λοιπόν, αναδύεται το κρίσιμο ερώτημα. Αυτή η τόσο κραυγαλέα εξέλιξη σε ποιον βαθμό και με ποιον τρόπο ήταν απαραίτητη και λειτουργική για την εννοιολογική-αφηγηματική-δραματουργική πορεία της ταινίας; Κι αν η απάντηση είναι αρνητική ή έστω χλιαρή, μήπως αυτή η συνειδητή σεναριακή επιλογή κρύβει μέσα της μια διάθεση χειραγώγησης του θυμικού;

Ήδη από τον τίτλο του –μια αραβική λέξη ισλαμικού περιεχομένου από τα Χαντίθ, που περιγράφει την οδό που καλούνται να διασχίσουν οι πιστοί την Ημέρα της Κρίσης προκειμένου να φτάσουν στον παράδεισο– το Sirāt μάς προδιαθέτει για μια συνθήκη θρησκευτικής παραβολής. Οι αναλογίες με το Καθαρτήριο της καθολικής παράδοσης είναι φανερές, η σύνδεση με μία από τις πιο γνωστές ιστορίες βιβλικής θυσίας είναι μάλλον προφανής, αυτό που παραμένει όμως εκκρεμές και διφορούμενο είναι η αναγκαιότητα αλλά και η βιαιότητα ενός άτυπου εξαγνισμού για τους ήρωες, όπως μας είχαν σκιαγραφηθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή. Με άλλα λόγια, ποντάροντας όλες τις μάρκες σε μια μάλλον ουρανοκατέβατη (και όχι δρομολογούμενη, άρα κάπως τεχνητή) ταραχή ο Λάσε κατά κάποιον τρόπο δείχνει ελλειμματική πίστη στον διηγητικό του σκελετό, στα όσα είχε χτίσει έως τότε με επιμελή αφαιρετικότητα.
Η σεκάνς του φινάλε πάντως, τυλιγμένη σε μια μεγαλοπρεπή σιωπή, μας επαναφέρει κατά κάποιον τρόπο στην πρότερη ρότα. Στο αργόσυρτο ρέκβιεμ του πλανήτη, σε μια διαδρομή δίχως αφετηρία ή τερματικό σταθμό (περίπου σαν το τρένο του Snowpiercer [2013] του Μπονγκ Τζουν-χο, με τους παγετούς να έχουν αντικατασταθεί από αμμόλοφους), σε ένα στάσιμο και βαλτωμένο προς-τα-εμπρός.












