What's On The Daughter

3 Οκτωβρίου 2017 |

0

The Daughter

Σκηνοθεσία : Σάιμον Στόουν

Με τους : Τζέφρι Ρας, Σαμ Νηλ, Γιούεν Λέσλι, Πωλ Σνάιντερ, Μιράντα Ότο, Οντέσα Γιάνγκ

Διάρκεια : 96’

Έτος παραγωγής : 2015

«Ο πόνος θερίζει αρίφνητα σπλάχνα» (Νίκος Καζαντζάκης)

Μερικές φορές είναι καλύτερα να ζεις με ένα ψέμα, παρά να αναζητάς την αλήθεια με κάθε κόστος και αψηφώντας το τίμημα.

Γιατί, κάποιες φορές, μπορεί πάνω σε ένα τέτοιο ψέμα να έχουν βασιστεί τα θεμέλια της ευτυχίας σου. Υπάρχει τόση αλήθεια, όση μπορείς να αντέξεις.

Στις έσχατες μέρες μιας ανώνυμης, ασθμαίνουσας και μικρής πόλης της Τασμανίας που ζει από την ξυλεία, ένας ευκατάστατος εργοστασιάρχης (και τοπικός κροίσος) που ακροβατεί στα όρια της αλαζονείας (Τζέφρι Ρας), ανακοινώνει στους εργάτες του το κλείσιμο της επιχείρησης. Ανάμεσα στους τελευταίους και ο Όλιβερ (Γιούεν Λέσλι), ένας αφοσιωμένος τύπος που διαβεβαιώνει τη δασκάλα γυναίκα του (Μιράντα Ότο) και την έφηβη κόρη του (Οντέσα Γιάνγκ) πως όλα θα πάνε καλά. Ο «αλαφροϊσκιωτος» πατέρας του, Γουώλτερ (Σαμ Νηλ) – παλιός συνεργάτης και συνεταίρος του βιομήχανου που εξέτισε ποινή φυλάκισης για ένα (αδιευκρίνιστο) διαχειριστικό παράπτωμα (λογιστική ατασθαλία) – συμπεριφέρεται αποστασιοποιημένα και αδιάφορα. Προετοιμάζοντας τον γάμο με την κατά πολύ νεώτερη οικονόμο του (Άνα Τορβ), ο στυγνός μπουρζουάς προσκαλεί από την Αμερική τον αποξενωμένο γιό του, Κρίστιαν (Πωλ Σνάιντερ), να παραστεί ως κουμπάρος.

Σε διάσταση με τη σύζυγό του, ο τελευταίος αντιμετωπίζει τον πατέρα του με μια δυσαρέσκεια που (σταδιακά κλιμακώνεται σε δυσφορία και) έρχεται στο επίκεντρο καθώς επανασυνδέεται με τον παιδικό του φίλο Όλιβερ και στην πορεία μαθαίνει πως η γυναίκα του τελευταίου βρισκόταν παλαιότερα στη δούλεψη και στο σπίτι του πατέρα του (την ίδια εποχή που η δική του μητέρα αυτοκτόνησε μέσα σ’ αυτό). Η (αναπόφευκτη) αποκάλυψη ενός ερμητικά θαμμένου, μακροχρόνιου (και καταπιεσμένου) οικογενειακού μυστικού και η βαθύτατα λανθασμένη ερμηνεία και αποκωδικοποίησή του από τον γιο, οδηγεί σε μια κατακλυσμιαία αποκαθήλωση των ισορροπιών που ισχνά και μόνο μετριάζει η (πικρά) αμυδρή αχτίδα ελπίδας που αχνοφέγγει στο θάμπος του φινάλε, σαν ένα απροσδιόριστο ημίφως στην άκρη ενός βασανιστικού τούνελ.

Πόσο (καλά) μπορεί να επιβιώσει μια ιστορία του 19ου αιώνα στο σήμερα; Η απάντηση είναι : με άνεση. Στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο, ο θεατρικός σκηνοθέτης Σάιμον Στόουν διατηρεί άθικτο το βασικό πλαίσιο της «Αγριόπαπιας» του Ίψεν, ιστορίας ενός στοιχειωμένου παρελθόντος που εκρήγνυται με πάταγο στο παρόν, δράματος βουβής, υπόγειας έντασης και αρίφνητου πόνου. Έργου που συμπυκνώνει (στον μέγιστο βαθμό) τον σπαραγμό και τη συμπόνια, το φθόνο και την πικρία. Οι ήρωες διαθέτουν τρυφερότητα, οίκτο, εγωισμό και σκληρότητα.

Με δυνάστη μια σκληρή καθημερινότητα και (ανέξοδο) θεματοφύλακα το δικαίωμα στο όνειρο, ο θεατής γίνεται μάρτυρας της ψυχικής καταρράκωσης μιας οικογένειας που συντηρείται με αυταπάτες, τις οποίες συμβολίζει μια σακατεμένη αγριόπαπια (το τραγικότερο σύμβολο ζωτικού ψεύδους) που φιλοξενούν στον αυτοσχέδιο ζωολογικό τους κήπο η εγγονή Χέντβιγκ και ο παππούς Γουώλτερ. Η μικρή είναι καταγοητευμένη από μια τεχνητή προσομοίωση πραγματικής ζωής, εξιδανικευμένη και απόλυτα ελεγχόμενη. Και η σκηνοθεσία, μέσα σε αυτήν την κατασκευασμένη πραγματικότητα, (επανα)διατυπώνει το (αιώνια αναπάντητο) ερώτημα του τι νοείται ιδανικό.

Συμβολικά, η αγριόπαπια υποδηλώνει την ζωτική ανάγκη για προστασία εντός εστίας εκείνου που έχει εκτεθεί εκτός αυτής, όπως και την ψευδαίσθηση μιας επίπλαστης πραγματικότητας, την πρόκληση, το εμπόδιο που αν απομακρυνθεί θα χτιστεί μια ειλικρινής σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους, την θεραπεία του ανθυγιεινού (κατ’ άλλους ζωτικού) ψεύδους, την κάθαρση της αλήθειας. Μιας αλήθειας, ωστόσο, που ο παραμικρός φθόγγος της αποκαλύπτει την ψυχική διάλυση των ηρώων και συντρίβει το κίβδηλο σύμπαν τους. Μια επίφαση ευτυχισμένης ζωής που καλύπτει η στίλβη των ψευδαισθήσεων και της αυταπάτης.

Τα πάντα καταρρέουν με την εισβολή ενός λανθάνοντος ιδεαλιστή που φανερώνει την αλήθεια και τους εξοντώνει. Για να ξεφύγει από το υπαρξιακό κενό και την τρέλα του χάους που τον περιβάλλει, ο καθείς προστρέχει και σε κάποιο ου-τοπικό καταφύγιο, (δημιουργώντας και) συντηρώντας την παραμυθία της ψυχής του. Κι αλλοίμονο σ’ εκείνον που θα επιχειρήσει να απομυθοποιήσει αυτή του την επιλογή. Θα γίνει αμέσως ορκισμένος εχθρός του. Το λέει κι ο Τένεσι Ουίλιαμς, δια στόματος Μπλανς Ντυμπουά : «τη μαγεία θέλω, όχι την αλήθεια». Άλλωστε, σε αντίθεση με το (ανεδαφικό) βιβλικό «η αλήθεια λυτρώνει», μόνο τα παιδιά, οι τρελοί κι οι μεθυσμένοι νομιμοποιούνται να κάνουν χρήση της παθολογικής ειλικρίνειας.

Η δραματουργία του Ίψεν υφαίνει έναν ιστό ασφυκτικής έντασης και κλιμακούμενης αγωνίας που σου προσφέρεται απλόχερα, φτάνοντας πάντοτε σε μια απελευθερωτική κορύφωση. Το ετοιμόρροπο σπιτικό των ηρώων στην Αγριόπαπια (που τόσο δημιουργικά αξιοποίησε ο Μπέργκμαν στο Φάννυ και Αλέξανδρος) είναι το (στοιχειωμένο) σκηνικό της υπονομευμένης αστικής ευτυχίας. Η ανάλυση του παρελθόντος επιχειρεί να φωτίσει τους χαρακτήρες στο παρόν. Το «μέσα» και η σχέση του με το «έξω». Το «ψεύτικο» και η σχέση του με το «αληθινό». Ο Ίψεν ισχυρίζεται πως είναι πάντα προτιμότερη η συντήρηση ενός ζωτικού ψεύδους απέναντι στην αδυσώπητη αλήθεια της ζωής, που μπορεί να σε συντρίψει. Οι άνθρωποι είναι αδύναμοι να αντέξουν την ωμή πραγματικότητα, γι’ αυτό και χρειάζεται, για να ζήσουν, να βάλουν στη θέση της ένα ζωτικό ψεύδος.

Η ιστορία τοποθετεί τον Κρίστιαν σε ρόλο επίδοξου (κοινωνικού) αναμορφωτή, που – δίχως να έχει λύσει τα δικά του προσωπικά και οικογενειακά προβλήματα – περιφέρεται με την απαίτηση του ιδεώδους στα χέρια ως ανεξόφλητο γραμμάτιο. Μόνο «αποστολικά» δικαιούται κάποιος να επεμβαίνει στη ζωή των άλλων, δηλαδή όταν είναι «καθαρός» στο σώμα και την ψυχή, χωρίς να προσδοκά απ’ την πράξη του την παραμικρή δική του ωφέλεια. Αλλιώς θα φέρει συμφορές. Κι ο πιο εύθραυστος, ο πιο ανυποψίαστος και αθώος, είναι κι αυτός που θα πληγεί περισσότερο. Τελικά, το ζωτικό ψεύδος είναι χρήσιμο μόνο για τα άτομα και τις κοινωνίες εκείνες που, χωρίς να προσδοκούν ανάσταση καμία, δέχονται παθητικά και αδιαμαρτύρητα τα πλήγματα της μοίρας. Και δεν είναι παρά η τραγική απόδειξη αυτού και μόνο του μικροαστικού ψεύδους και των (υπό το προτεσταντικό βάρος, τουλάχιστον στο θεατρικό έργο) συμβάσεων που την συνθλίβουν. Οι ήρωες, βυθισμένοι στις ιδεοληψίες τους, οδηγούνται μόνοι τους σε ψυχικά αδιέξοδα.

Ο Κρίστιαν αναζητά με λαχτάρα την απλότητα και την ασφάλεια της παιδικής του ηλικίας. Είναι όμως πολύ αργά. Με το παρελθόν να τον έχει μετατρέψει σε αυτό που είναι ήδη και το παρόν να κρημνίζεται από μια κατεστραμμένη προσωπική ζωή και τον εναγκαλισμό με το αλκοόλ, το μόνο που του απομένει είναι να βρει έναν τρόπο να τσακίσει και το μέλλον (αν όχι το δικό του, οποιουδήποτε άλλου), κατρακυλώντας – μέσα από ένα ψευδεπίγραφο μοραλιστικό παραλήρημα – στα σκαλοπάτια μιας εμμονικής αποκάλυψης της «αλήθειας» (πάρεργο και κατάλοιπο της βασανιστικής ψυχανάλυσης που έχει υποστεί στην Αμερική).

Κανείς – ιδίως τόσο γνήσιος και συμπαθής όσο ο Όλιβερ – δεν αξίζει να μάθει μια αλήθεια που θα τον αφανίσει. Όσο για τον κομιστή της, το πρόσκαιρο και ανούσιο όφελος είναι μόνο ένα : η μιζέρια δεν αντέχει τη μοναξιά. Θέλει να την μοιράζεται (τα απωθητικά κίνητρα του Κρίστιαν παραμένουν τόσο θεμελιωδώς εγωιστικά, που στο φινάλε δεν σου ‘χει μείνει δράμι συμπάθειας για δαύτον). Η κάθαρση, όπως την αντιλαμβάνεται, είναι μια πύρινη λαίλαπα ικανή να αποτεφρώσει τους πάντες στο διάβα της. Θυμίζει εκείνους τους σίριαλ κίλερ που ξεπαστρεύουν πρώτα κάμποσους πριν στρέψουν τελικά το όπλο στον εαυτό τους.

Καλοδουλεμένες (ειδικά ως προς τα υπόγεια ρεύματα που τις διατρέχουν), λιτές και ουσιαστικές ερμηνείες. Δίχως (εμφανή) ίχνη των θεατρικών της καταβολών, η σκηνοθεσία του Στόουν προχωρά συντονισμένα και με αποφασιστικότητα μέσα από συγκροτημένα (και συγκρατημένα), υποβλητικά κάδρα και τη συνδρομή μιας (έξοχα) υποτονικής και κομψής φωτογραφικής παλέτας από τον Άντριου Κόμις. Το δεσπόζον, καθηλωτικό αυστραλιανό τοπίο (έτσι όπως το γνωρίσαμε, τα τελευταία χρόνια, μέσα από το «Lantana» και το «Beautiful Kate») ξεδιπλώνει μια άγρια, σχεδόν αβάσταχτη ψυχρότητα, όμως τα εσωτερικά – εκεί όπου κινηματογραφούνται τα πρόσωπα σε πρώτο πλάνο (την ώρα που το πολυάσχολο φόντο παραμένει εκτός εστίας) – είναι αυτά που αφηγούνται την αληθινή ιστορία. Τι πιο κατάλληλο, για μια ταινία που κατακλύζει σαρωτικά η εσωτερικότητα : τα μυστικά που φωλιάζουν μέσα μας, οι θαμμένες απογοητεύσεις και δυσαρέσκειες που κρύβονται εκεί αδρανείς, άγνωστες ίσως ακόμα και σε μας τους ίδιους, μέχρι μια μέρα ο πόνος να τις αφυπνίσει.

Η πρωτοεμφανιζόμενη, δεκαεπτάχρονη Οντέσα Γιανγκ (το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο του δράματος) ξεχωρίζει στο ρόλο της έφηβης Χέντβιγκ (το μόνο όνομα χαρακτήρα που διασώζεται αυτούσιο απ’ το ιψενικό έργο) με το μωβ μαλλί, το γενναιόδωρο χαμόγελο και την αγάπη για μια πληγωμένη πάπια, που βαδίζει το μονοπάτι της δικής της, ανήσυχης (και πρώιμης σεξουαλικής) ενηλικίωσης, είναι όμως ακόμα τόσο νέα κι άγουρη ώστε να διατηρεί μια στενή, σχεδόν οιδιπόδεια σχέση με τον λατρευτό της πατέρα. Η χημεία της με τον Λέσλι (που είχε παίξει τον αντίστοιχο ρόλο και στο θεατρικό σανίδι και ενσωματώνει εξαιρετικά την οδύνη που σιγοβράζει σε όλο το φιλμ) είναι αξιοζήλευτη.

Οι υπόλοιποι του προσεγμένου καστ διατηρούν μικρότερους – καθοριστικούς, ωστόσο – ρόλους, πλάθοντας ενδιαφέρουσες φιγούρες. Ο ριζοσπαστικός εκσυγχρονισμός των λεπτομερειών της ιστορίας, των χαρακτήρων και του σκηνικού δημιουργεί την αίσθηση μιας ελλοχεύουσας απειλής, που αντάμα με την φυσιολατρική προσέγγιση προσδίδουν θετικό πρόσημο στο όλο εγχείρημα. Η σκηνοθεσία διατηρεί την βασική στόχευση του σκανδιναβού δραματουργού και την ανάγλυφη ατμόσφαιρα της μικρής πόλης (με όσα αυτή συνεπάγεται). Είναι ξεκάθαρη, ωστόσο, η πρόθεση της να αποφύγει την παγίδα του μελοδραματισμού, όπως μαρτυρά και η ατάκα του Σαμ Νηλ στον γιό του : «… όλοι έχουν μια παρόμοια ιστορία Όλιβερ, είναι τόσο παλιά όσο και τούτοι οι λόφοι».

Με παραδοσιακούς τονισμούς και αποχρώσεις αλλά με μια ανατρεπτική οπτική, με πλούσιες, τολμηρές και ενδιαφέρουσες φωτογραφικές συνθέσεις και με ένα (στρατηγικά) έξυπνο μοντάζ που εναλλάσσει (και χωνεύει) χρονικά εικόνες και διάλογο μέσα στην ίδια σκηνή και διαθέτει μικρές, σύντομες σιωπές που αποκαλύπτουν περισσότερα απ’ όσα η δράση, το The Daughter μπορεί να στερείται αφηγηματικών εκπλήξεων ή απρόβλεπτων ανατροπών, εν τούτοις πασχίζει έντιμα και σκληρά να προσδώσει (και σε μεγάλο βαθμό τα καταφέρνει) στο κινηματογραφικό εγχείρημα ατμόσφαιρα και στιλιστική αυτοπεποίθηση.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑