What's On Thelma

19 Απριλίου 2018 |

0

Thelma

Σκηνοθεσία : Γιόακιμ Τρίερ

Με τους : Έιλι Χάρμπο, Κάγια Γουίλκινς, Χένρικ Ράφαελσεν, Έλεν Ντόριτ Πέτερσεν

Διάρκεια : 116’

O Μπέργκμαν συναντά τον Στήβεν Κινγκ κι ο λεσβιακός τρόμος μπερδεύεται σαγηνευτικά και προβοκατόρικα με τον φανταστικό. Ο σκηνοθέτης του Ήχου της Σιωπής, του Όσλο, 31 Αυγούστου και του εξαίρετου Reprise (που ελάχιστοι μνημονεύουν) επιστρέφει με ένα (δυσοίωνο στο μεγαλύτερο μέρος και στην πορεία μέχρι το τελικό… ξέφωτο) φιλμ που πραγματεύεται την πάλη του ανθρώπου με τις πιο μύχιες, σκοτεινές του επιθυμίες. Το ότι κάτι δεν πάει καλά με την ηρωίδα, την Θέλμα, το αντιλαμβάνεσαι καθώς την πρωτοσυναντάς, μικρό κοριτσάκι ακόμη, να ζει με τους (βαθιά θρησκευόμενους) γονείς της σε μια απομακρυσμένη κοινότητα της νορβηγικής ακτογραμμής. Και κυρίως, τη στιγμή που ο πατέρας της (Χένρικ Ράφαελσεν) την παίρνει μαζί του για κυνήγι στις όχθες της παγωμένης λίμνης, δίπλα στο σπίτι τους.

Η Θέλμα που προπορεύεται καθηλωμένη απ’ τη θέα ενός ελαφιού (όχι του Λάνθιμου, κανονικού), δεν αντιλαμβάνεται τον πατέρα της που στέκει σιωπηλός σημαδεύοντας (αντί για το θήραμα) το κεφάλι της με το όπλο του. Μπορεί να μην τραβά την σκανδάλη, όμως ο πειρασμός είναι διάχυτος στην ατμόσφαιρα. Ο ρυθμός διαφέρει απ’ τις προηγούμενες δουλειές του δημιουργού, ωστόσο είναι παρούσα η ίδια μελαγχολική αχτίδα που χαϊδεύει τα δράματά του. Ο νορβηγός εκπρόσωπος του υπαρξιακού τρόμου μπολιάζει την ιστορία ενηλικίωσής του με μια πρέζα νεανικού ερωτισμού, εκφραζόμενος περισσότερο με στυλ παρά με δράση. Κι όμως, κάθε λύση που προκρίνεται, κάθε βήμα παραπέρα, κολυμπάει (βασανιστικά) στο σκοτάδι, μέχρι να συναντήσει (κάποια στιγμή, επιτέλους) το φως.

Το βάρος του αφηγηματικού άξονα μετατοπίζεται (περίπου) μια δεκαετία μετά τον εντυπωτικό τούτο πρόλογο, όταν και η ηρωίδα – που την υποδύεται τώρα με εντυπωσιακά «άδειο» βλέμμα η Έιλι Χάρμπο – (ενάντια στις επιθυμίες των δικών της) εγγράφεται στο πανεπιστήμιο του Όσλο και εγκαταλείπει την οικογενειακή εστία. Αποξενωμένη και αταίριαστη (εν τούτοις κυριαρχική και αυτόνομη), δίχως κοινωνικές δεξιότητες ανάλογες κάποιας που μεγάλωσε σε κοσμικό περιβάλλον, με εμφανή συστολή (κάτω από ένα ιδιότυπα εύθραυστο περίβλημα), η Θέλμα μοιάζει να φοβάται όχι τους άλλους αλλά κυρίως… τον εαυτό της.

Κι αυτό που υπάρχει μέσα της (και αναταράσσει το Είναι της) θα αρχίσει να αποκαλύπτεται ένα μουντό απόγευμα στη Βιβλιοθήκη της Σχολής, παρουσία της γοητευτικής συμφοιτήτριάς της, Άνια (Κάγια Γουίλκινς). Ο ηλεκτρισμός στην ατμόσφαιρα αποδεικνύεται ανεξέλεγκτος, μη διαχειρίσιμος, κι η ηρωίδα – που κλονίζεται συθέμελα – αρχίζει να χτυπιέται στο πάτωμα. Η καινούργια γνωριμία είναι εκεί και την περιμένει, όταν συνέρχεται : η Άνια είναι τόσο ζεστή και εξωστρεφής, όσο ψυχρή και περιχαρακωμένη είναι η Θέλμα. Η έλξη όμως ανάμεσά τους ακαριαία, δίχως καμιά απ’ τις δυο να μπορεί να την ελέγξει.

Ο Τρίερ προικίζει τους δύσκαμπτους καταναγκασμούς (και τις αγωνίες) της ανακάλυψης του Εαυτού με ένα υπερφυσικό φορτίο (που σκορπάει στο φιλμ υπέροχη αίσθηση) : πουλιά που χτυπούν στα τζάμια με ορμή, ερπετά που τυλίγουν το σώμα της ηρωίδας και γλιστρούν στο στόμα της και στα Όνειρά της, η Άνια (το ανομολόγητο αντικείμενο του πόθου που θέτει σε δοκιμασία το χριστιανικό background της Θέλμα, ενεργοποιώντας την εσωτερική της πάλη για να αποτάξει το …απαγορευμένο) να εμφανίζεται κάποιο βράδυ (σαν απ’ το πουθενά) στις παρυφές ενός μαύρου δάσους που περιβάλλει τον κοιτώνα της ηρωίδας. Και λίγο αργότερα, η (από κοινού) παρακολούθηση μιας συναυλίας, εκεί όπου (σε μια υπέροχης σύλληψης και εκτέλεσης σεκάνς) το κρεσέντο της συμφωνικής ακολουθεί τους «οργασμικούς» κραδασμούς της ηρωίδας (κι η αναδυόμενη ατμόσφαιρα μοιάζει να απειλεί ακόμη και τις ζωές όλων όσων παρευρίσκονται στην αίθουσα).

Ο θεατής (όπως κι η ηρωίδα) μπορεί να νομίζει πως βρίσκεται σε μια γλυκιά ιστορία ενηλικίωσης που (ενδεικτικά) χρησιμοποιεί στοιχεία απ’ το υπαινικτικό σινεμά τρόμου για να χαρτογραφήσει το οδυνηρό και δύσβατο μονοπάτι προς την αυτογνωσία, όμως οι εκπλήξεις είναι μεγάλες (…και δεν επιτρέπονται τα spoilers) κι έτσι θα μάθει πως κι οι δυο τους βρίσκονται σε ένα τελείως διαφορετικό φιλμ. Από κει και ύστερα, η ταινία εξελίσσεται σαν να βλέπεις το Carrie με τον σουηδό υπαρξιστή (που αναφέραμε στην αρχή) στην καρέκλα του σκηνοθέτη, αντί του Ντε Πάλμα.

Το παγωμένο παραμύθι του Τρίερ, γυρισμένο σε υπνωτικό σινεμασκόπ και διάστικτο από συμβολική εικονογραφία (ο χοντρός πάγος που καλύπτει την επιφάνεια της λίμνης στο πατρικό της ή η αδυναμία της ηρωίδας να αναδυθεί στην επιφάνεια μιας πισίνας που μοιάζει να στεγανοποιείται πάνω απ’ το κεφάλι της γιγαντώνουν μια απελπιστική εικόνα απομόνωσης απ’ τον υπόλοιπο κόσμο), μεταλλάσσει τον καθολικό πόνο που ανακύπτει απ’ την σταδιακή αποκάλυψη ενός οικογενειακού δράματος σε μια ελεγεία υπαρξιακού τρόμου, χρησιμοποιώντας τα καλύτερα συστατικά του είδους.

Ο πόθος, η σαρκική επιθυμία, δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου, αν και το φιλμ εμμένει (σταθερά) προσηλωμένο και «κλειδωμένο» στην αφοπλιστική, εξουσιαστική ισχύ του γυναικείου σώματος, και στο πως η δύναμη της φυσικής έλξης περιπλέκεται μέσα στην (ενίοτε φαινομενική) ρηχότητά της και αντάμα συμπαρασύρει όλα τα φυσικά στοιχεία τριγύρω της. Όσο το φιλμ ξεμακραίνει, τόσο η σεξουαλική έλξη μετατρέπεται σε «…σκοπό που αγιάζει τα μέσα». Καθώς η ψυχοσωματική κατάσταση της ηρωίδας επιδεινώνεται και η τελευταία διαγιγνώσκεται με ψυχογενές, μη επιληπτικό σύνδρομο κρίσεων (μια ταλαιπωρία που κάποτε, σε χαλεπούς καιρούς, στιγμάτιζε τις γυναίκες ως… μάγισσες), ο σκηνοθέτης την αξιοποιεί μετατρέποντάς την σε ένα (ανατριχιαστικά) ιδιοφυές σχόλιο για την ανθρώπινη ταυτότητα.

Καταδυόμενος στο ερμητικό, ζοφερό παρελθόν της Θέλμα (γιατί η μητέρα της – η Έλεν Ντόριτ Πέτερσεν του Blind – είναι σε αναπηρικό καροτσάκι;), ο Τρίερ εγκαταλείπει την ρεαλιστική αμεσότητα των προηγούμενων ταινιών του για χάρη μιας νατουραλιστικής πανδαισίας στην οποία η φυσική εικονογράφηση (ο διάλογος με τα στοιχεία της φύσης) αποκαλύπτει όλα εκείνα που οι χαρακτήρες αρνούνται να ομολογήσουν (ακόμα και) στον εαυτό τους. Με την πάροδο του χρόνου, οι οπτικές επινοήσεις ενός τυπικού, ψυχολογικού θρίλερ αντικαθίστανται από εικαστικές συλλήψεις βιβλικής μανίας.

Όσο πιο ενοχλητικές και απειλητικές οι τελευταίες, τόσο πιο θεμελιώδη τα ερωτήματα που εγείρουν. Το πρώτο μισό του φιλμ εξετάζει τις (υπαρκτές) δυσκολίες μιας νεαρής κοπέλας να σταθεί στα πόδια της και να απογαλακτιστεί απ’ τους γονείς της, ενώ το δεύτερο μισό στοχάζεται πάνω στην (βασική) αξιακή διακύβευση της αδιαπραγμάτευτης, άνευ όρων αγάπης και του κατά πόσο οι άνθρωποι χρειάζονται (στην πραγματικότητα) ο ένας τον άλλο.

Ο Τρίερ επιλέγει την τακτική του «άδειου δοχείου» για την ηρωίδα του (η οποία συχνά κινείται στα όρια του μη-χαρακτήρα), πάνω στο οποίο αντανακλάται όλη η παραπαίουσα διαταραχή που επινοεί για κείνην. Με κίνδυνο, ορισμένες φορές, όσα συμβαίνουν τριγύρω της να φαντάζουν – ερήμην της – πιο ενδιαφέροντα απ’ την ίδια (το ξεπερνάς, ωστόσο, γρήγορα), ο νορβηγός σκηνοθέτης κατασκευάζει μια ιστορία που μουδιάζει τις κλειδώσεις σου όπως ο πυρετός, που κολλάει πάνω σου αποπνικτικά όπως η υγρασία και που την κουβαλάς μέσα σου για καιρό μετά το τέλος της. Η λιτότητά της αρχίζει να πυκνώνει καθώς η θερμοκρασία του σώματος της ηρωίδας ανεβαίνει, αποκαλύπτοντας τις (πρότερα) αδρανείς, εν υπνώσει δυνάμεις της, μεθοδεύοντας τον σκοπό της και καλώντας τον θεατή να συμμετάσχει σ’ αυτήν, ενεργοποιώντας τις πιο άβολες παρορμήσεις του.

Όταν η Θέλμα ατενίζει την άβυσσο, η τελευταία της ανταποδίδει το βλέμμα, κι οι δυο πλευρές μοιάζουν ευτυχισμένες μ’ αυτό που αντικρίζουν : την αίσθηση μιας αέναης νηνεμίας. Η (απειλητική) αταραξία αυτού του υπαινικτικού φιλμ γίνεται τελικά το πιο τρομακτικό του πράγμα, καθώς ο σκηνοθέτης συμβιβάζει τις εσωτερικές με τις εξωτερικές επιθυμίες και την πίστη με τα βαθιά συναισθήματα της ηρωίδας του, αφήνοντάς μας εν τέλει να αναρωτιόμαστε πως θα ήταν ο κόσμος αν ο καθένας είχε την ικανότητα να μετουσιώνει τις μύχιες σκέψεις του σε πράξεις (όσο κι αν στο φινάλε η ερεθιστική εικόνα ενός γυναικείου στόματος που σκύβει απαλά – σαν φθινοπωρινό χάδι – πάνω στον λαιμό της ηρωίδας, δημιουργεί την ευδαιμονική αίσθηση πως κάθε πρόσκαιρη, επίγεια Εδέμ αξίζει την Κόλαση που θα περάσεις για να την κατακτήσεις).




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑