The Insult

Σκηνοθεσία: Ζιάντ Ντουεϊρί

Παίζουν: Αντέλ Καράμ, Καμέλ Ελ Μπασά, Ντιαμάντ Μπου Αμπούντ, Καμίγ Σαλαμέ

Διάρκεια: 113’

Εργασίες, σκαλωσιές, εργοτάξια, τρυπάνια, σωλήνες, κλάγγες μετάλλων, σκόνη και ιδρώτας, σε μια πολύβοη συνοικία, στη Βηρυττό του Λιβάνου. Μια υδρορροή, που έχει τοποθετηθεί παράτυπα, και στάζει νερά. Ένας φανατικός Χριστιανός, αρχιμηχανικός ενός συνεργείου αυτοκινήτου, ορκισμένος ακόλουθος του ντόπιου Χριστιανικού Κόμματος. Ένας Παλαιστίνιος πρόσφυγας, επικεφαλής των πολεοδομικών έργων μιας κατασκευάστριας εταιρίας, που έχει βρει καταφύγιο, όπως πάμπολλοι ξεριζωμένοι συμπατριώτες του, στον Λίβανο. Μια επίμονη διαφωνία, μια φιλονικία φαινομενικά υπερβολική και τραβηγμένη από τα μαλλιά. Κι ενώ η όλη αντιπαράθεση μοιάζει, σε πρώτο επίπεδο, να έχει ξεπηδήσει από αυτό το -πάντα φορτισμένο- τίποτα της καθημερινότητας, σχεδόν αμέσως κυοφορείται η υπόνοια πως αυτό που βλέπουμε είναι μονάχα η αφορμή και όχι η αιτία.

Η αρχική προσβολή διογκώνεται και διαστέλλεται, περνώντας από τα στάδια της επιθετικότητας, της εξύβρισης, της πεισματικής εμμονής αποκατάστασης της θιγμένης (;) τιμής, της εξίσου πεισματικής άρνησης συγγνώμης, της ευθείας υβρεολογίας, της βίαιης χειροδικίας. Η προσφυγή στη δικαιοσύνη μοιάζει μονόδρομος, μόνο και μόνο για να αποκρυσταλλωθεί η ανεπάρκεια ενός επίσημου μηχανισμού – οπλοστασίου απέναντι σε ανεπούλωτα τραύματα, οδυνηρά ανείπωτα, ανοιχτές πληγές που ζέχνουν.

Οι δυο αντίδικοι επικαλούνται τον νόμο, αλλά αυτά που αισθάνονται, αυτά που επιζητούν ως επικύρωση, δεν υφίστανται σε κώδικες, νόμους και συντάγματα. Τούτη η Προσβολή -που τρύπωσε στην τελική πεντάδα των φετινών Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, εκτοπίζοντας το In The Fade του Φατίχ Ακίν και το υπέροχο Foxtrot του Σαμουέλ Μαόζ- εκκινεί από μια απλή διένεξη, λαμβάνει διαστάσεις ηθικής και ανθρωπολογικής στάθμισης και καταλήγει μια επώδυνη -αν και υπερβολικά φωτοτογενής ανά στιγμές- αναδρομή στην αιμοταβαμμένη ιστορία ενός ταλαίπωρου έθνους.

Ο Λιβανέζος σκηνοθέτης Ζιάντ Ντουεϊρί (που έχει εργαστεί ως καμεραμάν του Κουέντιν Ταραντίνο) αναλαμβάνει μια αποστολή εκ προοιμίου μεγαλόπνοη. Πρωτίστως, διότι αποτελεί ούτως ή άλλως σπαζοκεφαλιά το να στριμώξει κανείς μια ιστορική παραβολή σε ένα δικαστικό δράμα, αφήνοντάς το αρραγές και αποφεύγοντας να το καταστήσει παντελώς προσχηματικό. Αυτή η έτσι κι αλλιώς μεγαλεπήβολη προσδοκία γίνεται ακόμη πιο δύσκολα διαχειρίσιμη τόσο επειδή τα θεμέλια της ιστορίας είναι απαραίτητο να παραμείνουν συσκοτισμένα όσο και λόγω του προφίλ που οφείλουν να υπηρετήσουν πιστά οι δύο βασικοί χαρακτήρες: εσωστρεφείς, δωρικοί, αινιγματικοί, υπανικτικοί και όχι φλύαροι όσον αφορά τον πόνο που κουβαλούν και ο οποίος θρέφει τα σωθικά τους.

Ο Ντουεϊρί επιλέγει σοφά να μην μεταβεί απευθείας στο κεντρικό του ζητούμενο, αλλά να χρησιμοποίησει ενδιάμεσους βοηθητικούς παράδρομους. Όπως τη δεύτερη σύγκρουση, που υπερκαλύπτει την εναρκτήρια διαφωνία και εκκολάπτει την αληθινά επικίνδυνη διαμάχη, αυτή μεταξύ των δύο συνηγόρων, οι οποίοι λειτουργούν με σκιώδη κίνητρα, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης ατζέντας που ξεπερνά κατά πολύ την επίδικη υπόθεση. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Ντουεϊρί φροντίζει να ενδύσει την αφορμή της πρωτόλειας προσβολής με μια σειρά αντανακλαστικών και παρεπόμενων συνεπειών που χτίζουν ένα πρώτο υπόβαθρο ηθικής αμφισημίας και δυσεπίλυτης κατανομής δικαίου και αδίκου.

Αφότου, λοιπόν, έχει στηθεί ένα γαϊτανάκι -ενίοτε αλληλοσυμπληρούμενων και ενίοτε συγκρουόμενων- ερμηνείων για τις έννοιες της υποκίνησης βίας, της υποτίμησης της ταυτότητας, της πολυδιασπασμένης και εξατομικευμένης ευθύνης, ο Ντουεϊρί μας εισάγει σταδιακά στην αληθινή του προβληματική. Την αδυναμία καταναγκαστικής συμφιλίωσης όταν το αίμα είναι ακόμη νωπό, την πολυπλοκότητα των μονίμως ανοιχτών και άλυτων ζητημάτων σε αυτό το αιώνια εύφλεκτο καζάνι που ονομάζεται Μέση Ανατολή.

Η Προσβολή κατορθώνει, λοιπόν, να οικοδομήσει κλιμακωτά, συνετά και δομημένα την έντασή της και να κρατήσει τα χαρτιά της κρυφά ωσότου το σημείο θραύσης συναντήσει την πλοκή. Αφήνεται, μάλιστα, να λειτουργήσει (και) ως δράμα ηθικών αμφιβολίων και διφορούμενων, α λα Ασγκάρ Φαραντί, μέχρι να αγγίξει πιο ευαίσθητες πολιτικές χορδές. Τις οποίες, αφότου τσιγκλίσει, αφήνει ισόποσα και ισομερώς να ταλαντωθούν, αρνούμενη να δείξει προτιμήσεις και συμπάθειες.

Και για αυτούς ακριβώς τους λόγους, είμαστε πρόθυμοι και διατεθειμένοι να προσπεράσουμε τόσο ορισμένες ευκολίες στη σκιαγράφηση των διλημμάτων και των οριακών στιγμών όσο και την ολίγον φωταγωγημένη τελική διαδρομή προς τα σκοτάδια. Καθώς κοντοζυγώνει το φινάλε, η Προσβολή απαγγέλλει όταν θα μπορούσε να ψιθυρίζει, ομιλεί ενώ θα έπρεπε να υπανίσσεται. Αλλά και πάλι, ορθώνει ανάστημα και αναμετράται με τον πόνο και την πίκρα. Δεν το λες και λίγο.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑