What's On I Swear (2025)

28 Μαρτίου 2026 |

I Swear (2025)

Σκηνοθεσία: Κερκ Τζόουνς

Παίζουν: Ρόμπερτ Αραμάγιο, Μάξιν Πικ, Σέρλι Χέντερσον, Πίτερ Μάλαν

Διάρκεια: 120′

Ελληνικός τίτλος: “Δυστυχώς Βρίζω”

Το I Swear φέρνει στην οθόνη τη ζωή του Τζον Ντέιβιντσον, ο οποίος εμφάνισε σύνδρομο Τουρέτ στα εφηβικά του χρόνια, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν οι γνώσεις της επιστημονικής κοινότητας για την πάθηση ήταν περιορισμένες. Εξελίχθηκε σε έναν δυναμικό υποστηρικτή των ανθρώπων που έρχονται αντιμέτωποι με τη συγκεκριμένη νευρολογική διαταραχή, διεκδικώντας ορατότητα, χώρο και ευαισθητοποίηση. Για να φτάσει σε αυτό το σημείο, ωστόσο, χρειάστηκε να υπερβεί τη δυσπιστία και την αμυντική στάση ενός ολόκληρου κοινωνικού συστήματος και των θεσμών του. Να πείσει και τους πλέον καχύποπτους ότι δεν πρόκειται απλώς για ένα ζήτημα νοοτροπίας ή μια επιθετική στάση ανυπακοής στους κανόνες.

Μπορεί η ταινία του Κερκ Τζόουνς να πραγματεύεται μια νοητική διαταραχή που δε βλέπουμε συχνά στην οθόνη (γοητευτικό, πάντως, το Motherless Brooklyn του Έντουαρντ Νόρτον), αλλά η κοψιά του μας είναι αφάνταστα γνώριμη. Η αόρατη σκηνοθεσία υπηρετεί πρόθυμα την ιστορία και θυμίζει κάθε άλλη στιβαρή βρετανική βιογραφία. Βασίζεται σε μετρημένης διάρκειας σεκάνς που προωθούν διαρκώς την ιστορία και διευθύνει μια αφήγηση ευθύβολη και δίχως περίτεχνα στολίδια. Είναι και αυτό μια αρετή, ένα είδος ταπεινότητας που, ειδικά στο πρώτο μέρος όπου θεμελιώνεται η σχέση μας με τον χαρακτήρα, μαρτυρά και τον σεβασμό του δημιουργού απέναντι στο θέμα που αγγίζει η ταινία του. Με άλλα λόγια, η πεπατημένη δεν είναι πάντα η χειρότερη επιλογή, μερικές φορές το καλύτερο που έχει να κάνει ένας σκηνοθέτης είναι ένα καλό κούρδισμα.

Η μεγάλη παρανόηση είναι να θεωρήσουμε πως μια τέτοια ικανότητα είναι αυτονόητη ή προκύπτει απλοϊκά και αβίαστα. Αντίθετα, για να εξασφαλιστεί ο χώρος σε μια ερμηνεία όπως αυτή του Ρόμπερτ Αραμάγιο να σφραγίσει την ταινία, για παράδειγμα, θα πρέπει να δουλέψουν σωστά αμέτρητες αδιόρατες πτυχές της φιλμοκατασκευής. Η μουσική, λόγου χάρη, να μην μας εκβιάζει υπέρ το δέον. Οι χαρακτήρες με τους οποίους συνδέεται ο κεντρικός ήρωας να μην είναι χάρτινοι και σχηματικοί. Η διάρκεια της κάθε σεκάνς να είναι ακριβώς αυτή που πρέπει, χωρίς να κοντοστέκεται σε υπερβολικά προνομιακές για τους δακρυγόνους αδένες στιγμές, αλλά και χωρίς να ξοδεύει περιττό χρόνο κατά την προώθηση της ιστορίας.

Δεν είναι ότι το φιλμ του Τζόουνς είναι αψεγάδιαστο˙ προσεγγίζει το βιογραφούμενο πρόσωπο με πλεονάζοντα σεβασμό και φοβάται να δείξει γκρίζες συμπεριφορές του. Δείχνει υπερβολικά καλοζυγισμένο για να χωρέσει το βάσανο του ήρωα στην ολότητά του. Η ακτιβιστική συνθήκη στη ζωή του Ντέιβιντσον προκύπτει κάπως βεβιασμένα και τα χρόνια, όσο οδεύουμε στο φινάλε, παρέρχονται γρήγορα, μεταβάλλοντας τον εσωτερικό ρυθμό της ταινίας. Ποτέ, όμως, δεν παίρνει τα μάτια του από την ουσία, τη σαρωτική, δηλαδή, παρουσία του Αραμάγιο, που κατορθώνει να διαλύσει τα στεγανά της βιογραφίας και να δραπετεύσει από κάθε πιθανό κίνδυνο μανιερισμού που είναι σύμφυτος με τον ρόλο.

Ο νεαρός Άγγλος παραδίδει την ερμηνεία της ζωής του, ο δικός του Τζον είναι κάτι πολύ ευρύτερο από μια συλλογή από τικ και ακούσιες βωμολοχίες. Είναι συνεσταλμένος, αλλά διαθέτει οξεία αίσθηση του χιούμορ και μαθαίνει να διασκεδάζει τον πόνο του. Είναι καλόκαρδος, χωρίς να αρνείται τον πόνο που βιώνει. Η σεκάνς με τη μητέρα του προς το φινάλε, χωρίς πολλά λόγια, φωτίζει εύστοχα τα μύχια επίπεδα του χαρακτήρα του και εμφανίζει μια φιγούρα που διαθέτει απροσμέτρητα επίπεδα μεγαλοψυχίας. Ο Αραμάγιο χαράσσει κάθε μικρή πτύχωσή του στην ψυχή μας, ωστόσο είναι συνταρακτικός ακριβώς μετά από κάθε εκρηκτική εκδήλωση της νευρολογικής διαταραχής του χαρακτήρα του, όταν συλλαμβάνει στο μαραμένο βλέμμα του όλα τα αντιφατικά συναισθήματα, τη ντροπή, την απόγνωση αλλά και την αντίδραση στην άδικη στοχοποίηση. Κυρίως, όμως, αυτήν την αφόρητη μοναξιά του πάσχοντα από Τουρέτ που νιώθει παγιδευμένος σε κοινή θέα και απολογείται διαρκώς.

Στο I Swear, με τον ευφυώς δισυπόστατο τίτλο, κυριαρχεί η ευαισθησία και η διάθεση του Κερκ Τζόουνς να αναδείξει σφαιρικά τη συνθήκη του Ντέιβιντσον που μαθαίνει να ζει με το σύνδρομο Τουρέτ και αγωνίζεται να βρει τον ζωτικό του χώρο. Κατορθώνει να διαλύσει τις εσφαλμένες θεωρήσεις για τη συγκεκριμένη πάθηση σε λίγα μόλις λεπτά, καταδεικνύοντας άμεσα το πόσο υποφέρει το ίδιο το άτομο που πάσχει.  Σχεδόν αυτοδίκαια η ταινία εγείρει το ζήτημα της αυταξίας των λέξεων, της εξέτασής τους εκτός του πλαισίου και του κώδικα επικοινωνίας, και τονίζει ότι πίσω από την επιλεκτική ροπή μας προς την κυριολεξία, ιδίως όταν είναι να προσβληθούμε, κρύβεται μια αυθόρμητη οχύρωση στην ιδιωτικότητά μας που μας εμποδίζει να εντοπίσουμε το σχεδόν αυταπόδεικτο: ότι ο υποτιθέμενος υβριστής μας βρίσκεται στη δεινή θέση της στιγμιαίας απώλειας ελέγχου επί των λεχθέντων και των πεπραγμένων του. Το τονίζει και ο αγαπημένος Πίτερ Μάλαν, μέρος ενός αποδοτικού υποστηρικτικού καστ που περιλαμβάνει τη Μάξιν Πικ και τη Σέρλι Χέντερσον, όταν καλείται να εισφέρει στην αίθουσα του δικαστηρίου μια απροκατάληπτη έξωθεν επισκόπηση της κοινωνικής παρουσίας του Τζον.

Δεν παραγνωρίζει, βέβαια, ότι ορισμένες καταστάσεις που προκύπτουν προκαλούν πηγαία το γέλιο ή την αμηχανία. Θα ήταν άδικο να το κάνει, πρόκειται για ένα σημαντικό μέρος της βιωμένης πραγματικότητας ενός ανθρώπου που πάσχει από σύνδρομο Τουρέτ. Φροντίζει, όμως, να υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος αυτός υποφέρει, το σύνδρομο υποβάλει σε μια σκληρή δοκιμασία αυτόν που πάσχει, όχι όσους πρόθυμα θίγονται από λόγια και χειρονομίας άνευ προθέσεως, άρα και ουσιώδους νοήματος. Εν τέλει, το πλέον συναρπαστικό στην ταινία είναι η τρυφερότητα με την οποία στέκεται απέναντι στον κεντρικό της χαρακτήρα και ο χώρος που του εξασφαλίζει να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του προς εκείνους που στέκονται στο πλευρό του.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑