Βίλμα: Το τελευταίο αντίο

Σκηνοθεσία: Κώστας Μπακιρτζής και Κωστής Σταμούλης

Διάρκεια: 80′

Το Σινέ Βίλμα έκλεισε τις πύλες του οριστικά την παραμονή πρωτοχρονιάς του 2025. Εκεί όπου έστεκαν τα λερωμένα καθίσματά του και έθεταν τον τόνο ενός μυσταγωγικού κλίματος συνενοχής θα βρεθούν σύντομα έπιπλα από το ΙΚΕΑ, σε απόλυτα εργονομική διάταξη, και στην είσοδό του πιθανότατα θα τοποθετηθούν μερικά κουτάκια με κωδικούς αριθμούς και κλειδιά στο εσωτερικό τους. Ήταν, άλλωστε, θέμα χρόνου˙ η ταινία των Κώστα Μπακιρτζή και Κωστή Σταμούλη δεν παραγνωρίζει αυτή τη νομοτέλεια. Δε σημαίνει όμως ότι δεν του αρμόζει ένα ρομαντικό κατευόδιο.

Το «Βίλμα» βρισκόταν δίπλα σε αυτό που σήμερα λέγεται «Πλατεία Μαβίλη», ενός τόπου, δηλαδή, που δεν αναπλάστηκε απλώς. Δημιουργήθηκε εκ του μηδενός, χωρίς να ανέχεται τσοντάδικα και σιδεράδικα, μαγαζιά με ανταλλακτικά και τα λοιπά. Σε αυτό το περιβάλλον, λοιπόν, που ντρέπεται να πει τη λέξη «Βαρδάρης», το «Βίλμα» ήταν το απομεινάρι μιας παλιάς παρακμής που έμελλε να εξαλειφθεί. Για τον γράφοντα, η είσοδός του υπήρξε ανέκαθεν μια αμήχανη και μυστήρια πρόσκληση που ποτέ δεν ευοδώθηκε. Οι δημιουργοί όμως, εισέβαλαν με την κάμερά τους και κυριολεκτικά ανέπνευσαν τους χώρους του, άκουσαν τις ιστορίες του και τις μοιράστηκαν μαζί μας σε ένα χειροποίητο κινηματογραφικό ρέκβιεμ.

Το Βίλμα: Το τελευταίο αντίο δεν είναι απλώς ένας αποχαιρετισμός στον τελευταίο παραδοσιακό ερωτικό κινηματογράφο της χώρας. Είναι αποκρυσταλλωμένο δείγμα νοσταλγίας για ένα παρελθόν που δε ζήσαμε, απαλλαγμένο όμως από αυτό που καθιστά κάθε τέτοια τάση αντιπαραγωγική και μεμψίμοιρη. Πουθενά στο σχεδόν αυτοσχέδιο κείμενο του δε διαβάζουμε αυτόν τον αντιαισθητικό οδυρμό για ένα παρόν στο οποίο υποτίθεται ότι κάθε κοινωνική έκφραση έχει υποχωρήσει, η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων ατονεί, το σινεμά βρίσκεται υπό κατάρρευση και λοιπούς σχετικούς ερεβώδεις αφορισμούς.

Σε αυτή την κινηματογραφική κιβωτό της κουλτούρας των ερωτικών κινηματογράφων (η αφήγηση του ντοκιμαντέρ προσεγγίζει και άλλα θρυλικά τοπόσημα όπως το «Σταρ» στην Αθήνα), όσοι παίρνουν τον λόγο αναλύουν τους άγραφους νόμους της τελετουργίας, χαρτογραφούν τη μέθοδο που υπήρχε πίσω από τα καθιερωμένα ψωνιστήρια, ανακαλούν τα ηχητικά εφέ που κοσμούσαν τις αίθουσες και κυρίως τους χώρους δράσης του κάθε κινηματογράφου. Με τα λόγια παλαιών θαμώνων και εργαζομένων, μεταξύ άλλων, αλλά και με την αγαπησιάρικη συνεισφορά του Κώστα Μπακιρτζή μπροστά από την κάμερα, οι δημιουργοί συντάσσουν ένα ερωτικό γράμμα για τα τσοντάδικα, με σκοπό να διατηρήσουν ζωντανή μια μνήμη που ανέκαθεν αποτελούσε κάτι σαν κοινό μυστικό εντός του ιστού της πόλης. Όλοι γνώριζαν την ύπαρξη αυτών των σινεμά, αλλά συνέχιζε πάντα ένα πέπλο μυστηρίου να καλύπτει τη λειτουργία τους.

Καθώς μας ξεναγεί σε αυτόν τον αθέατο και φθαρμένο κόσμο της σαγηνευτικής αστικής ντεκαντάνς, το Βίλμα περισώζει την τιμή του αμερικανικού ερωτικού κινηματογράφου του 1970. Σε αυτό το παραγνωρισμένο κινηματογραφικό μονοπάτι βρίσκονται διαμάντια που συνομιλούν απολύτως με το κινηματογραφικό πνεύμα της εποχής τους που αξιώνει περιήγηση στους νεϋορκέζικους δρόμους και στα νέον φώτα τους. Τα αποσπάσματα είναι ενδεικτικά, ιδίως η φανταστική εναρκτήρια σεκάνς του φιλμ The Opening of Misty Beethoven (1976), που μοιάζει σαν να ξεπήδησε από τον Καουμπόι του Μεσονυχτίου!

Φτιαγμένο με αφοσίωση προς έναν κόσμο που πνέει τα λοίσθια, το φιλμ των Μπακιρτζή και Σταμούλη αντιστέκεται στις σειρήνες της αχανούς χώρας του καλτ. Αφουγκράζεται τους ψιθύρους σε διαδρόμους που κάποτε έσφυζαν από ηδονή και ιχνηλατεί τις απόμερες γωνιές τους, χωρίς να καταλύει τη συνωμοτική συνθήκη που τους ορίζει. Στη «Βίλμα», άλλωστε, προσερχόταν κανείς για συγκεκριμένους λόγους. Και εκείνη, όπως και τόσες άλλες αίθουσες σαν και αυτήν στις πόλεις, τον δεχόταν χωρίς περαιτέρω ερωτήσεις.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑