Σπασμένη φλέβα (2025)

Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης

Πρωταγωνιστούν: Βασίλης Μπισμπίκης, Μαρία Κεχαγιόγλου, Μπέτυ Αρβανίτη, Στάθης Σταμουλακάτος, Σοφία Κουνιά, Γιάννης Νιάρρος, Γιάννης Αναστασάκης, Κλέλια Ρενέση, Αναστασία Χατζηαθανασίου

Διάρκεια: 127′

Το κινηματογραφικό σύμπαν του Γιάννη Οικονομίδη –πολύ περισσότερο από οτιδήποτε άλλο έχει εμφανιστεί στο ελληνικό σινεμά ως τάση, ρεύμα ή διάθεση τις τελευταίες δεκαετίες– είναι αυθύπαρκτο και αύταρκες. Πάνω απ’ όλα ίσως, είναι κατά κάποιον τρόπο αυταπόδεικτο και αυτοτροφοδοτούμενο. Αποκτά υπόσταση επειδή συστήνεται εμφατικά και αυθάδικα, σε αναγκάζει σχεδόν με το ζόρι να το αξιολογήσεις, να το κρίνεις και να το βιώσεις, αποκλειστικά και μόνο με βάση τους κανόνες που έχει θεσπίσει το ίδιο. Περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του και διατυπώνει ξανά και ξανά την κοσμοθεωρία του χωρίς όμως να γίνεται –και παρά τα συνεχώς επανερχόμενα μοτίβα– φωτοτυπικά επαναλαμβανόμενο.

Είκοσι και βάλε χρόνια έχουν περάσει από την οικιακή βόμβα οικογενειακής-αστικής-αρσενικής παράνοιας που εξερράγη στο μικροσκοπικό εκείνο Σπιρτόκουτο, πιάνοντας κάπως απροετοίμαστη την εγχώρια κινηματογραφική κοινή γνώμη (και εξαργυρώνοντας αυτό το αυθεντικό σοκ εκθετικά και εξακολουθητικά). Η ψυχή στο στόμα που ακολούθησε, παραγωγή φινιρισμένη σε σύγκριση με το πολύ πιο αφτιασίδωτο ντεμπούτο, εδραίωσε τον βωμολοχικό φορμαλισμό ως σήμα κατατεθέν ευρεσιτεχνίας (τραβηγμένο στα άκρα όσο πουθενά αλλού σε ολόκληρη τη φιλμογραφία του Οικονομίδη, επιλογή μάλλον αναμενόμενη για μια άτυπη καθιέρωση πατέντας), πιστοποιώντας παράλληλα μια σειρά από τεχνικά-κατασκευαστικά χαρίσματα.

Φυσικά, πρώτη και καλύτερη στην παραπάνω λίστα φιγουράρει η παλλόμενη και δυναμική στατικότητα των διαλογικών του κάδρων. Με άλλα λόγια, η χιλιοτραγουδισμένη λεκτική βία του Οικονομίδη εδράζεται σε κάτι πολύ πιο στέρεο και δουλεμένο από τις ευρηματικές ατάκες και το απελευθερωτικό υβρεολόγιο. Αντιθέτως, είναι ζήτημα δομής, γλωσσικού ρυθμού, μοντάζ, σκηνικής παραγωγής και διεύθυνσης ηθοποιών, είναι βατήρας για να αναδυθούν ζητήματα επιβολής και εξουσίας – κι είναι μάλιστα αρκετά ενδιαφέρον ότι στην τωρινή ταινία η πατριαρχική αλλοτρίωση αποτυπώνεται κατά βάση όχι σε μια βερμπαλιστική σύγκρουση αλλά μέσα από μια κουβέντα συμφιλίωσης.

Μετά την ανελέητη κακοποίηση του Ερρίκου Λίτση, ίσως και ασυναίσθητα διαισθανόμενος την παγίδα και τους κινδύνους μιας πρώιμης τυποποίησης, ο Οικονομίδης διαφοροποιείται αισθητικά-εικαστικά-σεναριακά με τον –με τον τρόπο του– χαμηλόφωνο και τολμηρό Μαχαιροβγάλτη. Αμέσως μετά, σαν έτοιμος από καιρό που λέει ο ποιητής, εξελίσσεται ποικιλοτρόπως με το Μικρό ψάρι. Εκεί, μας χαρίζει μια αποσιωπημένη από το hype σκηνή ανθολογίας, από εκείνες που λείπουν από το ελληνικό σινεμά (η γνωριμία μας με τον Στράτο εν ώρα σιωπηλής και θανατερής εργασίας), και αφήνει να διαφανεί μια χαραμάδα αισιοδοξίας, λύτρωσης και ηθικής εξόφλησης για τον ήρωά του, έναν μελβιλικό σαμουράι των γκρίζων ελληνικών πολυκατοικιών. Τη σκυτάλη παίρνει Η μπαλάντα της τρύπιας καρδιάς, όπου ο Οικονομίδης μοιάζει να υπακούει στα κελεύσματα ενός σαρωτικού –πλέον– virality. Το σενάριο έχει μπαλώματα, η καψούρα στο επίκεντρο της δράσης είναι λίγο ξεφούσκωτη, η καλοδεχούμενη παιγνιώδης φάρσα της πλοκής δεν αναιρεί την αίσθηση ενός κολάζ από memeable οικονομιδικές στιγμές, κομμένες και ραμμένες για σοσιομιντιακή αναπαραγωγή.

Πέντε χρόνια περάσαν από τότε και η Σπασμένη φλέβα επιστρέφει στη γενική ρότα που χάραξε το Μικρό ψάρι, ασχέτως αν δεν αγγίζει (κατά την ταπεινή γνώμη του υπογράφοντος, πάντα) τα ίδια επίπεδα διηγητικής πληρότητας. Δίχως περιττές ή φλύαρες εξηγήσεις ή και ψευτο-πολιτικάντικες αναλύσεις, η ταινία μάς μεταφέρει σε μια ασφυκτική in medias res συνθήκη, η οποία ξεδιπλώνεται φυσικά και αβίαστα, σαν ένα προϋπάρχον οικοσύστημα. Πολύ σύντομα, η εισαγωγική –σαν καταστατικός χάρτης της ταινίας από τον Οικονομίδη– ρήση του Ηράκλειτου καταλήγει να αποπνέει μια υποδόρια ειρωνεία. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου είναι μεν ο δαίμονάς του, το αληθινό όμως γνώρισμα του κεντρικού μας ήρωα είναι η πλήρης έλλειψη χαρακτήρα. Η εναρκτήρια σκηνή εξάλλου, με τη χελωνίτσα του μικρού ενυδρείου που θαρρείς παλεύει να μείνει στην επιφάνεια, με συνοδεία το αγχώδες ambient του Μπάμπη Παπαδόπουλου, μας έχει δώσει ευθύς εξαρχής τον τόνο ενός συνεχούς πνιγμού.

Ο Θωμάς Αλεξόπουλος (σε μια ίσως όχι τυχαία επιλογή ονόματος, καθότι είναι σχεδόν ενστικτωδώς άπιστος απέναντι σε κάθε δέσμευση και ρόλο που έχει αναλάβει) είναι ένας εγωμανής χαμαιλέοντας που αλλάζει συνεχώς κοστούμι (ομοίως, δεν είναι σύμπτωση ότι τον βλέπουμε διαρκώς να αλλάζει ρούχα) και προσαρμόζεται αστραπιαία στην κατάσταση και στον συνομιλητή που έχει απέναντί του. Είναι χρεωμένος μέχρι τον λαιμό και λίγο παραπέρα, και ο μόνος του προορισμός στη ζωή είναι να βρει τα χρήματα που χρειάζεται μέσα σε λίγες μέρες – για την κατάπτωσή του δεν χρειάζεται να μάθουμε πολλά, το μόνο σίγουρο είναι πως δεν μπορεί να κατηγορήσει κανέναν άλλο παρά τον εαυτό του.

Ο Θωμάς βρίσκεται σε αέναη κίνηση, κατοικώντας σε μια σειρά από μη-τόπους: σε μια καντίνα που ανήκει σε δυο ρετάλια, στο αμάξι του με το οποιο βολοδέρνει ολημερίς χτυπώντας πόρτες και ζητώντας χάρες, στο έρημο κατασχεθέν μαγαζί του – που κατασκεύαζε και πωλούσε δάπεδα και μπάνια, θα έλεγε κανείς τα δομικά υλικά μιας αλλοτινής εποχής ευμάρειας. Κατά τρόπο παράδοξο (θα επανέλθουμε σε αυτό), ο Θωμάς διαμένει ψυχικά, πρακτικά και πνευματικά οπουδήποτε αλλού εκτός από το σπίτι του, το οποίο παλεύει με λύσσα να σώσει.

Ολόκληρη η ύπαρξη του Θωμά, από την κορφή έως τα νύχια, είναι διάτρητη και διάφανη. Δεν καταφεύγει σε αιτίες αφορμές ή ελαφρυντικά. Δεν έχει πέσει θύμα πλάνης, δεν έχει διαπράξει ύβρι, δεν παραστράτησε παρασυρμένος από πάθη ή κάποιον δικό του εσωτερικό σκοπό, δεν υπήρξε κανένα σημείο θραύσης που να πυροδότησε την κατρακύλα. Το παρελθόν και το μέλλον έχουν εξαφανιστεί, υπάρχει μονάχα το ατέλειωτο τώρα ενός παλαβού τρεχαλητού. Ο Θωμάς υπακούει σε μία και μόνο κεντρομόλο δύναμη: να μαζέψει, κακήν κακώς και με κάθε τρόπο, τα 327 χιλιάρικα. Στριμωγμένος σε πουκάμισα που τον στενεύουν, με πλάνα που καθρεφτίζουν διαρκώς τα αποκαμωμένα του μούτρα σε γυάλινες επιφάνειες, με κάδρα που τον εγκλωβίζουν σε κάθετες δομές σαν κάγκελα, ο Θωμάς αγκομαχά, τρέχει, λαχανιάζει, ξεφτιλίζεται, υποκρίνεται, πουλάει έρωτα, τσαμπούκα, και εκδούλευση ανάλογα με την περίσταση, εργαλειοποιεί την ίδια του την οικογένεια, ψεύδεται αναίσχυντα και απροκάλυπτα.

Εύλογα αναρωτιέται κανείς πώς κατορθώνει να μετατρέψει ο Οικονομίδης αυτό το ανθρώπινο υπόλειμμα σε χαρακτήρα με τον οποίο ταυτίζεσαι, έστω μερικώς και φευγαλέα, ιδίως από τη στιγμή που δεν του απονέμει το γαλόνι του αντι-ήρωα. Η απάντηση είναι σύνθετη και πολυπρισματική. Αρχικά, ο Οικονομίδης τοποθετεί γύρω του έναν ανθρώπινο βούρκο –με μόνη εξαίρεση τη μικρή κόρη, η οποία πιθανώς ενσαρκώνει και ένα υποτυπώδες ψήγμα ελπίδας για το μέλλον– όχι ακριβώς για να δικαιολογήσει τον Αλεξόπουλο, αλλά σίγουρα για να μεταδώσει μια συνολική αίσθηση συλλογικής ψυχικής χωματερής από την οποία ο Θωμάς σίγουρα δεν ξεχωρίζει αρνητικά. Σε έναν κόσμο όπου όλες οι σχέσεις και επαφές είναι ιδιοτελείς, υπολογιστικές, κανιβαλιστικές (ανάμεσα σε ήρωες άλλοτε στέρεα δομημένους κι άλλοτε καρικατουρίστικα προσχηματικούς, εν πάση περιπτώσει ποτέ απόλυτα διακοσμητικούς), ο Θωμάς Αλεξόπουλος δείχνει –που λέει ο λόγος– ένα κάθαρμα από τα Lidl.

Στην πραγματικότητα –και εδώ εισερχόμαστε στο δεύτερο επίπεδο της δύσκολης συμπόρευσης με τον κεντρικό ήρωα– ο Θωμάς είναι ο καταλύτης και οδηγός σε μια φαταλιστική δίνη από την οποία ούτε μπορούμε ούτε επιθυμούμε να ξεφύγουμε – διψάμε όχι ακριβώς να τον δούμε να συγκεντρώνει το ποσό, αλλά να σκίζεται να το βρει. Παράλληλα, υποβάλλεται σε έναν αφανή και ασυναίσθητο εξανθρωπισμό κάθε φορά που ακούει με προσοχή και πειθαρχία, σαν δαρμένο σκυλί, έναν ακόμη βροντερό εξάψαλμο, ένα ακόμη κατηγορώ, μία ακόμα χλεύη και αποδοκιμασία: η σωματοποιημένη ερμηνεία του Βασίλη Μπισμπίκη βρίσκει την κορύφωσή της όχι σε κάθε μικρό κρεσέντο, αλλά σε μια επαναλαμβανόμενη νηνεμία.

Ωστόσο, εντοπίζει κανείς ένα θεμελιακό ερωτηματικό που παραμένει (ημιτελώς ή σκοπίμως, ανάλογα με την οπτική του καθενός) εκκρεμές από την αφετηρία της ξέπνοης διαδρομής του Θωμά. Πώς και γιατί ένας άνθρωπος δίχως ηθική πυξίδα ή κώδικα τιμής, έτοιμος να απαρνηθεί αυτοστιγμεί καθετί και κάθε άνθρωπο που υποτίθεται πως έχει μια αξία για εκείνον, πασχίζει με τέτοια προσήλωση να σώσει το σπίτι του (με το οποίο σε κανένα σημείο και με κανέναν τρόπο δεν εμφανίζεται να συνδέεται με οποιονδήποτε παρακινητικό, συγκολλητικό ή ενοχικό δεσμό) αντί να χρησιμοποιήσει το κομπόδεμα που μάζεψε για έναν ακόμη φαύλο κύκλο εφήμερης επιτυχίας και αναπόφευκτης αποτυχίας;

Η απάντηση είναι κι εδώ πιθανώς διττή. Αφενός, ο Οικονομίδης ομολογημένα αγαπά το ηθικό σχήμα της τραγωδίας, επιφυλάσσοντας στον ήρωά του μια πρώτη και τελευταία τραγική πλάνη, ακριβώς μετά τις μόνες εικόνες ηρεμίας και χρονικής άπλας που του έχει χαρίσει. Αφετέρου, ίσως η αποστολή του Θωμά να μη στόχευε ποτέ πραγματικά στο ξελάσπωμα και στην επανόρθωση. Ίσως να ήταν απλώς μια πρόσκληση, η πιο ζόρικη πίστα σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι δια βίου λαμογιάς και ξεγλιστρήματος, που δεν σταματά ποτέ μέχρι να καείς. Μέχρι να σπάσει η φλέβα.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑