Σκηνοθεσία: Πάολο Σορεντίνο
Παίζουν: Τόνι Σερβίλο, Ανα Φερζέτι
Διάρκεια: 133′
Ελληνικός Τίτλος: “Το Μεγαλείο”
Ο Μαριάνο ντε Σάντις, πρόεδρος της Ιταλικής Δημοκρατίας για επτά συνεχόμενα χρόνια, διανύει το τελευταίο εξάμηνο της θητείας του. Η αμεροληψία, η ευθυκρισία και η ψυχραιμία που τον διακρίνουν του έχουν επιτρέψει να διαδραματίσει κατευναστικό ρόλο σε μια σειρά κυβερνητικών κρίσεων. Παράλληλα, ως ανώτατος δικαστής και θεωρητικός, έχει εισφέρει στη νομική επιστήμη μια ογκώδη μελέτη 2046 σελίδων του ποινικού δικαίου που θεωρείται το ευαγγέλιο του κλάδου. Απολαμβάνει σχεδόν καθολική αποδοχή ως μια προσωπικότητα σπάνιου βεληνεκούς, όπως του επισημαίνουν με τη στάση τους διάφοροι συνεργάτες.

Τίποτα από αυτά όμως δεν γιατρεύει τον πόνο της απώλειας και την αγωνία για τον χρόνο που καλπάζει προς τα εμπρός. Ο ντε Σάντις πενθεί τη σύζυγό του, βασανίζεται από την απουσία της, οργίζεται στη σκέψη ότι πριν από τέσσερις δεκαετίες τον απάτησε και δε γνωρίζει με ποιον. Παράλληλα, δείχνει να ασφυκτιεί στον ρόλο του αμερόληπτου επιβλέποντα που χρειάζεται συνεχώς περισσότερο χρόνο για να σκεφτεί και έχει κερδίσει το παρατσούκλι «μπετόν αρμέ» στους πολιτικούς κύκλους της χώρας. Σε αυτή τη συγκυρία, καλείται να αποφασίσει αν θα υπογράψει το νομοσχέδιο που θα επιτρέψει τη ευθανασία στην Ιταλία, καθώς και αν θα απονείμει χάρη σε δύο κρατούμενους: μια γυναίκα που σκότωσε τον κακοποιητικό σύζυγό της και έναν άνδρα που στραγγάλισε τη γυναίκα του, η οποία έπασχε από Αλτσχάιμερ τελικού σταδίου.
Η δυσφορία του προέδρου προκύπτει από την ανάγκη του να αρθεί πάνω από όσα τον κρατούν καθηλωμένο στην ακινησία, έστω στιγμιαία, όπως ο Ιταλός αστροναύτης τον οποίο παρακολουθεί από την οθόνη. Να υπερνικήσει λυτρωτικά τη βαρύτητα των αναμνήσεων, τη μοναχική πορεία προς τη δύση του βίου, την αίσθηση ότι έχει καταστεί ένα κινούμενο μέρος του ντεκόρ της πολιτείας χωρίς αποφασιστική επιρροή. Μέχρι να την αφουγκραστεί και να την ικανοποιήσει, είναι αναγκασμένος να περιφέρεται στο ημίφως των τεράστιων δωματίων του προεδρικού μεγάρου, πλάι σε πίνακες, ογκώδεις τόμους και βαριά έπιπλα, σαν φάντασμα που περιμένει τον σκοπό του σε ένα σκηνικό που μοιάζει ταυτόχρονα αχανές και ασφυκτικό.

Ο Σορεντίνο ορίζει την ατμόσφαιρα της ταινίας του εξαρχής πολύ μακριά από τις προηγούμενες ευθέως πολιτικές δημιουργίες του. Μόνο καταχρηστικά θα μπορούσε να ιδωθεί το La Grazia ως το κλείσιμο μιας άτυπης τριλογίας, αφού ο φανταστικός πρόεδρος δεν έχει καμιά σχέση με τους δύο αμφιλεγόμενους πρωθυπουργούς που αποτέλεσαν στο παρελθόν τη βάση για τη μυθοπλασία του Ιταλού auteur, τον Αντρεότι στο Il Divo και τον Μπερλουσκόνι στο Loro. Αντίστοιχα, η συγκεκριμένη ταινία δε συναθροίζεται με τις πολυάριθμες δημιουργίες του ιταλικού σινεμά που καταπιάνονται με αληθινά πολιτικά πρόσωπα. Δεν επιχειρεί μια πολιτική καταγραφή σαν του Il Caso Mattei του Φραντσέσκο Ρόσι, ούτε αφουγκράζεται το ιστορικό παρόν, όπως το βιτριολικό Il Caimano του Νάνι Μορέτι, ή το ιστορικό παρελθόν, όπως το πρόσφατο βιογραφικό φιλμ Berlinguer: La Grande Ambizione του Άντρεα Σέγκρε.
Παρότι τα διλήμματα που αντιμετωπίζει ο ντε Σάντις εδράζονται σε σύγχρονους νομικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς, η μεγάλη πολιτική εικόνα μοιάζει εξορισμένη από το κάδρο, σαν οι διεργασίες της να λαμβάνουν χώρα διαρκώς κάπου μακριά, σ’ έναν τόπο απρόσιτο για τον πρόεδρο. Όσο ο ίδιος σταθμίζει τις αποφάσεις του, ο νέος κόσμος εκπέμπει τα σήματά του, είτε ευθέως, όπως η αποδοκιμασία της κόρης του για ατολμία του, είτε πλαγίως, όπως η ακατανόητη ραπ (ή τραπ) που του ασκεί μια απαγορευμένη γοητεία.

Διαθέτοντας έναν Τόνι Σερβίλο κολοσσιαίας εμβέλειας, ο Πάολο Σορεντίνο μετατρέπει τον βασικό του χαρακτήρα σε κειμήλιο ενός κομψού και μετρημένου κόσμου που έχει περιέλθει στη θέση του παρωχημένου και διανύει τα τελευταία του μέτρα στον στίβο. Διακωμωδεί, χωρίς να χλευάζει, τα πρωτοκόλλα και την άκριτη προσκόλληση σε αυτά (η σκηνή της υποδοχής του Πορτογάλου προέδρου, για σπαρταριστό παράδειγμα). Κυρίως όμως, σε αυτή τη χαμηλόφωνη για τα δεδομένα του σπονδή, αφουγκράζεται την αβάσταχτη ερημιά και την ψύχρα του ανθρώπου που οι πάντες σέβονται σαν ιερό τοτέμ, όχι σαν ενεργή παρουσία.
Είναι σύνηθες να κάνουμε λόγο για το εκθαμβωτικό κάλλος των κάδρων που στήνει ο Σορεντίνο, ίσως σαν κάτι το αναμενόμενο, ή μια αρετή που σε κάποιον βαθμό επιβάλλεται ολοκληρωτικά στην αφήγησή του. Στο La Grazia, με τον υπέροχα πολύσημο τίτλο, κυριαρχεί το εξής παράδοξο: η ψυχογραφική διάθεση της ταινίας προς τον κεντρικό ήρωα οφείλει να συμβαδίσει με την υπερβατική σχεδόν καλλιέπεια. Δε μπορεί κανείς να αναμένει μια αληθινά μινιμαλιστική προσέγγιση από τον συγκεκριμένο δημιουργό, επομένως το δεδομένο στυλιζάρισμα καλείται να λειτουργήσει πολλαπλά. Κανείς δεν έχει καπνίσει ποτέ τόσο περιπαθώς όσο ο Σερβίλο στις τελετουργίες του ημερήσιου τσιγάρου που του επιτρέπεται. Θαρρείς πως από αυτό το μικροσκοπικό φίλτρο ο πρόεδρος λαμβάνει κάτι παραπάνω από την πίσσα, τη νικοτίνη και τα λοιπά συστατικά, λες και εισπνέει λίγη ζωή ή λίγη χάρη. Αντίστοιχα, στη φλυαρία των αφηγηματικών μέσων (αν δε φλυαρεί και λίγο, δεν είναι Σορεντίνο), αντιπαραβάλλονται μεστές σιωπές, λεπτές αποχρώσεις στα βλέμματα και τις κινήσεις και μικρές ή μεγαλύτερες παύσεις.

Στο κείμενο του La Grazia διαβάζουμε πάγιους προβληματισμούς του δημιουργού για το παρελθόν, το γήρας, την Καθολική Εκκλησία, αλλά και μια σημαντική μετατόπισή του προς μια σχεδόν συγκαταβατική προσέγγιση. Είναι αστείο, χωρίς να γίνεται ποτέ οργιώδες ή ξεκαρδιστικό. Εμφορείται από μια παιγνιώδη διάθεση, την οποία όμως εκφράζει με μέτρο και σε επιλεγμένα σημεία. Διαθέτει πυκνές διαλογικές κορυφές, αλλά και επεξηγηματικές στιγμές στον λόγο των χαρακτήρων. Ίσως ξενίζει η ήπια ματιά του Σορεντίνο προς έναν πολιτικό ηγέτη που τοποθετείται στο επίκέντρο του πολιτικού συστήματος, ακόμα και αν αυτός είναι εν πολλοίς ένα όμορφο στολίδι του πολιτεύματος, σε σύγκριση με την αιχμηρότητα του Il Divo, φερ’ ειπείν. Ας του επιτραπεί όμως λίγη ηπιότητα, λίγη ευγένεια και μια στοχαστική διάθεση απέναντι σε εκείνους που σιγά σιγά εγκαταλείπουν το σανίδι αυτής της θεατρικής σκηνής. Ίσως σε αυτούς να βλέπει κάτι από τον εαυτό του.














