Σκηνοθεσία: Ράντου Ζούντε
Διάρκεια: 109′
Μια δικαστική επιμελήτρια που εκτελεί τα καθήκοντα της με επιείκεια, χωρίς να καταφεύγει σε ανάλγητες μεθόδους, βρίσκεται στο επίκεντρο μια τραγικής εξέλιξης. Κατά τη διαδικασία απομάκρυνσης ενός αστέγου από το υπόγειο μιας πολυκατοικίας στο οποίο αυτός είχε αυθαίρετα εγκατασταθεί, και παρά τις προειδοποιήσεις της, ο άνδρας αυτοκτονεί. Eπ’ αφορμή του μοιραίου γεγονότος, η Ορσόλια αρχίζει να νιώθει τους παραλογισμούς της κοινωνικής (της) πραγματικότητας σαν θηλιά που σφίγγει γύρω από τον λαιμό της. Αυτό που της συμβαίνει είναι κάτι ευρύτερο από βαθιά συνειδησιακή κρίση, είναι ένας καθολικός κλονισμός, μια εσωτερική κατάρρευση.

Το Kontinental ’25, το οποίο γυρίστηκε με iPhone στο περιθώριο της μείζονος παραγωγής του Dracula που ακόμα δεν έχει κυκλοφορήσει στην Ελλάδα, διαθέτει γενναίες δόσεις από τη γνώριμη ροπή του Ράντου Ζούντε στην ιλαροτραγική επισκόπηση του ύστερου καπιταλισμού όπως αυτός εκδηλώνεται στη σημερινή Ρουμανία. Η δράση τοποθετείται στην Κλουζ, η οποία χαρίζει ένα ιδανικό περιβάλλον στον δημιουργό, αλλά και την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει την Τρανσυλβανία, πεδίο εκδήλωσης της ιστορικής ρουμανοουγγρικής αντιπαλότητας, ως αφορμή για να διασκεδάσει με την άνθηση των εθνικιστικών αφηγημάτων.
Ο Ζούντε καταγράφει μεθοδικά την ποικιλόμορφη αρχιτεκτονική της δεύτερης μεγαλύτερης ρουμανικής πόλης, παραβάλλοντας στη ροή στατικά πλάνα από σημαίνοντα και μη κτίρια. Στον φακό του, η Κλουζ είναι ένα μέρος όπου η μετάβαση της Ρουμανίας στις συνθήκες του ύστερου καπιταλισμού προκύπτει ανάγλυφη. Ένα πεδίο όπου η ρωμαϊκή και μεσαιωνική ιστορία επιτηρεί την πρόσφατη κομμουνιστική αλλά και τη μετεπαναστατική αμηχανία. Μια πόλη με έντονο φοιτητικό χρώμα και ταυτόχρονα βαριά παρακαταθήκη, κεντροευρωπαϊκή στην όψη της, μα με καρδιά Ανατολικής Ευρώπης, επηρεασμένη από τη στεγαστική κρίση, την ακροδεξιά ρητορική και εν γένει πολλά από τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας. Δεν πρόκειται για μια πόλη που ρημάζει, αντίθετα, σύμφωνα με τους δείκτες ανθίζει (όπως και η χώρα συνολικά), η ανοικοδόμησή της για παράδειγμα λαμβάνει χώρα με φρενήρεις ρυθμούς. Οπλισμένη με κτίρια που μοιάζουν σαν βουβά τέρατα υπό ανέγερση, η πόλη εξαπλώνεται και εξουδετερώνει όσους δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της.

Αναζητώντας τη θέση της στον μεταβαλλόμενο κόσμο, η Ορσόλια με την τακτοποιημένη ζωή της (όχι πάντως χωρίς τις δικές της ματαιώσεις, όπως υπαινίσσεται το ακαδημαϊκό παρελθόν της) βρίσκει εαυτήν να στέκεται στο πλευρό των κυνικών, δίχως να αντιλαμβάνεται πώς πέρασε στην άλλη όχθη του ποταμού. Εκείνη υπήρξε άλλωστε πάντα ψυχοπονιάρα, αόριστα δοτική, συνεισέφερε για την ανακούφιση του πόνου των άλλων μέσα από τη μικρή επιβάρυνση του λογαριασμού τηλεφώνου της, τα δεινά της οικουμένης ουδέποτε την άφησαν ασυγκίνητη. Μέσα από έναν καθημερινό χαρακτήρα που περιφέρεται σαν την άδικη κατάρα σε πλατείες και δρόμους, προσεγγίζοντας διαρκώς απίθανες φιγούρες προκειμένου να εξιστορήσει από την αρχή τα πεπραγμένα του (ίσως υπερβολικά πολλές φορές), ο δημιουργός στέκεται στις πολυπλοκότητες των δικών μας μοντέρνων καιρών, που δείχνουν όλο και πιο ακατανόητοι όσο βαθαίνουν. Οι κεντρικές διαλογικές σεκάνς του έργου, βέβαια, συχνά δίνουν την αίσθηση ότι το κείμενο γυρίζει γύρω από τον εαυτό του, χωρίς όμως να στερούνται απολαυστικού πικρού χιούμορ.
Παίρνοντας τον τίτλο και την ιδιόμορφη σκυτάλη από το Europa ’51 του Ρομπέρτο Ροσελίνι, ο Ζούντε ωθεί την Ορσόλια σε μια αστική περιδίνηση προς αναζήτηση μιας κάποιας παρηγοριάς, που όμως συνθλίβεται από το σκληρό πρόσωπο της καλπάζουσας ανάπτυξης που σκεπάζει τα πάντα. Μιας ανάπτυξης αν όχι κίβδηλης, σίγουρα αντιφατικής, η οποία προσπερνά βιαστικά τη βαλκανική ιδιαιτερότητα και την πρόσφατη πονεμένη ιστορία για να εντάξει τη Ρουμανία σε ένα νέο άρμα και μάλιστα να διεκδικήσει και ισχυρή θέση εντός του. Μιας ανάπτυξης που βρέθηκε και η ίδια να υπηρετεί από το δικό της μετερίζι, ακουσίως ή έστω ασυνειδήτως, μέχρι οι συνέπειες της ευσυνείδητης άσκησης να εμφανιστούν θανάσιμες και χειροπιαστές.

Το Kontinental ’25 εντάσσεται στη φιλμογραφία του Ζούντε ως μια ακόμα προσθήκη που ανιχνεύει τα ευρωπαϊκά κακώς κείμενα με διάθεση πικρόχολης διακωμώδησης. Είναι βέβαια μικρότερης κλίμακας από το πρόσφατο Μην περιμένετε και πολλά από το τέλος του κόσμου, η φόρμα του είναι λιγότερο πειραματική και γκονταρική α λα μπαλκάν, συνολικά λιγότερο επιμελημένο και ρηξικέλευθο. Τα γνώριμα ακίνητα πλάνα του, όμως, είναι πιο λειτουργικά από ποτέ, θέτοντας την μακραίωνη ιστορία του συγκεκριμένου τόπου σε ρόλο παρατηρητή των σύγχρονων εξελίξεων, καθώς δίπλα στα γοτθικά και μεσαιωνικά κτίρια με τις πάμπολλες πτυχώσεις, ανεγείρονται σύγχρονα ανοικονόμητα αδέρφια από μπετόν και γυαλί. Μπορεί, λοιπόν, να είναι ένα φιλμ λιγότερο σύνθετο από τα μείζονα του Ράντου Ζούντε, με αφήγηση πολύ πιο ήπια που δε βρίσκει πάντοτε τον τρόπο να αναπτυχθεί με ακρίβεια, αλλά αποτελεί μια κινηματογραφική καταγραφή επίκαιρη και αναγκαία, με το βλέμμα στραμμένο στα σύγχρονα αδιέξοδα.














