What's On The Secret Agent (O Agente Secreto, 2025)

16 Φεβρουαρίου 2026 |

The Secret Agent (O Agente Secreto, 2025)

Σκηνοθεσία: Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου

Πρωταγωνιστούν: Βάγκνερ Μόουρα, Αλίς Καρβάλιου, Γκαμπριέλ Λεόνε, Μαρία Φερνάντα Καντίντο, Ούντο Κιρ

Διάρκεια: 161΄

Ένα καναρινί κατσαριδάκι σταματά σε ένα σαράβαλο βενζινάδικο στη μέση του πουθενά. Η κάμερα στρέφεται ακριβώς παραδίπλα, σε ένα πτώμα που σαπίζει και κινδυνεύει να γίνει βορά για τα αδέσποτα σκυλιά, σκεπασμένο πρόχειρα με ένα χαρτόκουτο. Ένα περιπολικό καταφθάνει, αλλά οι δύο αστυνομικοί έχουν σοβαρότερα πράγματα να ασχοληθούν από έναν νεκρό που ζέχνει μέρες ολόκληρες  – λίγος πλάγιος εκφοβισμός χωρίς λόγο, μια μικρή δωροδοκία, τα συνηθισμένα. Αμέσως μετά, ένα αμάξι με μασκαρεμένους τουρίστες θα φύγει άρον άρον από το σημείο μέσα σε κραυγές έκπληξης και πανικού. 

Ο οδηγός του κίτρινου σκαραβαίου (ο σχεδόν αθέμιτα γοητευτικός Βάγκνερ Μόουρα) κινεί για τον προορισμό του, δέχεται μια φιλική «επίθεση» από ένα καρναβαλικό «τέρας» ενόσω τα θλιμμένα του μάτια, το μελαγχολικό του χαμόγελο και οι νευρικές κινήσεις του στο τιμόνι γίνονται ένα με τους στίχους του «If You Leave Me Now» των Chicago: If you leave me now / You’ll take away the biggest part of me. Μια επιστροφή που μοιάζει συγχρόνως με καταφύγιο και ενέδρα, μια βασανιστική νοσταλγία για όσα χάθηκαν στην πορεία αλλά δίχως μετάνοιες ή δεύτερες σκέψεις, ένα πέπλο σιωπής και μυστηρίου που καλύπτει μια φιγούρα ευγενή και συμπαθή, μολονότι πέρα για πέρα αινιγματική.

Ο Κλέμπερ Μεντόνσα Φίλιου, το βαρύ πυροβολικό του βραζιλιάνικου σινεμά στις μέρες μας, αναμοχλεύει και πάλι τα ανεπούλωτα ιστορικά τραύματα και τους ανοιχτούς λογαριασμούς της πατρίδας του. Αυτή τη φορά δεν τοποθετεί τη δράση σε έναν ακαθόριστο και δυστοπικό no man’s (or god’s) land όπως στο Bacurau (2019), ούτε σε ένα ψυχικό σημείο τομής ανάμεσα στην σύγχρονη κρίση και τις διαψευσμένες ελπίδες της φιλελευθεροποίησης των 80s όπως στο Aquarius (2016), αλλά στο δεύτερο μισό της πιο κατάμαυρης περιόδου στη βραζιλιάνικη ιστορία του 20ού αιώνα. Βρισκόμαστε στο 1977, στο Ρεσίφε (το απόλυτο βορειοδυτικό άκρο της Βραζιλίας και πόλη καταγωγής του σκηνοθέτη), και η αισίως 13ετής χούντα είναι κάτι πολύ πιο σκοτεινό από ένα εδραιωμένο απολυταρχικό καθεστώς: είναι (πλέον) ένα πολυπλόκαμο κτήνος που έχει φτιάξει φωλιά σε θεσμούς και δομές, σε καρδιές και μυαλά. 

Ούτως ή άλλως, βέβαια, η εναρκτήρια σεκάνς μάς έχει ήδη πει όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για συνέχεια. Ένας τόπος σήψης και αποσύνθεσης, όπου η ανθρώπινη ζωή μετρά κάτι λιγότερο από το τίποτα. Ένας τόπος διαφθοράς και συγκάλυψης, όπου όσοι ορθώνουν ένα στοιχειώδες ανάστημα αλλάζουν ονόματα, μιλούν ψιθυριστά, κοιτούν πίσω από τον ώμο τους, γίνονται πρόσφυγες στην ίδια τους τη χώρα, εξαφανίζονται δίχως ίχνη, χάνουν την ταυτότητά τους μεταφορικά και κυριολεκτικά. Ένας τόπος όπου οι γέφυρες είναι ιδανικές για ξεφόρτωμα πτωμάτων πέρα από τη θέα και τη ρέμβη, η καρναβαλική κάψα και έκσταση γίνεται ιδανικό προπέτασμα καπνού για αδικαιολόγητους θανάτους, οι πνιγμένες κραυγές στα αθέατα μπαούλα, υπόγεια και πορτ μπαγκάζ δεν θα ακουστούν ποτέ. Ένας τόπος παραβολικά ακρωτηριασμένος και παραμορφωμένος, μα συγχρόνως ένας τόπος παλλόμενος και ηλεκτρισμένος, κάθιδρος και ερωτικός, πολυμορφικός και χαώδης. 

Το The Secret Agent / O Agente Secreto (2025) ξεδιπλώνεται ως ένα ιδιόρρυθμο παστίς από είδη και στιλ: πολιτικό θρίλερ βγαλμένο από τη μήτρα των 70s, φιλμ πολισιέ, οικογενειακό δράμα, φαρσική σάτιρα, μαύρη κωμωδία, τοιχογραφία (μιας συγκεκριμένης) εποχής διαπλέκονται και διαχέονται το ένα μέσα στο άλλο. Υπακούοντας σε ένα τέμπο μάλλον ιδιοσυγκρασιακό, άλλοτε ράθυμα και νωχελικά κι άλλοτε με δαιδαλώδεις και σύνθετες σκηνές καταδίωξης, η ταινία πετυχαίνει μια θαυμαστή αντίφαση: παρότι βρίθει από anticlimactic εκτροπές και παρακάμψεις, καταλήγει σε πολλαπλές μικρές κορυφώσεις, ακόμη και στις πιο ανύποπτες στιγμές.

Προσέξτε, για παράδειγμα, τον τρόπο και τον χρόνο που αφιερώνει για να μας συστήσει μια σειρά από δορυφορικούς χαρακτήρες, ο καθένας από τους οποίους είναι σαν να πρωταγωνιστεί σε μια εμβόλιμη μικρού μήκους. Η κοτσονάτη μικροσκοπική γιαγιά, που τα λέει έξω από τα δόντια αλλά κρατάει μυστικες τις δικές της πληγές, στο safe house με τους πολιτικούς πρόσφυγες. Οι σαδιστές αστυνομικοί, που απολαμβάνουν να βασανίζουν χωρίς όρους ή φραγμούς. Πάνω απ’ όλα ίσως, το ξεκούρδιστο ντουέτο των πληρωμένων δολοφόνων, μακρινά θαρρείς ξαδέρφια του αντίστοιχου εξωφρενικού δίδυμου στο Bring Me the Head of Alfredo Garcia (1974) του Σαμ Πέκινπα, που «προσλαμβάνει» πληβείους hitmen (outsourcing στη βιομηχανία των φονικών, θα έλεγε κανείς) για να κάνουν τη δουλειά, τσεπώνοντας την αμοιβή του μεσάζοντα. 

Την ίδια στιγμή, η Βραζιλία της δικτατορίας απεικονίζεται αλληγορικά ως μια ανέστια χώρα ορφάνιας, με πατριαρχικούς απόηχους. Κόρες, μητέρες και σύζυγοι είτε χάνονται από προσώπου γης δίχως εξηγήσεις είτε δολοφονούνται στα πεταχτά και βαφτίζονται αγνοούμενες. Όπως μαθαίνει ο ήρωάς μας εξάλλου, καθώς αναζητεί μάταια ένα κάποιο αποδεικτικό χνάρι της μητέρας του στην υπηρεσία έκδοσης ταυτοτήτων, «οι πατεράδες είναι πάντα πιο εύκολο να βρεθούν από τις μητέρες». Σε αυτό το σημείο, αξίζει να αναφερθεί ένα ακόμη ευφάνταστο εύρημα, που κινείται στη λογική που διέπει ολόκληρη την ταινία. Ακριβώς τη στιγμή που νιώθεις την ταχυπαλμία της δράσης, του κινδύνου και της επικείμενης τραγωδίας, ο Μεντόνσα Φίλιου κατεβάζει απότομα ταχύτητα και σοκάρει από την ανάποδη, μέσα από την αποστασιοποίηση της αρχειακής ανάμνησης. Μια προδιαγεγραμμένη συμφορά, ένα ξοφλημένο γραμμάτιο, τίποτα περισσότερο από μια θολή φωτογραφία κι ένα ξεθωριασμένο μονόστηλο, αφημένο στη λήθη του χρόνου, όπως κάθε μεμονωμένη (και εξ ορισμού ανώνυμη) τραγωδία σε μια γενικευμένη συνθήκη τρόμου.

Φτάνοντας στο φινάλε, αυτό που απομένει φαινομενικά αναπάντητο είναι ο εκ πρώτης όψεως αλλοπρόσαλλος τίτλος της ταινίας. Φυσικά, Ο μυστικός πράκτορας δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον κινηματογράφο και τις κοσμογονικές του δυνάμεις, οι οποίες έχουν υπονοηθεί από πολύ νωρίς στην πλοκή. Σε ένα ακόμη ευφυές subplot, ο ανήλικος γιος του κεντρικού ήρωα θέλει σαν τρελός να δει στο σινεμά Τα σαγόνια του καρχαρία (1975) του Στίβεν Σπίλμπεργκ, ενώ οι επιφυλάξεις του πατέρα του για τη βία της ταινίας έρχονται σε ειρωνική αντίστιξη με την πραγματική βία που μαστίζει τον ίδιο, την οικογένεια και τη ζωή του. Παράλληλα, η κινηματογραφική παραπομπή αντιπαραβάλλεται με την ιστορία ενός καρχαρία –μεταφορά για το κήτος του καθεστώτος–, που κουβαλάει κυριολεκτικά στα σπλάχνα του τη φρίκη της εποχής. Λίγο πριν το τέλος, ένα κατακρεουργημένο πόδι (το απέθαντο κακό, σαν μια διακωμωδημένη δοξασία), σε ένα ακόμη διαλειμματικό φιλμάκι-παρωδικό φόρο τιμής στη βραζιλιάνικη παράδοση του horror, ζωντανεύει και βγαίνει σεργιάνι για να ρίξει ορισμένες ξεγυρισμένες κλοτσιές στα κακόφημα στέκια του Ρεσίφε.

Ο κινηματογράφος ως κιβωτός ιστορικής μνήμης, δίοδος προσωπικής λύτρωσης, μέσο συμβολικής επανόρθωσης των αδικιών. Πεδίο κοινωνικής εκτόνωσης και φορέας του συλλογικού φαντασιακού, αίσθημα που επιβιώνει ακόμη και μετά το ξεθώριασμά του. Το σινεμά, που μας μαθαίνει να αντικρίζουμε τους φόβους μας κατάματα ώστε να πάψουμε να βλέπουμε εφιάλτες.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑