What's On Un amore a Roma

5 Οκτωβρίου 2017 |

0

Un amore a Roma

Σκηνοθεσία: Ντίνο Ρίζι

Με τους: Μυλέν Ντεμονζό, Έλσα Μαρτινέλι, Πήτερ Μπάλντουιν, Κλαούντιο Γκόρα, Μαρία Πέρσι

Αγγλικός τίτλος: Love in Rome

Διάρκεια: 107΄

Έτος παραγωγής: 1960

Ένας γοητευτικός, ευγενούς καταγωγής – αν και ξεπεσμένος – διανοούμενος (Πήτερ Μπάλντουϊν), που εγκαταλείπει (δίχως εξηγήσεις και πολύπλοκες διαδικασίες) όποια ελεγκάν, τριζάτη και αριστοκρατική γυναίκα τον περιστοιχίζει και τον ερωτεύεται. Μια νεαρή, όμορφη, τσαχπίνα, λαϊκής καταγωγής σουμπρέτα και επίδοξη ενζενί (Μιλέν Ντεμονζό), που πλαγιάζει με όποιον της «γυαλίσει», αφού απ’ αυτό το υλικό είναι φτιαγμένη… όπως ισχυρίζεται. Δύο άνθρωποι θελκτικοί, δυναμικοί και ερωτεύσιμοι… που ερωτεύονται. Μεταξύ τους. Παράφορα.

Μια σχέση-όλεθρος ξεκινά στα σοκάκια της νυχτερινής Ρώμης. Η εναλλαγή των εποχών απομακρύνει την ευτυχία και φέρνει εγγύτερα την τραγωδία. Της ψυχής. Τα καλοκαίρια, η σχέση τους πότε γκρεμίζεται και πότε ανασταίνεται. Οι συγκρούσεις αλλεπάλληλες με διαλείμματα ανασύνταξης του έρωτα. Καλοκαίρι, βλέπεις. Ο καιρός της κορύφωσης των συναισθημάτων και της έκρηξης των ορμονών και της λίμπιντο. Οι παραλίες, τα κρεβάτια, οι άδειοι δρόμοι, τα καφέ, οι ταβέρνες με θέα στη θάλασσα, ακόμη κι ένα τελεφερίκ… δονούνται από το αδιέξοδο πάθος που τελικά θα καταστρέψει και τους δύο.

Η πλοκή τούτου του ελάχιστα γνωστού, αλλά πολύ καλοφτιαγμένου ιταλικού ρομαντικού δράματος (δεν θα σχολιάσω το γεγονός πως η άτυχη μοίρα που το ‘ριξε στα χέρια του έλληνα διανομέα το οδήγησε στις αίθουσες με τον ανεκδιήγητο τίτλο «Η νυμφομανής» – για να μη συγχυστώ), προαλείφει εκείνη δύο άλλων – υψηλότατου κινηματογραφικού προφίλ – δημιουργιών, όπως το «Eva» (1962) του Τζόζεφ Λόουζι και το Οσκαρικό «Darling» (1965) του Τζων Σλέσινγκερ. Εδώ, η φαμ-φαταλική ηρωίδα (που αδυνατεί να δαμάσει τον εαυτό της ώστε να παραμείνει πιστή στην αληθινή της αγάπη για μεγάλο διάστημα), ερμηνεύεται από την γλυκύτατη Ντεμονζό – μάλλον στον πιο σημαντικό και αξιόλογο ρόλο της καριέρας της.

Όπως στην προαναφερθείσα «Eva», έτσι κι εδώ η ηρωίδα έχει θέσει ως στόχο την κινηματογραφική καριέρα : ωστόσο, δε μοιάζει ικανή να εξασφαλίσει παρά μονάχα κάτι ρολάκια σε δευτεροκλασάτα peplum (ή ταινίες «χλαμύδας», επί το ελληνικότερο – είδος το οποίο υπηρέτησε σε μεγάλο βαθμό και στην πραγματικότητα η Ντεμονζό), καθώς (με άκρως διασκεδαστικό τρόπο) ένας από τους σπουδαιότερους κινηματογραφιστές αυτής της χώρας, ο Βιτόριο ντε Σίκα, πραγματοποιεί cameo εμφάνιση σε ρόλο συγχυσμένου και αλαφιασμένου σκηνοθέτη ενός απ’ αυτά!

Ο αληθινός πρωταγωνιστής του φιλμ είναι ο Μπάλντουϊν, ο οποίος – ως δοκιμιογράφος – επωμίζεται και τον σχολιασμό σε πρώτο πρόσωπο που εξομαλύνει τα περιστασιακά κενά και τα χρονικά χάσματα της αφήγησης (η ιστορία εξελίσσεται σε διάστημα πολλών μηνών). Ο ίδιος είναι μπλεγμένος και με δύο ακόμα γυναίκες στη διάρκεια του φιλμ – την Έλσα Μαρτινέλι (η ταινία ανοίγει με μια υπέροχη νυχτερινή σεκάνς των δύο στη φημισμένη «Πιάτσα ντι Σπάνια» της Ρώμης) και την Αυστριακή Μαρία Πέρσι (την ευφυή αλλά ενάρετη κόρη ενός φίλου του πατέρα του, ενός μεσήλικα κυνηγού της «φρέσκιας σάρκας», στα θηράματα του οποίου συγκαταλέγεται και η Ντεμονζό).

Αν και οι ρόλοι τους είναι εμφανώς δεύτεροι, αμφότερες ερμηνεύουν χαρακτήρες με σάρκα και οστά και με αληθινή δυναμική, μακριά απ’ οτιδήποτε θα παρέπεμπε σε στερεότυπο (ο ήρωας μάλιστα, σε μια στιγμή αδυναμίας, απογοητευμένος από την ιδιότροπη και σκαμπρόζικη φύση της Ντεμονζό, κάνει πρόταση γάμου στην εκπρόσωπο της «ανώτερης τάξης» Πέρσι, αλλά δεν είναι σε θέση να την διαχειριστεί και να την ακολουθήσει μέχρι τέλους).

Φιλμ γεμάτο οξυδερκείς διαλόγους που απορροφούν τον θεατή, παρόλα αυτά δεν συγκρίνεται με αντίστοιχου ύφους δουλειές π.χ. ενός Αντονιόνι : το βασικό του ελάττωμα έχει να κάνει με τη σκηνοθετική διαχείριση της κλιμάκωσης, ειδικότερα στο τελευταίο κομμάτι, στοιχείο που – μέχρι να φτάσεις εκεί – το καθιστά ελαφρώς κουραστικό. Απ’ την άλλη, ο φωτισμός του (αυτή η ασύλληπτη εναλλαγή του αστραφτερού με το σκιώδες, που – ως επί το πλείστον – αποτυπώνει στα πλάνα και την συναισθηματική κατάσταση των ηρώων) είναι αριστουργηματικός, προσδίδοντας στο φιλμ όχι μόνο ατόφια κομψότητα αλλά και μια πραγματική αίσθηση του στυλ.

Παρεμπιπτόντως και με δεδομένη την έφεση του συγκεκριμένου σκηνοθέτη στο καυστικό, δεικτικό χιούμορ, ο θεατής καλωσορίζει στο φιλμ – εν μέσω μιας γενικότερης κατήφειας και μελαγχολικής ατμόσφαιρας που αναδύεται από το θέμα του – τόσο το περιστατικό με τον Ντε Σίκα, όσο και την σπαρταριστή εικόνα ενός παχύσαρκου μεσήλικα που με απάθεια καπνίζει και συγχρόνως καταβροχθίζει το φαγητό του σε ένα πάρτι, καθώς ο ήρωας προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει την καλή του στο τηλέφωνο. Όπως και την σαρκαστική ατάκα της επίδοξης ενζενί Ντεμονζό, όταν λέει στον ήρωα πως έχει ήδη εμφανιστεί σε ένα φιλμ που λεγόταν «Poveri ma belli» (Φτωχοί αλλά Ωραίοι, 1957) – γυρισμένο από (ποιόν άλλο παρά) τον ίδιο τον σκηνοθέτη και του συγκεκριμένου – αλλά πως ο ρόλος της κόπηκε στο μοντάζ!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑