Reviews Vertigo

22 Οκτωβρίου 2018 |

0

Vertigo

Σκηνοθεσία: Άλφρεντ Χίτσκοκ

Παίζουν: Τζέιμς Στιούαρτ, Κιμ Νόβακ

Διάρκεια: 128’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Δεσμώτης του ιλίγγου»

Έτος παραγωγής: 1958

Ο Δεσμώτης του ιλίγγου λειτουργεί (ταυτοχρόνως) σε τρία επίπεδα. Σε πρώτο επίπεδο (φαινομενολογικό) είναι μια ιστορία μυστηρίου για κάποιον που παγιδεύεται σε ακούσια εγκληματική συνέργεια, το ανακαλύπτει και ξεδιαλύνει την πλεκτάνη. Σε ψυχολογικό επίπεδο εξερευνά τις στρεβλώσεις και κυκλικές διαδρομές ενός ήρωα που λυγίζει υπό το βάρος των τύψεων, αναζητώντας απεγνωσμένα αυτό που θα στηρίξει τον καταπιεσμένο και εγκλωβισμένο ψυχισμό του. Ενώ σε αλληγορικό – συμβολικό επίπεδο αναβιώνει τον (διαχρονικό) μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης.

Η πολυπλοκότητα ωστόσο του Vertigo δεν εξαντλείται στην πολυεπίπεδη προσέγγισή του: το φιλμ θριαμβεύει εξίσου δια του θολώματος της (ήδη) λεπτής γραμμής μεταξύ πραγματικού και υποκειμενικού. Οδηγεί τον θεατή τόσο βαθιά στο μυαλό του κεντρικού χαρακτήρα, του συνταξιούχου αστυνομικού Scottie (James Stewart), που η κρίση του – αρχικά τουλάχιστον – αντικαθίσταται από πλήρη ταύτιση με τις φαντασιώσεις του τελευταίου.

Το ενοχικό τραύμα της έναρξης (απότοκο της ακροφοβίας-ιλίγγου του ήρωα) τον θέτει για το υπόλοιπο του φιλμ σε υψομετρική «διαθεσιμότητα». Η καταδίωξη-παρακολούθηση της διαρκώς περιπλανώμενης – σαν υπνωτισμένης – Madeleine (Kim Novak) εξελίσσεται σε ψύχωση για μια γυναίκα-φάντασμα που θεωρεί εαυτόν μετενσάρκωση μιας αλλοτινής καλλονής (στοιχειωτικού πέπλου του μύθου), ονόματι Carlotta.

Ο Hitchcock ενισχύει εικαστικά (και δια του εμβληματικά παλλόμενου Technicolor) την απώλεια επαφής – καταβύθιση του ήρωα στο εμμονικό σπιράλ, παρακολουθώντας τον μέσα από χαλαρής εστίασης κάδρα και βηματισμό που ολισθαίνει προς το Ονειρικό (στους δρόμους του Σαν Φρανσίσκο, το αμάξι που οδηγεί μοιάζει να επιπλέει πάνω στην άσφαλτο). Αίσθηση που ενισχύει περαιτέρω η μουσική επένδυση του δεξιοτέχνη Bernard Herrmann.

Η κλιμάκωση της κατάστασης του ήρωα συνοδεύεται από ανάλογη, ευλογοφανή ενίσχυση της φιγούρας της Madeleine. Ωστόσο, ο τελευταίος δεν είναι πλέον ένας λογικός, αποστασιοποιημένος παρατηρητής, το ίδιο και ο θεατής (σε έναν θρίαμβο του υποκειμενικού βλέμματος της αφήγησης). Το ρομάντζο τους αξιοποιεί στο έπακρο το (ευρύτερο) μαγευτικό σκηνικό του Frisco. Οι επιλεγμένες τοποθεσίες φλερτάρουν με τη σημειολογία και διαλεκτική του χρόνου : το Μουσείο-Παλάτι της Λεγεώνας της Τιμής, οι Πύλες του Παρελθόντος, τα αρχαϊκά ερυθρόδενδρα. Ακόμη κι εντός πλάνων καταδεικνύεται το άχρονο σύμπαν στο οποίο εισέρχεται ο ήρωας : οι καθρέφτες (παραδοσιακό πέρασμα στον Κάτω Κόσμο) στο ανθοπωλείο που σταματά η Madeleine και στο φινετσάτο ρεστοράν που την πρωτοβλέπει ο Scottie ή το βυθισμένο στην ομίχλη κοιμητήριο.

Με φόντο ένα (τυλιγμένο στην αχλή του παρελθόντος) ιεραποστολικό αρχιτεκτόνημα, (αποικιοκρατικό) μνημείο της καλιφορνέζικης ιστορίας και αποκομμένο (σχεδόν προστατευμένο) απ’ τον κόσμο, που λειτουργεί ως καταφύγιο-προγονική ρίζα και σύμβολο πνευματικής ανάνηψης, ο Scottie θα υποχρεωθεί να έρθει (εφιαλτικά) αντιμέτωπος όχι μόνο με την εμμονή αλλά και την φοβία του! Στο δεύτερο μισό του φιλμ, η σύγχυση-σύζευξη ονείρου και πραγματικότητας καθίσταται πλέον ολοκληρωτική.

Ο θεατής στέκει εξίσου αμήχανος με τον ήρωα μπροστά στο παιχνίδι – δεύτερη ευκαιρία της μοίρας. Κι είναι η στιγμή που ο Hitchcock τολμά : για πρώτη φορά του δίνει προβάδισμα σε σχέση με κείνον. Ο τόνος μεταβάλλεται δραστικά με την (μερική έστω) ανάκτηση της απόστασης – αντικειμενικής θεώρησης των πραγμάτων και το ύφος γίνεται πιο ειρωνικό, παρακολουθώντας τον Scottie να μεταμορφώνει το αντικείμενο του πόθου του.

Η στιγμή που η Judy/Madeleine αναδύεται απ’ τα ενδότερα ως άλλη «Γαλάτεια» (λευκή σαν το γάλα), είναι η πιο δυνατή. Λουσμένη σε αιθέριο πράσινο (το χρώμα της «νέας ζωής»), αγκαλιάζει τον – χαμένο στ’ όνειρο – Scottie κι η κάμερα τους ζώνει με περιστροφικές κινήσεις 360 μοιρών. Το βλέμμα του ήρωα γλιστρά ζαλισμένο στο δωμάτιο που τώρα έχει μετατραπεί στους στάβλους της ιεραποστολής, εκεί όπου πρωτοφίλησε την Madeleine.

Η (οπτική) εξωτερίκευση της εσωτερικής του κατάστασης. Μια άλλη μορφή ιλίγγου. Στο αποκορύφωμα της κάθαρσης και του προσωπικού – συνάμα – «θριάμβου», η εμφάνιση μιας μαυροντυμένης φιγούρας-σύμβολο του Θανάτου (ή της Νεμέσεως) αντί να ξορκίσει το δαιμόνιο προκαλεί απλώς την επανάληψή του. Ο ίλιγγος του Scottie τιθασεύεται με βαρύτατο τίμημα.

Το Vertigo επηρέασε καταλυτικά μια ολόκληρη γενιά κινηματογραφιστών, ιδίως εκείνους του γαλλικού νέου κύματος. Το Πέρυσι στο Μάριενμπαντ (1961) του Alain Resnais μπορεί να εκληφθεί (σε επίπεδο πλοκής) ως ελλειπτική του αναδιατύπωση, εμπλουτισμένη με λεπτομέρειες που φτάνουν μέχρι τη μουσική.

Ο Francois Truffaut το χρησιμοποιεί παραλλαγμένα σχεδόν σε όλο το εύρος της φιλμογραφίας του, εμφατικότερα όμως στη Σειρήνα του Μισισιπή (1969), εκεί όπου η διττή περσόνα της Catherine Deneuve οδηγεί τον Jean-Paul Belmondo σε παραληρηματική καταδίωξη μέσα απ’ τις ατραπούς του «amour fou».




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑