What's On The Wild Pear Tree (Ahlat Ağacı)

3 Ιανουαρίου 2019 |

0

The Wild Pear Tree (Ahlat Ağacı)

Σκηνοθεσία : Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν

Με τους : Ντογκού Ντεμιρκόλ, Μουράτ Σεμσίρ, Μπενού Γιλντιριμλάρ, Χαζάρ Εργκουκλού

Διάρκεια : 188’

Οι καρποί της Γκορτσιάς (αυτή είναι η ελληνική λέξη για την αγριοαχλαδιά, κύριοι διανομείς) είναι στρόγγυλοι, μικροί, ροζιασμένοι και αρκετά στυφοί. Όταν παραγίνονται, η σάρκα τους παίρνει το σκούρο, μεστό χρώμα της προχωρημένης φθινοπωρινής γης (η γιαγιά μου στην Ήπειρο, τα παραγινομένα γκόρτσα τα έλεγε… μπούνες). Τα γκόρτσα μεγάλωσαν πολλές γενιές φτωχών Ελλήνων (αποξηραμένα δε, γίνονται γευστικότατο χουσάφι για τους κρύους μήνες του χειμώνα – ενώ μεταποιημένα παρέχουν και εξαιρετικό πετιμέζι).

Σήμερα στέκουν αγνοημένα (αν όχι περιφρονημένα) – καίτοι αφθονούν στην ύπαιθρο – απ’ τις νεότερες γενιές (καταναλωτών). Η «Γκορτσιά», λοιπόν, ή αλλιώς Η Άγρια Αχλαδιά, πρωτοστατεί (εκτός από – δεσπόζον ακόμη και ως παρηκμασμένο – ταρκοφσκικού μεγαλείου σύμβολο εντός κάδρου) στις αναμνήσεις και το συγγραφικό πρωτόλειο του κεντρικού χαρακτήρα, στην τελευταία δημιουργία του Νουρί Μπιλγκέ Τζεϊλάν.

Τέσσερα χρόνια μετά την (βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα) Χειμερία Νάρκη ο Τούρκος auteur επιστρέφει επισκεπτόμενος πατρογονικά χώματα και μνήμες (με συνοδεία ατάκες του σουφιστή Γιουνούς Εμρέ : «μην περιφρονείτε το έδαφος, παράδεισο τόσων θησαυρών, αναπαυτήριο των αγίων, εστία χιλιάδων προφητών»), εκεί όπου το χθες συγκρούεται με το σήμερα (με φόντο το επαρχιακό Τσανάκκαλε και τη θάλασσα του Μαρμαρά) σε μια βαθύτατα ποιητική, ελεγειακή ιστορία ενηλικίωσης.

Ο Τσεϊλάν κοιτάζει τη χώρα του μέσα απ’ το γκρίζο πέπλο του παρόντος, δίχως (φανερό) ίχνος ή διάθεση αισιοδοξίας. Και στοχάζεται. Επιβλητικά, αργόσυρτα (μα διόλου βαρετά), με ανέλπιστα πλούσιο διάλογο (απ’ την ώρα που αποφάσισε να μιλήσει, σε κερδίζει ακόμη περισσότερο). Σαν να βυθίζεται (βυθίζοντας και τον θεατή) στο υποβλητικό σύμπαν μιας μακροσκελούς νουβέλας (όπως αυτή που φιλοδοξεί να εκδώσει ο ήρωας). Το συναρπαστικό (σε ιδέες) υπαρξιακό του δοκίμιο αφουγκράζεται τους συσχετισμούς ζωής και τέχνης και την αλλαγή ηθών και αξιών (αλλά και το ρόλο του Ισλάμ) στην σύγχρονη τουρκική κοινωνία, διαθέτοντας ακραιφνές φιλοσοφικό, θεολογικό και πολιτικό υπόβαθρο, μπολιασμένο με σωρεία ηθικών διλημμάτων.

Νεαρός τελειόφοιτος κολλεγίου (Ντογκού Ντεμιρκόλ) επιστρέφει στη μικρή γενέτειρα (με σκοπό να ξαναφύγει όσο πιο γρήγορα γίνεται – ο τόπος είναι μόνο για τους χαμένους). Η έλλειψη χρημάτων σέρνει τα βήματά του πίσω στο πατρικό και σε μια οικογένεια που χειμάζεται απ’ τον εθισμό του δάσκαλου-πατέρα στον τζόγο. Βλοσυρός, σχεδόν αυθάδης, τέκνο της (άμεσα πληττόμενης, αποπροσανατολισμένης) γενιάς της κρίσης, της (βαθιάς) ανεργίας κι ενός μέλλοντος που καλύπτει βαρύ, ανεξιχνίαστο ερωτηματικό.

Η κυματισμένη θάλασσα που αντανακλάται (μέσα απ’ το τζάμι) στο πρόσωπό του στο εναρκτήριο πλάνο, αδιάψευστος μάρτυρας του ψυχισμού και όσων εκτυλίσσονται στο κεφάλι του : σχέδια, αβεβαιότητα, απαισιοδοξία. Ο ξύλινος Δούρειος Ίππος τον υποδέχεται όχι μόνο στα εδάφη της ομηρικής Τροίας, αλλά και σε σκηνικό όπου τα (οικογενειακά) «κάστρα» πέφτουν από μέσα : ο σεβασμός που κάποτε απολάμβαναν στην τοπική κοινωνία παραχωρεί πλέον θέση στις απερίφραστες (και αιχμηρές) αξιώσεις επιστροφής των δανεικών.

Συναντά εφηβικό έρωτα (Χαζάρ Εργκουκλού) σε ξέφωτο του δάσους, με μαντήλι στο κεφάλι και παραιτημένο από όνειρα, έτοιμο να παντρευτεί σιτεμένο κοσμηματοπώλη (που μπορεί και να είδες στο ξεκίνημα του φιλμ). Ένα γαμήλιο κλουβί που παρομοιάζεται με το Δωμάτιο του Θησαυρού («υπάρχουν… σκορπιοί κάτω απ’ το χρυσάφι;»). Κι αν η παρουσία του ήρωα παρακινεί την Χατισέ να αφήσει ξέπλεκη την κόμη, ο ίδιος μοιάζει ανήμπορος να βοηθήσει τον εαυτό του. «Η καρδιά σου τι λέει;», την ρωτάει. «Πότε να ‘ταν τελευταία φορά που η καρδιά μου… μου ψιθύρισε οτιδήποτε;» αναρωτιέται εκείνη.

Το μελαγχολικό θρόισμα των φύλλων (στο φθινοπωρινό αγέρι που δυναμώνει) ψιθυρίζει σαν μοιρολόι, την ώρα που τυλίγει τα μαλλιά στο πρόσωπο του κοριτσιού προαναγγέλλοντας την (πικρή) αυλαία μιας σύντομης συνάντησης. Το κατακόρυφο, κοντινό πλονζέ ενός φιλιού πλάι στην πηγή, υπό τους κελαρυστούς ήχους του νερού, καταλήγει ως βουβά σπαραχτική «κραυγή» απόγνωσης. Ένα τσιγάρο κι ένα κλεμμένο φιλί δεν αρκούν για να λοξοδρομήσει το αναπόφευκτο της μοίρας.

Όταν αντιληφθούμε την ασημαντότητά μας, γιατί το ένστικτο μας ωθεί να πληγωνόμαστε; Δεν θα ‘ταν προτιμότερο εάν το αντιμετωπίζαμε με (κρίσιμη) επίγνωση; Γινόμαστε πρόξενοι των ίδιων μας των πεποιθήσεων. Γι’ αυτό πρέπει να πιστεύουμε στον χωρισμό, όπως πιστεύουμε στην ομορφιά και την αγάπη – και να είμαστε προετοιμασμένοι. Γιατί η ρήξη κι ο αποχωρισμός καραδοκούν πίσω από κάθε τι όμορφο. Γιατί να μην εκλάβουμε τις δοκιμασίες μας ως δομικές ρωγμές που μας βοηθούν να διαπεράσουμε τα μυστήρια που μας συνθέτουν; (στοχασμοί στις όχθες μια λίμνης, με αφορμή το ματαιωμένο ενός Έρωτα).

Ο ήρωας προσεγγίζει με θράσος σε βιβλιοπωλείο γνωστό συγγραφέα της περιοχής και συζητούν (ανταλλάσσοντας αιχμές) για το (πολυσχιδές) βάσανο του χειρισμού των λέξεων. Ακολουθεί έντονη αντιπαράθεση (που συνεχίζεται με αμείωτη ορμή πάνω σε μια γέφυρα), κατά την οποία ο ίδιος επιπλήττεται για τις υπερβολές και το ακραίο που πηγάζει απ’ την απειρία του, ενώ με τη σειρά του αποδοκιμάζει τον φτασμένο ομότεχνό του ως… σκλάβο που περιμένει να πουληθεί!

Ο χειμαρρώδης διάλογος επικαλύπτει την λεπτή διακύβευση περί δημιουργικής, καλλιτεχνικής ελευθερίας. Με απορία (και ολίγον έκπληξη) διαπιστώνει τον τρόπο που λειτουργούν τα πράγματα στην πράξη : την δυσάρεστη αναζήτηση στηρίγματος, πλάτης. Αρκετά ρεαλιστής για να ξέρει πως το γράψιμο δεν πληρώνει λογαριασμούς κι αρκετά ιδεαλιστής για να αντιληφθεί πόσο συμβιβασμένοι (επί της ουσίας) είναι πολλοί συγγραφείς.

Αν θες να επιβιώσεις, πρέπει να προσαρμοστείς (τουτέστιν να συνθηκολογήσεις). Καλή η μόρφωση, αλλά η πιάτσα, το πεζοδρόμιο της ζωής, έχει άλλες απαιτήσεις. Κινείται πάντα εμπρός, προχωράει. Αυτό που μαθαίνεις σήμερα, μπορεί να ‘ναι άχρηστο αύριο. Κι η πραγματικότητα είναι σαν γροθιά που προσγειώνεται στο πρόσωπό σου. Οι μορφωμένοι στέκουν πάντα υπερφίαλοι, ακατάδεχτοι προς τους απλούς ανθρώπους. Τους θωρούν αφ’ υψηλού. Δεν προσαρμόζονται. Κι η αγορά που είναι αμείλικτη και δεν λυπάται κανέναν, τους εξαφανίζει. Όμως εκείνος θέλει να γράψει για τους καθημερινούς ανθρώπους του τόπου που δεν έχουν κανέναν να τους υπερασπιστεί. Κι όχι τουριστικούς ή ιστορικούς οδηγούς για ερείπια και δόξες του παρελθόντος.

Αλλά τι να περιμένεις από έναν τόπο στον οποίο μέχρι κι οι ιμάμηδες κυνηγούν το …απαγορευμένο μήλο; Ακόμη κι αυτοί τελούν εν συγχύσει (αν όχι έκπτωτοι) μες στο ουτοπικό αδιέξοδο (ή τον φαύλο κύκλο) της επίγειας Εδέμ τους. Ο κόσμος αλλάζει και τους αφήνει πίσω. Όμως ο ρεφορμισμός της θρησκείας ανοίγει την πόρτα σε κάθε ανθρώπινη φαντασία. Τι είναι προτιμότερο (ή χειρότερο); Είναι το Κοράνι ανίκανο να ερμηνεύσει τον σημερινό κόσμο; Ή απλά έχει ως βασική αρχή την αντίσταση απέναντι σε κάθε μορφή αλλαγής;

Ενστερνισμός της αλλαγής απλά και μόνο για την αλλαγή ή αδυναμία αποχωρισμού της παρωπίδας; Εάν ο καθένας εφάρμοζε τη δική του ερμηνευτική συνταγή, οι θρησκείες πάνω στη γη θα ήσαν όσες και οι άνθρωποι. Ένας απολαυστικότατος, διαλογικός στοχασμός που εξελίσσεται σε μακρά, περιπατητική συζήτηση (γύρω απ’ τους λόφους, στις παρυφές της μικρής πόλης) κι ένα δίλημμα απέναντι στο προκατασκευασμένο αίσθημα ηθικής ευθύνης : κανείς δεν είναι πιο αξιόπιστος από κείνον που στέκει μόνος απέναντι στη συνείδηση και την ελεύθερη βούλησή του.

Γιατί χτίζει ο ίδιος την υπευθυνότητά του, αντί να αποτελεί έξωθεν (ή άνωθεν) λήπτη της τελευταίας. Σάμπως δεν εμποδίζει η θρησκεία τους ανθρώπους να φτάσουν στην δική τους αλήθεια, καθορίζοντας ή ερμηνεύοντας για λογαριασμό τους τον κόσμο; Σε ποια αλήθεια όμως επιθυμούν να φτάσουν οι τελευταίοι, όταν συχνά κι οι ίδιοι μοιάζουν να πασχίζουν να αποδράσουν απ’ την πραγματικότητα; Μοίρα ή αιτιότητα, κανείς δεν μπορεί να θεωρεί εαυτόν άσπιλο και καθαρό σαν το χιόνι που πέφτει (μήπως τα μπαχτσίσια των ιμάμηδων δεν πληρώνονται μια χαρά απ’ τα «αμαρτωλά» κέρδη του τζόγου του πατέρα του ήρωα; )

Ακόμη κι αν ο συνήθως πλούσιος, ευθυτενής λυρισμός του δημιουργού παραχωρεί εδώ έδαφος σ’ ένα υπόγειο ρεύμα ρεαλισμού και κοινωνικού προβληματισμού, η ποιητική υπόσταση και ο (ποιητικός) συμβολισμός των κάδρων διαθέτουν εντυπωσιακό ύψος (με αποκορύφωμα μια κρεμασμένη απ’ το δέντρο, αυτοσχέδια σαρμανίτσα και το πρόσωπο ενός μωρού που έχει καλυφθεί απ’ τα μυρμήγκια – βαθύ παιχνίδι διείσδυσης του χρόνου στην κυτταρική μνήμη). Οι συνθέσεις των πλάνων (που άλλοτε θυμίζουν Ταρκόφσκι και άλλοτε Κιαροστάμι) αποτυπώνουν με ανάγλυφο μεγαλείο και ανεξίτηλα χρώματα το Τσανάκκαλε, εκεί όπου οι Τούρκοι επικράτησαν (στην εκστρατεία της Καλλίπολης) επί Άγγλων και Γάλλων στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η καθηλωτική φωτογραφία μαστιγώνει τις αισθήσεις είτε πρόκειται για τον νυχτερινό φωτισμό των δρόμων, τα γενικά ή τα πανοραμίκ απ’ τις κορυφές των λόφων, το νοτισμένο πέπλο ομίχλης που καλύπτει τα πάντα, τον χορό της βροχής πλάι στη θάλασσα ή τα μαλλιά της Χατισέ που κυματίζουν ατίθασα. Θα ‘θελες να’ σαι εκεί. Μέσα σε κάθε κάδρο. Ενώ η φειδωλή χρήση της μουσικής επιτρέπει στον ήρωα να επιστρέφει αποσπασματικά – μέσω του Passacaglia in C minor του Μπαχ – στα όνειρα και τις αγωνίες του.

Η κάμερα του Τσεϊλάν ακολουθεί αδιάκοπα – σαν πιστό σκυλί – τον ήρωα σ’ ένα οδοιπορικό αυτογνωσίας και εντυπωσιακών σκηνικών εναλλαγών (τοπία φυσικά και άγρια, τοπία ημιαστικά), αφουγκραζόμενη θαρρείς την ανάσα της ίδιας της χώρας και του αβέβαιου μέλλοντος που προσφέρει στα νιάτα της (ο ήρωας φλερτάρει με την ιδέα να καταταγεί στα ΜΑΤ – όπως έκανε συμφοιτητής του – και να ξυλοφορτώνει αριστερούς διαδηλωτές : ίσως όχι χειρότερη προοπτική απ’ το να γίνει δάσκαλος σαν τον πατέρα του και να διοριστεί για τρεις κι εξήντα κάπου στα αχανή βάθη της Ανατολίας). Ο φόβος της μοίρας του τελευταίου, μουδιάζει τις κλειδώσεις του νεαρού Σινάν.

Το φιλμ στροβιλίζεται γύρω απ’ τα διλήμματα και τους εγκλωβισμούς του, για να καταλήξει στην πραγματική ρίζα του κακού: την σωρευμένη οργή απέναντι στο πρόσωπο του πατέρα. Ενός πατέρα, η στάση του οποίου μοιάζει με εξέγερση απέναντι στον παραλογισμό της ίδιας της ζωής. Που αγαπά με πάθος το σκυλί του (το μόνο πλάσμα που δεν τον κατακρίνει). Και που (εν κατακλείδι) αντιπροσωπεύει πολύ περισσότερα απ’ όσα δείχνει το …κρύψιμο του κεφαλιού στην άμμο! Μέσα από διαρκείς αντιξοότητες, προστριβές, παρεξηγήσεις και απογοητεύσεις, το ζήτημα της ατομικής ευθύνης αναδύεται για να εξελιχθεί σε ώριμο καθήκον του ήρωα απέναντι στην συμπαθή φιγούρα ενός (ξωμάχου της ζωής) αποκαρδιωμένου και αδύναμου πατέρα (τεράστια η ερμηνεία που παραδίδει ο Μουράτ Σεμσίρ).

Ο δρόμος του γέρου μπορεί να μην αυτός που επιθυμεί να βαδίσει ο Σινάν, όμως το να τον κατανοήσει είναι το κλειδί για να κατανοήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτά που βλέπει και στους δυο, του θυμίζουν την… Γκορτσιά : μοναχική, αταίριαστη, παραμορφωμένη – όπως κι εκείνοι. Το τελευταίο εικοσάλεπτο (της τρίωρης, μεθυστικής εμπειρίας) αποζημιώνει και με το παραπάνω τον υπομονετικό θεατή (τόσο αφηγηματικά, όσο και εικαστικά), συμπλέκοντας τα (πολλαπλά) νήματα μιας διαδρομής που συμφιλιώνει τον ήρωα με τον εαυτό του στο φόντο μιας χωριάτικης καλύβας κι ενός χωραφιού με το γυμνό δέντρο του τίτλου καταμεσής… βαθύ σύμβολο μιας ζωής που στραγγίχτηκε στην προσπάθεια να ανακτήσει τους χυμούς της στις απύθμενες στενωπούς μιας καθημαγμένης καθημερινότητας (που συνθλίβει και την τελευταία ικμάδα του Ονείρου) – όπως η απέλπιδα αναζήτηση για νερό στον πάτο του στέρφου πηγαδιού. Ο χρόνος είναι σαν αθόρυβο πριόνι. Δεν ξέρεις πότε επιλέγει να σε σημαδέψει. Οι χαρακιές του όμως πρέπει να αντιμετωπίζονται με καρτερία και σύνεση, γιατί μας βοηθούν να ανακαλύψουμε ποιοι στ’ αλήθεια είμαστε. Μεγάλο σινεμά, που σε καλεί να επανέλθεις εντός του τάχιστα!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Τα "Παράσιτα" του Μπονγκ Τζουν-χο βγαίνουν στις αίθουσες και εμείς θέλουμε να μάθουμε. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Χρυσός Φοίνικας την τελευταίας 5ετίας;
  • FB Cinedogs

  • Latest