Σκηνοθεσία: Νίκος Παπατάκης
Παίζουν: Άρης Ρέτσος, Χρήστος Τσάγκας
Διάρκεια: 103′
Ο Ηλίας απολύεται από τον στρατό και επιστρέφει στην γενέτειρά του, την Καστοριά, κουβαλώντας στις πλάτες του δύο εφιαλτικά χρόνια γεμάτα πληγές. Καθ’ όλη τη διάρκεια της θητείας του δεινοπάθησε, φέροντας το στίγμα του γιου ενός κομμουνιστή. Το 1971, τα συνθήματα και τα εμβλήματα της χούντας των συνταγματαρχών εποπτεύουν κάθε του βήμα, διαμορφώνοντας τα όρια εντός των οποίων δικαιούται να κινηθεί. Αν ως φαντάρος είχε να υπομείνει τους ξυλοδαρμούς, αυτό που τον περιμένει ως πολίτη είναι διωγμοί και δημόσιες ταπεινώσεις. Παίρνει, λοιπόν, την απόφαση να μεταναστεύσει στη Γαλλία για να βρει έναν μακρινό συγγενή που ασκεί την τέχνη του γουναρά στο Παρίσι, τον Γεράσιμο Τζίβα, εφοδιασμένος με την απελπιστική σκέψη ότι δε μπορεί να τον προσμένει κάτι χειρότερο από αυτό που ήδη βιώνει. Μαζί με τα λιγοστά υπάρχοντά του και την ανήσυχη ευχή της μάνας του, παίρνει και τη φωτογραφία μιας τραγουδίστριας που βρήκε τυχαία πεταμένη στον δρόμο.

Στην εισαγωγική σεκάνς της Φωτογραφίας ο Νίκος Παπατάκης ακτινογραφεί μια ολόκληρη εποχή. Στην ηλιόλουστη πλατεία της πανέμορφης μακεδονικής πόλης δεν κυκλοφορεί ψυχή, παρά μόνο ο Ηλίας, που εισέρχεται στο μαγαζί του Δούκα σκυφτός, με αργό και αβέβαιο βήμα, σαν ικέτης, για να ρωτήσει τη διεύθυνση του Τζίβα. Η εικόνα της πόλης μοιάζει ξένη προς κάθε αίσθηση ελευθερίας, σαν να αναδύει μια οσμή καταπίεσης. Αφού εισπράττει την αυστηρή προειδοποίηση πως αν γυρεύει δουλειά χάνει τον καιρό του, συναντά τον ίδιο τον Δούκα, ο οποίος σαν κοτζαμπάσης μιας άλλης εποχής τον αποπαίρνει φωναχτά, διατρανώνοντας τη θέση ισχύος του προς όποιον παρακολουθεί. Η βοήθεια θα έρθει τελικά από έναν παλιό γνωστό της μάνας του Ηλία και εργαζόμενο στο μαγαζί, που θα μεταδώσει την πληροφορία ψιθυριστά, σχεδόν συνωμοτικά, σαν να κρύβεται από το αόρατο μάτι μιας εξουσίας που παρακολουθεί και τις πιο μικρές κινήσεις και κουβέντες.

Έπειτα, η φωτογραφία: ένα απτό πεδίο πλάνης και ματαίωσης. Ο Ηλίας εκστομίζει ένα αθώο ψέμα, κάτι για να απεγκλωβιστεί από τη χρεία των εξηγήσεων όταν φτάνει στο κατώφλι του Γεράσιμου. Λέει ότι η εικονιζόμενη είναι η αδερφή του, για να μην αναγκαστεί να αναλύσει πώς βρέθηκε η φωτογραφία της τραγουδίστριας στα χέρια του και γιατί την πήρε μαζί του. Εκείνος, όμως, την ερωτεύεται και έτσι, αυτή η επινοημένη συγγένεια προς ένα πρόσωπο που δεν υπάρχει, καθώς ο Ηλίας είναι μοναχοπαίδι, γίνεται το σαθρό οικοδόμημα πάνω στο οποίο χτίζεται η σχέση των δύο ανδρών. Σε αυτή τη μικρή εικόνα ο Γεράσιμος προβάλει την απόγνωση του ξενιτεμένου και γίνεται σύντομα η προσωποποίηση της χαμένης πατρίδας, συγκεντρώνει τις ελπίδες του για επαφή με έναν τόπο που δεν υπάρχει πια.
Για τον Ηλία, από την άλλη, είναι το διαβατήριο για μια καλύτερη καθημερινότητα. Ο Τζίβας του ζητά να μεσολαβήσει προκειμένου να ξεκινήσει αλληλογραφία με την αδερφή του, αφού ο ίδιος δε γνωρίζει ανάγνωση και γραφή. Έτσι, ο νεαρός αρχίζει να υποδύεται γραπτώς τον ρόλο της αδερφής του και να διατυπώνει εξ ονόματός της διάφορες παράλογες απαιτήσεις προκειμένου αυτή να αποδεχθεί την πρόταση γάμου του Γεράσιμου. Αυτός προσλαμβάνει τον Ηλία, ανοίγει τον κύκλο εργασιών του και ανακαινίζει το σπίτι ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στις επιταγές της Ευτυχίας, όπως ειρωνικά ονόμασε ο Ηλίας την αδερφή του.

Όσο οι δύο άνδρες πορεύονται στη βάση ενός ψεύδους που καθίσταται σταδιακά ανεξέλεγκτο, τόσο βαθαίνει η αλληλεξάρτησή τους. Ο Παπατάκης δημιουργεί μεταξύ τους ένα είδος αμφίδρομης σχέσης εξουσίασης. Ο Ηλίας βρίσκεται στη δούλεψη του Γεράσιμου και εξαρτάται από αυτόν σχεδόν για τα πάντα, τη στέγη, τη δουλειά, την παρουσία του στο Παρίσι. Είναι εκ των πραγμάτων αναγκασμένος να εκτελεί τις εντολές του, αλλά σχεδόν όλες κατατείνουν στον ίδιο σκοπό, την πραγμάτωση των υποτιθέμενων επιθυμιών της Ευτυχίας. Έτσι, ο φορέας της εξουσίας ουσιαστικά αντιστρέφεται και οι δύο άνδρες εγκλωβίζονται σε μια συνθήκη αμοιβαίας υποταγής. Ο δημιουργός, φυσικά, δεν παραγνωρίζει τον λανθάνοντα ερωτισμό που αναπτύσσεται μεταξύ τους. Τον τοποθετεί στην έντονη σωματικότητα των ερμηνειών, στα καθημερινά τελετουργικά που μοιράζονται στο τραπέζι του φαγητού ή τον χώρο εργασίας, αλλά κυρίως στην εκφραστική γλώσσα των απαντητικών επιστολών που συντάσσει ο Ηλίας.

Ο αυτοεξόριστος νεαρός εξαπατά τον Γεράσιμο εκμεταλλευόμενος τη σύγχυση του εκπατρισμένου ως προς την πατρίδα που έχει χάσει. Αυτό που για τον έναν είναι ένας παράδεισος από τον οποίο εκδιώχθηκε και τον βλέπει να απομακρύνεται και να ξεθωριάζει διαρκώς, για τον άλλον ήταν η κόλαση επί της γης, ένας τόπος αδικίας και βασανιστηρίων. Ο πρώτος πασχίζει να διατηρήσει ζωντανό έναν δεσμό και βυθίζεται ολόψυχα στην αυταπάτη, ενώ ο δεύτερος αναζητά τρόπο να σβήσει τα σημάδια της γενέθλιας γης από πάνω του, ενώ αυτή εξακολουθεί να τον καταδιώκει και να του κλείνει τις πόρτες ακόμα και χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Ο Ηλίας δεν βλάπτει, απλώς, τον Γεράσιμο˙ εκδικείται τη νοσταλγία του για έναν τόπο που για τον ίδιο είναι συνώνυμος του μαρτυρίου. Η πατρίδα, λοιπόν, στη Φωτογραφία, γίνεται η μεγάλη αντίφαση που ορίζει τον ψυχισμό των δύο μεταναστών.
«Το κύριο θέμα είναι η μετανάστευση: το όνειρο του μετανάστη, η μοναξιά του, η συναισθηματική και σεξουαλική του μιζέρια στο ξένο μέρος». Αυτά ήταν τα λόγια που χρησιμοποίησε ο Νίκος Παπατάκης για να περιγράψει τον βασικό άξονα της ταινίας. Και σε αυτά, πράγματι, συμπυκνώνεται η καρδιά της Φωτογραφίας και το πένθιμο τέμπο της. Η μοίρα που θα συνθλίψει τα αντικρουόμενα όνειρα των δυο μεταναστών κυοφορείται μέσα από το φθαρμένο είδωλο της φωτογραφίας, αυτό το επινοημένο απομεινάρι ενός χαμένου τόπου. Ο Άρης Ρέτσος και ο Χρήστος Τσάγκας δίνουν σάρκα και οστά σε δύο φιγούρες που διαμορφώνουν μεταξύ τους έναν μικρόκοσμο, δυο οικείοι που περιβάλλονται από ξένους. Η κοινή τραγωδία τους είναι η στέρηση. Η απουσία της εγγύτητας, της επαφής και της ηδονής, η έκλειψη της πατρίδας. Αυτό το κενό γίνεται το καύσιμο της φαντασίωσής τους και αυτό ορίζει την Ευτυχία (και την ευτυχία) ως ένα «πεπρωμένο που δεν ήταν το δικό τους».














