Σκηνοθεσία: Τζος Σάφντι
Πρωταγωνιστούν: Τιμοτέ Σαλαμέ, Κέβιν Ο’ Λίρι, Γκουίνεθ Πάλτροου, Οντέσα Α’Ζάιον, Φραν Ντρέσερ, Έιμπελ Φεράρα
Διάρκεια: 150΄
Νέα Υόρκη, αρχές της δεκαετίας του 1950. Οι ανοιχτές πληγές του πολέμου (αλλά και της πρότερης ανέχειας) έχουν μακιγιαριστεί κάτω από την υπόσχεση μιας αυτοδίκαιης και καθολικής ευμάρειας. Σε μια χώρα και σε μια κοσμοθεωρία που έχει αναλάβει αυτόκλητα να ορίσει και να καλουπώσει το «Όνειρο» για λογαριασμό του υπόλοιπου πλανήτη, η επιτυχία είναι εμμονή και η ευτυχία είναι μετρήσιμη. Παρόλα αυτά, το «Όνειρο» έχει δύο λωρίδες. Την υψηλής ταχύτητας του think big, της πάση θυσία κορυφής, της ανθρωποφαγικής αμετροέπειας, αλλά και τον ήσυχο παράδρομο του μικρο(μεσο)αστικού βολέματος και τακτοποιήματος μιας καλοβαλμένης και προβλέψιμης ζωής.
Ο Μάρτι Μάουζερ έχει την πόρτα ανοιχτή και τα σκυλιά δεμένα για τη δεύτερη κουρτίνα. Μια childhood sweetheart που θα παρατούσε αυτοστιγμεί τα πάντα για εκείνον, εγγυημένη θέση διευθυντή σε μια υγιή επιχείρηση, το καθαγιασμένο αμερικανικό ταλέντο του μαλαγάνα που θα μπορούσε να «πουλήσει παπούτσια ακόμη και σε έναν ακρωτηριασμένο». Την ίδια στιγμή όμως, σαν ευλογία και κατάρα μαζί, είναι προικισμένος με ένα θεόσταλτο ταλέντο στο πινγκ πονγκ. Κι είναι αποφασισμένος —με τρόπο δογματικό, εμμονικό και σχεδόν μεταφυσικό, σαν γνήσιο τέκνο της εποχής του δηλαδή— να ξαναβαφτιστεί όπως εκείνος βλέπει τον εαυτό του. Να γίνει «supreme», ακόμη και αν τα πάντα στη ζωή του φαντάζουν ευτελή και στοιχειώδη.

Με πρώτη ύλη τον περιπετειώδη βίο του Μάρτι Ράισμαν (1930-2012), που προσέδωσε στο άθλημα του πινγκ πονγκ ένα αναπάντεχο εκρηκτικό ταμπεραμέντο, ο Τζος Σάφντι αποδεικνύει πως ήταν ο ιθύνων υφολογικός νους πίσω από τα Good Time και Uncut Gems που είχε συν-σκηνοθετήσει με τον αδερφό του, Μπένι Σάφντι. Με τα ντεσιμπέλ στα ύψη, τη μονταζιέρα να παίρνει φωτιά και το σενάριο να εξαπολύει σέρβις σε ρυθμούς πολυβόλου, το Marty Supreme, με αρωγό το ηλεκτρονικό angst του Ντανιέλ Λοπάτιν, μοιάζει τόσο με τον κεντρικό του ήρωα όσο και με το ιστορικό-πολιτικό-κοινωνιολογικό του υπόβαθρο.

Με τον πρώτο μοιράζονται την ίδια ακλόνητη αυτοπεποίθηση και την πίστη σε έναν απώτερο σκοπό: όπως και ο Μάρτι, έτσι και ο Σάφντι δεν πτοείται από τις αλλεπάλληλες και χαοτικές μεταβάσεις, ούτε από τις δαιδαλώδεις υπο-ιστορίες που οδηγούν πίσω στην αφετηρία. Επιπλέον, αμφότεροι είναι απόλυτα πεπεισμένοι πως το τελικό αποτέλεσμα (η μοίρα για τον Μάρτι, η ετυμηγορία του θεατή για τον Σάφντι) θα δικαιώσουν την επιμονή τους, ποντάροντας ασταμάτητα στο χαρτί της γοητευτικής εξαπάτησης.
Από τη μια, ο Μάρτι είναι διατεθειμένος να παραπλανήσει και αποπλανήσει όποιον βρεθεί στο διάβα του, πεπεισμένος πως οι πάντες τού χρωστάνε. Από την άλλη, ο Σάφντι αφήνει τον ήρωά του να βυθιστεί σε μια εσωτερική πλάνη-ψευδαίσθηση μεγαλείου, προτού του επιφυλάξει μια λυτρωτική γείωση. Όσο για το ευρύτερο πλαίσιο, ο φιλμικός χρόνος (ή μάλλον η φιλμική εκδοχή για το πέρασμα του χρόνου) συγχρονίζεται με το λαχανιασμένο αγκομαχητό μιας κοινωνίας που ταυτίζει τη ζωή με πίστα, που αποδέχεται το μόνιμο άγχος της (όποιας) επίτευξης ως υπαρξιακό προορισμό, που θεωρεί πως κανένα δευτερόλεπτο δεν είναι για χάσιμο, ακριβώς επειδή κάθε νανοσεκόντ παρουσιάζονται ουρανοκατέβατες κοσμογονικές ευκαιρίες που απαγορεύεται να προσπεράσεις αν θέλεις να φτάσεις ψηλά.

Ο Τιμοτέ Σαλαμέ, που εξακολουθεί να ωριμάζει ερμηνευτικά και πιθανότητα ήδη προβάρει τον ευχαριστήριο οσκαρικό του λόγο, ενσαρκώνει —σε μια απολαυστική παραδοξότητα— έναν απαράλλαχτο χαμαιλέοντα, που αλλάζει συνεχώς δέρμα και περίβλημα, παραμένοντας ωστόσο ολόιδιος στον πυρήνα του. Φουκαράς φτωχοδιάβολος και μικροκομπιναδόρος hustler, σαν μια πειραγμένη βερσιόν του σκορσεζικού The Color of Money, με ρακέτα αντί για στέκα. Πληγωμένος γιος, ανεπαρκής φίλος, μοιραίος εραστής και ερασιτέχνης ζιγκολό. Κοκαλιάρης Ρόκι του επιτραπέζιου φιλέ, που ιδροκοπάει και προπονείται μέχρι τελικής πτώσης σε υπόγεια καταγώγια. Καταφερτζής αριβίστας που πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες, με φευγαλέες φλασιές προσωπικής ηθικής.

Συνεχώς σε κίνηση, σαν εναλλακτικός ήρωας του σπιλμπεργκικού Catch Me If You Can, που παλεύει τάχα μου να βρει τον εαυτό του ενώ στην πραγματικότητα κάνει ό,τι μπορεί για να τον χάσει ολοκληρωτικά. Έμμεσος φορέας (και περιστασιακός σφετεριστής) ενός συλλογικού τραύματος (Ολοκαύτωμα) που δεν βίωσε ποτέ από πρώτο χέρι. Από τις σουίτες στο Λονδίνο που τρυπώνει με το έτσι θέλω μέχρι τα σαράβαλα μοτέλ στις φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης, ο Μάρτι του Σαλαμέ φοράει αμέτρητες μάσκες, μα υπακούει μονάχα στην εσωτερική φωνή του ψυχαναγκαστικού ατομικού θριάμβου.
Εύλογα και αναμενόμενα, σαν κακομαθημένο παιδί μιας εξίσου κακομαθημένης χώρας, αντιμετωπίζει παιδιάστικα την ήττα που του στερεί την πρωτιά, κατηγορώντας θεούς και δαίμονες αλλά ποτέ τον εαυτό του. Μακριά από τα στερεότυπα των αθλητικών ταινιών, αυτό το underdog δεν έχει ταπεινές ή ρομαντικές καταβολές. Κι είναι διατεθειμένος να διολισθήσει ξανά και ξανά, κάθε φορά όλο και πιο βαθιά, στην αναξιοπρέπεια και στην ταπείνωση (άλλοτε σαν περιφερόμενη εκπαιδευμένη μαϊμού κι άλλοτε σαν παιδάκι που πρέπει κυριολεκτικά να φάει τις ξυλιές του) προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή του.

Ιδιαίτερη μνεία αξίζουν και οι δορυφορικοί χαρακτήρες, που περιβάλλουν τον Μάρτι ως σημαδούρες και ανθρωπότυποι ενός αμετάκλητα ξεπουλημένου κόσμου. Αφενός, η Κέι Στόουν (Γκουίνεθ Πάλτροου), μια αλλοτινή σταρ του σινεμά που αντάλλαξε την τέχνη της για ένα χρυσό κλουβί με αστραφτερά λούσα, πρόθυμη να εξαγοράσει την (ανέφικτη) επιστροφή της στο προσκήνιο. Αφετέρου, ο μεγιστάνας των στιλό Μίλτον Ρόκγουελ, με το διόλου τυχαίο επώνυμο και τον κάπως απλοϊκό βαμπιρικό μονόλογο (ως προαιώνιος βρικόλακας του καπιταλισμού), που διαφεντεύει τα πάντα γύρω του εκτός από την ερωτική επιθυμία μιας συζύγου-τροπαίου, που αντιμετωπίζει καθετί καινούργιο ως μια παρθένα αγορά γεμάτη δυνατότητες, που δεν διαθέτει καν τα ψυχικά εφόδια για να θρηνήσει τον γιο του.

Το Marty Supreme, καταιγιστικό στο τέμπο του και εθιστικό στην κατασκευή του, δεν είναι απρόσβλητο από μικρο-ψεγάδια και ελαφρές αστοχίες. Από τις υποπλοκές που περισσότερο μοιάζουν με ένοχη σεναριογραφική απόλαυση παρά με οργανικές προσθήκες και τα γλυκά μάτια απέναντι στο «τέρας» που κριτικάρει, μέχρι την κάπως πρόχειρη συντριβή-εξιλέωση του κεντρικού ήρωα, που στα χέρια ενός Σκορσέζε πιθανώς να άγγιζε επίπεδα θεολογικής παραβολής. Παρόλα αυτά, διαθέτει (και με το παραπάνω) το θράσος και τη δεξιοτεχνία για να σε ανεβάσει σε ένα roller coaster από το οποίο δεν θέλεις στιγμή να κατέβεις.
Στο τέλος της ιλιγγιώδους διαδρομής, παράλληλα με ατελείωτο τρεχαλητό, ο χρόνος κυλάει και σε μια δεύτερη ροή: εκεί όπου μετράει πραγματικά και αλλάζει τα πάντα μέσα σου. «Welcome to your life, there’s no turning back» τραγουδούν οι Tears for Fears στο θαυμαστά ειρωνικό «Everybody Wants to Rule the World» του φινάλε. Πράγματι. Ενίοτε κυνηγάμε το Έβερεστ, αλλά στην πραγματικότητα ψάχνουμε απλώς τη δική μας αόρατη κορυφή.












