What's On Transit

18 Απριλίου 2019 |

0

Transit

Σκηνοθεσία : Κρίστιαν Πέτζολντ

Με τους : Φραντς Ρογκόφσκι, Πάουλα Μπέερ

Διάρκεια : 101’ (Γερμανία/Γαλλία, 2018)

«Οι μόνοι άνθρωποι με τους οποίους μπορείς να μιλήσεις είναι αυτοί που σωπαίνουν».

«Μόνο ότι αφηγούμαστε τελειώνει»

«Ποιος ξεχνά ευκολότερα; Αυτός που μένει ή αυτός που επιλέγει να φύγει;»

– Anna Seghers

Τα φιλμ του Κρίστιαν Πέτζολντ κατοικούνται (αδιακρίτως) από χαρακτήρες που παλεύουν με ζητήματα ταυτότητας και μνήμης (ατομικής, συλλογικής και ιστορικής ευθύνης), από φαντάσματα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) που πασχίζουν να δραπετεύσουν από πολέμους (αληθινούς ή ψυχρούς) και να αποφύγουν την μαζική (οποιαδήποτε κι οπουδήποτε) ενσωμάτωση-επανένταξη-ομοιογενοποίηση. Το (σπουδαίο) λογοτεχνικό Τράνζιτο (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα) της συμπατριώτισσάς του Άννα Ζέγκερς, με φόντο τους παγιδευμένους – στην Μασσαλία του Βισύ – πρόσφυγες που προσπαθούν να εγκαταλείψουν τη Γαλλία και τη ναζιστική απειλή, θυμίζει (σε συνδυασμένο κοντράστ με το φωτεινό, ηλιόλουστο μεσογειακό σκηνικό) no man’s land όχι σε εμπόλεμη ζώνη αλλά σε ατμόσφαιρα υπαρξιακής limbo. Ο γερμανός δημιουργός – ολοκληρώνοντας με το συγκεκριμένο (μετά τα Barbara και Phoenix) την άτυπη τριλογία του υπό τον τίτλο «Ο έρωτας σε καιρούς καταπιεστικών συστημάτων» – αποτολμά (με κερδισμένο για μένα το ρίσκο) να αφαιρέσει τον ιστορικό μανδύα, τοποθετώντας την δράση στο σήμερα (ή κάτι σαν σήμερα, οικείο και άχρονο συγχρόνως).

Κι έτσι επιτυγχάνει την ιδιότυπη σύζευξη του τότε με το τώρα, δημιουργώντας μια ευφυή και (στιλιστικά) κομψή, κρυπτικής αφής και υπογείως ποιητική, ιδεολογικά προκλητική κατασκευή. Το στοίχημα είναι απαιτητικό και δύσκολο, το αποτέλεσμα είναι σίγουρο πως δεν θα ικανοποιήσει όλους τους θεατές. Και τούτο διότι, σε (αμιγώς και εξόφθαλμα) δραματουργικούς όρους, μοιάζει να συμπάσχει με την κατάσταση των ίδιων των χαρακτήρων : αδράνεια και τέλμα (το εκτυφλωτικό, ληθαργικό λευκό του σκηνικού θυμίζει μια άλλη πόλη κι έναν άλλον ήρωα – εξίσου καθηλωμένο, τον Μπρούνο Γκανζ στη Λισσαβόνα του Dans la ville blanche). Όμως, φευ, δεν είναι διόλου έτσι : απλά, ο Πέτζολντ αρνείται να εκπέσει, να συμβιβάσει το καλλιτεχνικό turmoil (ή τους εσωτερικούς κραδασμούς) που του προκαλεί η πρόζα της Ζέγκερς προκειμένου να γίνει πιο αρεστός, απλουστευτικός και προσβάσιμος.

Με τα ναζιστικά στρατεύματα να βρίσκονται λίγο έξω απ’ το Παρίσι, γερμανός πρόσφυγας (ο Φραντς Ρογκόφσκι του Victoria, του Happy End και του Στους Διαδρόμους – με το κατσούφικο σουλούπι που παραπέμπει σε Γιόακιν Φίνιξ) δραπετεύει από την Πόλη του Φωτός (και του νυν Σκότους) για την (ακόμη) ελεύθερη, σε ουδέτερη ζώνη ευρισκόμενη Μασσαλία (ένα flipside της Καζαμπλάνκα, βγαλμένο λες από την ίδια αισθητική και σημειολογική μήτρα).

Προτού την εγκαταλείψει (με περιπετειώδη τρόπο), γίνεται κάτοχος προσωπικών εγγράφων άρτι αυτόχειρα συγγραφέα : ενός ιδιόχειρου γράμματος από τη γυναίκα του και μιας επιστολής από την Πρεσβεία του Μεξικού που βεβαιώνει την χορήγηση βίζας στον τελευταίο. Καθώς η είσοδος (σε πρώτη φάση) στην πόλη-λιμάνι της Μασσαλίας επιτρέπεται μόνο σε όσους μπορούν να αποδείξουν ότι πραγματικά επιθυμούν (και έχουν τις προϋποθέσεις) να ταξιδέψουν, ο ήρωας υιοθετεί (στην απελπισία του) την ταυτότητα του εκλιπόντος (τι ειρωνεία, για έναν τύπο που η υστεροβουλία του γραπτού λόγου – που σε δεύτερο χρόνο κατατρώγει την εμπειρία – δεν του χρειάζεται).

Η απώλεια της ταυτότητάς του δεν γίνεται σταδιακά. Έχει προϋπάρξει το ριζικό σβήσιμό της μέσα στη μνήμη του. Η πλαστοπροσωπία γίνεται εν κρυπτώ, χίλιοι δυο (και μαζί η ανάδειξη μιας καφκικής γραφειοκρατίας) ανακατεύονται κι ο καθένας ξέρει μόνο ένα κομματάκι της μεταλλαγμένης «αλήθειας». Αναμένοντας τον προγραμματισμένο απόπλου, έρχεται σε επαφή με άλλους πρόσφυγες που ομοίως καρτερούν την (πολυπόθητη) άδεια διέλευσης (τράνζιτο) – που χορηγείται από μια χώρα μόνο όταν είναι βέβαιο πως δεν θέλεις να μείνεις σ’ αυτήν (απλώς διέρχεσαι πριν από τη χώρα τελικού προορισμού) – η οποία θα τους οδηγήσει στην ασφάλεια και την ελευθερία (έναν μαέστρο που προσδοκά να φτάσει στο Καράκας, μια μελαγχολική εβραία που καλοβλέπει τις ΗΠΑ).

Θα συναναστραφεί για λίγο την (μετανάστρια απ’ το Maghreb της Βόρειας Αφρικής) κωφάλαλη χήρα και τον μικρό γιο του φίλου που τον συντρόφευε στο ταξίδι της σωτηρίας απ’ το Παρίσι (δίχως τελικά ο ίδιος να τα καταφέρει) αλλά και μια μυστηριώδη, μελαχρινή γυναίκα (Πάουλα Μπέερ) που αναζητεί απεγνωσμένα στους νεοαφιχθέντες τον άντρα της (τον… αυτόχειρα). Καθώς την ερωτεύεται, αναζητεί τρόπο να γλυτώσει και την ίδια απ’ το επικείμενο χάος (και τις – προ των πυλών – ναζιστικές φάλαγγες) δίχως να αποκαλυφθεί η απάτη του.

Οι χαρακτήρες είναι ευδιάκριτοι. Τα κίνητρά τους, ομοίως. Το σκηνικό του πολέμου, όχι. Λες και δεν έφτανε (από μόνη της) η πολυπλοκότητα της νουβέλας, ο Πέτζολντ αποφασίζει να υψώσει κι άλλο τον πήχη. Παρακάμπτοντας την ιστορική ανάπλαση της τελευταίας, τοποθετεί τα πρόσωπα στη Μασσαλία του σήμερα. Δεν υπάρχουν αρματωμένοι στρατιώτες ή τανκς και οδοφράγματα στους δρόμους, αλλά περιπολικά και βανάκια (με ειδικές ομάδες) της Αστυνομίας. Αποκλειστική ενδυματολογική επιλογή που (θα μπορούσε να) παραπέμπει στην εποχή της νουβέλας είναι εκείνη των δύο πρωταγωνιστών (του Ρογκόφσκι και της Μπέερ).

Λέξεις-κλειδιά όπως «φασίστες», «στρατόπεδα», «εκκαθαρίσεις» είναι κι οι μόνες που θυμίζουν κατοχική Γαλλία. Η απόφαση αυτή δίνει στο σενάριο την δυνατότητα να προβεί σε απίστευτους (και εντυπωσιακά λειτουργικούς) συσχετισμούς με την τρέχουσα πραγματικότητα : ενώ οι λιμοκτονούντες, φοβισμένοι Ευρωπαίοι πρόσφυγες (στο προσκήνιο) λαχταρούν τη φυγή και την ευκαιρία μιας νέας ζωής, ο ήρωας διασταυρώνεται με τους σύγχρονους Αφρικανούς μετανάστες που βιώνουν τη δική τους κόλαση (καθηλωμένοι σε μια «μονιμότερη της προσωρινής» ζώνη, οραματιζόμενοι διαρκώς – και ίσως μάταια – τη μετάβαση σε μια πολυπόθητη Γη της Επαγγελίας).

Όταν η φωνή του αφηγητή επισημαίνει πως οι ντόπιοι «δεν σε βλέπουν, δεν υπάρχεις στον κόσμο τους» η (ισχυρή) εντύπωση και το (αποκαρδιωτικό) μήνυμα είναι πως τίποτα δεν έχει αλλάξει στο … τράνζιτο αμέτρητων χαμένων ψυχών, παρά μόνο οι έριδες και οι συγκρούσεις που (διαχρονικά, σαν επαναλαμβανόμενη διαδικασία) το θέτουν σε κίνηση (κι εσύ θυμάσαι κείνη την άλλη πόλη-τράνζιτ, την Χάβρη του Καουρισμάκι : την πόλη όπου «…κυκλοφορούν περισσότερα πιστοποιητικά γέννησης από όσα ψάρια στη θάλασσα» και Βασιλεύουσα σε ταινίες που σημάδεψαν την τέχνη του σινεμά, όπως η Αταλάντη, το Λιμάνι των Απόκληρων κι οι Εραστές της Ποντ-Νεφ).

Όσοι είναι εξοικειωμένοι με την νουβέλα, θα αντιληφθούν πως ο Πέτζολντ ναι μεν χρησιμοποιεί (πέρα απ’ το voice-over που μπαινοβγαίνει στην πλοκή διαδραματίζοντας σημαίνοντα ρόλο και την ταυτότητα του αφηγητή να παραμένει μυστήριο σχεδόν μέχρι τέλους) στοιχεία του αφηγηματικού καμβά της τελευταίας (τις ανεκδοτολογικές ιστορίες των προσφύγων, το ανολοκλήρωτο λογοτεχνικό χειρόγραφο του αυτόχειρα) αλλά δεσπόζουσα θέση στη δική του αφήγηση κατέχει το ερωτικό τετράπλευρο (κι όχι τετράγωνο, είναι θέμα συναισθηματικής γεωμετρίας) ανάμεσα στον ήρωα, τη μυστηριώδη γυναίκα, έναν αποκαρδιωμένο γιατρό και τον αυτόχειρα-νεκρό σύζυγο, που – μεμονωμένα ιδωμένο – λες μέχρι κι ότι αποτυγχάνει να εκπέμψει σπινθήρες ικανούς να φλέξουν την Οθόνη (αν τα κατάφερνε και κει, ίσως μιλούσαμε για ένα μικρό αριστούργημα) : σ’ αυτό, ενδεχομένως συμβάλλει και η σπαταλημένη (όσο να πεις) παρουσία της – τόσο εξαιρετικής στο Frantz του Φρανσουά Οζόν – Μπέερ (ένας λόγος παραπάνω να αγαπάει κανείς το κορίτσι, είναι επειδή θυμίζει κάπως εκείνο το άλλο υπέροχο πλάσμα – την Astrid Bergès-Frisbey). Δεν την εκμεταλλεύεται όσο πρέπει ο Πέτζολντ, με βάση αυτά που η τελευταία μπορεί να κάνει.

Το εν πολλοίς βιωματικό (το βιωμένο υλικό του τρόμου που γίνεται αλληγορική μυθοπλασία), υπαρξιακό-στοχαστικό θρίλερ της Ζέγκερς (η ίδια σε τράνζιτο και υπό ψυχολογική πίεση στη Μασσαλία – έναν Ενδιάμεσο Τόπο, μια πανσπερμική Αίθουσα Αναμονής που θυμίζει τεράστιο Μεταγωγών, να περιμένει στις ατέλειωτες ουρές των προξενείων και στα café, ρισκάροντας να πέσει στα χέρια των ναζί ή να την παραδώσουν σ’ αυτούς) τοποθετείται στην καρδιά του σαρωτικού κύματος που ανάγκασε έναν ολόκληρο κόσμο μεταναστών (βετεράνοι του ισπανικού εμφυλίου, λιποτάκτες, εβραίοι, συγγραφείς, καλλιτέχνες, γερμανοί αντιφρονούντες) να φύγουν κυνηγημένοι από κάθε γωνιά της Γαλλίας (από στρατόπεδα, ξενοδοχεία, πανσιόν) πασχίζοντας να φτάσουν στον μοναδικό προορισμό Εξόδου (ως άλλοι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι) που τους απέμενε : το λιμάνι της Μεσογείου (και αληθινό πρωταγωνιστή βιβλίου και φιλμ). Κανείς δεν αμφιβάλλει για την (επικείμενη) ολοκληρωτική κατοχή της Γαλλίας. Το παλιό λιμάνι, τα συνωστισμένα καφενεία, τα δρομάκια της πόλης, ο άνεμος μιστράλ που απειλεί να σκορπίσει τούτο το πολύχρωμο, πολυεθνικό-πολυφυλετικό χωνευτήρι κι όσους ελπίζουν να βάλουν τη θάλασσα ανάμεσα στη βαρβαρότητα και τους ίδιους.

Η Σκόνη του Χρόνου. Τα κορεσμένα πανδοχεία-αυτοσχέδιες κρυψώνες, προσωρινά καταφύγια ερώτων ανωνύμων, εκ προοιμίου υπονομευμένων (όπως και κάθε άλλη μορφή κοινωνικοποίησης) από την εμμονή της (αναγκαστικής) αναχώρησης και (οριστικής ίσως) εγκατάλειψης της Ευρώπης για άγνωστους προορισμούς. Έρωτας, φυγή, δέσμευση και ηθικός ενδοιασμός, όλα ανακατεμένα σε μια φούγκα θανάτου.

Ο ήρωας προβάλλει μέσα στη σύνθεση του κάδρου σαν φωτισμένη λεπτομέρεια, κινούμενος ιδιότυπα – πότε ομόρροπα και πότε αντίρροπα – μες στο ανθρώπινο ποτάμι. Η (απλή) ικανοποίηση του να ζήσει το τώρα – το παρόν, είναι το καύσιμό του. Γυρίζει πέρα-δώθε σαν τη μύγα, σκαρφίζεται διάφορα (αμφίβολα και μη εύλογα) για να βγάλει τη μέρα. Η Μασσαλία δεν είναι απλώς ένα γεωγραφικό όριο, αλλά η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο.


Μήπως όμως δεν πρόκειται παρά για στίφη ήδη νεκρών (που έχουν εγκαταλείψει την πραγματική ζωή στις χαμένες τους χώρες), οι οποίοι ακολουθούν τον θάνατο (ή τον σχεδόν θάνατο ενός αβέβαιου μέλλοντος) στην απέναντι όχθη; Όσο αμετάκλητο και διαδραματισμένο το παρελθόν, τόσο ανεξιχνίαστο και απροσπέλαστο το μέλλον. Το μόνο που μπορείς να επηρεάσεις (σε πείσμα κάθε εξωγενούς παράγοντα) είναι αυτό που συμβαίνει εδώ και τώρα, στο μεταίχμιο του χθες με το αύριο, πάνω στο (νοητό) σύνορο της ζωής με το θάνατο. Αυτό που παραμένει ρευστό (που μπορείς να το παίξεις), που περικλείει όλες τις εκδοχές (κι αφήνει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα) είναι οπωσδήποτε το παρόν. Και το παρόν διαρκεί πολύ.

Κατά πως φαίνεται, είναι αυτό που μας ορίζει (και στο οποίο εμμένουμε). Ο ήρωας το τυλίγει και το ξετυλίγει (όπως το μπλεγμένο κουβάρι της αφήγησης) σαν να μην επιθυμεί καμία λύση-κάθαρση. Λες κι οτιδήποτε τέτοιο του προκαλεί θλίψη. Η ζωή είναι εδώ. Πίσω και μπρος θάνατος. Και ο χρόνος, κι αυτός εδώ. Απέραντος. Σαν την θάλασσα που ξερνάει στη μνήμη μορφές όπως τα ανασυρμένα ναυάγια ή τα φαντάσματα που μας επισκέπτονται ύστερα από επίμονες επικλήσεις. Οι στίχοι απ’ το Road To Nowhere των Talking Heads που συνοδεύουν τους τίτλους τέλους, είναι χαρακτηριστικοί:

Well we know where we’re goin’

but we don’t know where we’ve been

And we know what we’re knowin’

but we can’t say what we’ve seen…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Βγήκαν, λοιπόν, στις αίθουσες, οι «Νεκροί» του Τζιμ Τζάρμους. Ευκαιρία να μάθουμε την άποψή σας! Ποια είναι η αγαπημένη σας ταινία μυθοπλασίας του πρίγκιπα του coolness;
  • FB Cinedogs

  • Latest