What's On I, Olga Hepnarová (Já, Olga Hepnarová)

24 Ιανουαρίου 2019 |

0

I, Olga Hepnarová (Já, Olga Hepnarová)

Σκηνοθεσία : Πετρ Κάζντα, Τομάς Βάινρεμπ

Με τους : Μιχαλίνα Ολζάνσκα, Μάρτιν Πέχλατ, Μάρτα Μάζουρεκ

Διάρκεια : 105’

Ελληνικός τίτλος : Εγώ, η Όλγα

«Το ξέρω ότι είμαι ψυχοπαθής. Αλλά φωτισμένη. Μια μέρα θα πληρώσετε για τα γέλια σας και τα δάκρυά μου…», εξομολογείται voice-over η νεαρή ηρωίδα του σκηνοθετικού ντεμπούτου των Πετρ Κάζντα και Τομάς Βάινρεμπ, που είχε ανοίξει προ τριετίας το Πανόραμα της Μπερλινάλε (καθυστερημένα φτάνει στα μέρη μας). Φιλμ που χαιρετίζεται ως ένα ακόμη ελπιδοφόρο και άκρως ενδιαφέρον vintage δείγμα κεντροευρωπαϊκού glumcore. Πεσιμιστικό, γεμάτο κατήφεια και σκυθρωπά βλέμματα, ατμοσφαιρική μονοχρωμία και στιλιστικά, γεωμετρικά κάδρα που αναδύουν πυκνή υπαρξιακή αύρα, συνθέτει μια αυστηρή ψυχολογική σπουδή που ξεπηδάει από ένα αδυσώπητα μελαγχολικό σύμπαν, παρόμοιο μ’ εκείνο της Ida του Παβλικόφσκι.

Το – γεμάτο σφιγμένες γωνίες κι ένα υπνωτικό βλέμμα – πρόσωπο της πρωταγωνίστριας, της Πολωνής Μιχαλίνα Ολζάνσκα (που το 2015 είχε εντυπωσιάσει στο Sundance με τη γοργονο-φαντασία The Lure), αιχμαλωτίζει το φακό κουβαλώντας κάτι από την ανεπιτήδευτη γοητεία των θηλυκών του πρώην ανατολικού μπλοκ. Όλο το φιλμ ξεδιπλώνεται σαν προοίμιο δραματουργικής τεκμηρίωσης ενός δριμύτατου Κατηγορώ (χρησιμεύει και ως Ομολογία της ηρωίδας) που οδηγεί την 22χρονη Όλγα Χεπνάροβα να ρίξει ένα φορτηγό πάνω στο συγκεντρωμένο πλήθος που περιμένει στη στάση του τραμ σε πολυσύχναστο δρόμο της κομμουνιστικής Πράγας, ένα πρωινό του 1973. Απολογισμός : 8 νεκροί και καμιά 20ριά τραυματίες. Κι η ίδια, η τελευταία γυναίκα που καταδικάστηκε σε θάνατο στην (πρώην ενωμένη) Τσεχοσλοβακία και απαγχονίστηκε.

«Δεν θα ήταν για όλους καλύτερο αν δεν προσπαθούσαμε να κατανοήσουμε ο ένας τον άλλο και δεχόμασταν μόνο ότι κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβει κανέναν, ούτε καν η γυναίκα τον άντρα της ή ο εραστής την ερωμένη του ή οι γονείς τα παιδιά τους;», αναρωτιέται η ηρωίδα επικαλούμενη ένα απόσπασμα από τον Ήσυχο Αμερικανό του Γκράχαμ Γκρην. Αν υπάρχει κάποια ελευθερία, τότε είναι μεγαλύτερη για εκείνον που δεν έχει δεσμούς με τους γύρω του. Αυτό είναι το motto της. Δεν διαθέτει κανένα συναίσθημα για έναν κόσμο τον οποίο αντιμετωπίζει σαν άψυχη ύλη. Δεκατρία χρόνια φυλακισμένη σε μία «καλή οικογένεια». Ως μαύρο πρόβατο, ως θηρίο μες στο κοπάδι. Τα παρατσούκλια της : Δράκαινα, Μούμια, Έκπτωτος Άγγελος, Κοιμωμένη Παρθένος!

«Αν θέλεις να αυτοκτονήσεις, πρέπει να έχεις ισχυρή θέληση. Κάτι που σίγουρα δεν διαθέτεις. Πρέπει να το αποδεχτείς…», της λέει η γιατρός-μάνα μετά από μία αποτυχημένη απόπειρα με ηρεμιστικά. Η εξέλιξη της ιστορίας φαντάζει γραμμική, αν και ξεδιπλώνεται μέσα από αποσπασματικές βινιέτες : την παραμονή της σε ψυχιατρικό άσυλο όπου και πέφτει θύμα σκληρού bullying από τις υπόλοιπες τροφίμους (που …«τρίβουν το πιπέρι» μεταξύ τους), τους σιωπηρούς υπαινιγμούς για σεξουαλική κακοποίηση στο σπίτι, την εγκατάλειψη της οικογενειακής εστίας, την απομόνωση, τις αδέξιες σεξουαλικές συνευρέσεις και τις αποτυχημένες απόπειρες για συναισθηματική επαφή, την επιδείνωση της ψυχικής της υγείας που θα οδηγήσει στο έγκλημα, τη δίκη και τα επακόλουθα αυτής.

Οι αναφορές στην εφηβική κακοποίηση φέρνουν στο νου την σοκαριστική Φυλή (The Tribe) του Μίροσλαβ Σλαμποσπίτσκι. Ατμόσφαιρα παράλυσης και δραματουργικής αποστείρωσης. Ζοφερή και υποτονική. Φασμπιντερικά κάδρα-κελιά που τονίζουν την αποξένωση. Το ασφυκτικό σύμπαν της παρατεταμένης απόγνωσης ως φιλμοκατασκευή. Και μια mise-en-scène που αποστασιοποιείται διαρκώς από το δράμα που κυοφορείται σε κάθε σκηνή, καίτοι σπασμωδικά επιχειρεί κανείς να εισέλθει εντός του.

Η αισθητική της ασπρόμαυρης φωτογραφίας αμείλικτη όσο κι η οπτική της ηρωίδας για τον κόσμο. Οι δημιουργοί παγιδεύουν τον θεατή στο υποκειμενικό βλέμμα της τελευταίας, όμως η ουσιαστική ενδοσκόπηση επιχειρείται μέσα από την αποκάλυψη του γραπτού της λόγου. «Έχω καταντήσει τόσο φτωχή, όσο ο χειρότερος ναρκομανής. Ωστόσο, που είναι τα ναρκωτικά μου;», αναρωτιέται στη μέση περίπου του φιλμ.

Ο θεατής καταδύεται στον θυελλώδη μικρόκοσμο και στους λαβύρινθους μιας ταραγμένης, αντικομφορμιστικής περσόνας, μιας απόβλητης που αποτάσσει πεισματικά το δικό της μερτικό ευθύνης στον αυτοεπιβληθέντα εξοστρακισμό. Η σχολαστική αναβίωση της ατμόσφαιρας των ‘70s αποτυπώνει ανάγλυφα τον ψυχισμό της ηρωίδας μέσα από τις δοκιμασίες που βιώνει ως λεσβία (η ίδια θεωρεί εαυτόν σεξουαλικά ανάπηρη και συναισθηματικά στείρα). Η εσωτερική της πάλη σε αναγκάζει να αμφισβητείς τα κίνητρά της, στέκοντας με δισταγμό ανάμεσα στο αληθινό μερίδιο ευθύνης της κοινωνίας και στην στρεβλή πραγματικότητα που διαμορφώνει στο κεφάλι της.

Χαρακτήρας που κουβαλά τη νοσηρή γοητεία παρακμιακού μυαλού και βασανισμένης ψυχής. Η σκέψη της, ξέχειλη φροϋδικές και καφκικές (ακόμη κι από Καμύ) αντανακλάσεις, μαρτυρά την επιρροή του στοχαστικού σύμπαντος των τελευταίων, ωστόσο δεν είναι το μόνο αντισυμβατικό της στοιχείο : ο ερημίτικος βίος και η απομονωτική (δίκην αυτοτιμωρίας) διάθεση μιας γυναίκας που δεν χαμογελά ποτέ, ξεπηδούν μέσα από μια σειρά κυρίαρχα, στατικά πλάνα (με περιστασιακή χρήση σφιχτού καδραρίσματος και βάθους πεδίου) που εντείνουν την ρήξη με την πραγματικότητα γύρω της.

Για να σκιαγραφηθεί η αποξένωσή της, χρησιμοποιείται αυστηρός φορμαλισμός : κλινικό ασπρόμαυρο, στατικές λήψεις, πλήρης απουσία μουσικής, συχνή αποκοπή του προσώπου ή του σώματος της πρωταγωνίστριας στο κάδρο. Το ασπρόμαυρο δεν επιδιώκει εδώ τις υψηλές αντιθέσεις του νουάρ, αλλά έναν πιο ουδέτερο, ντοκιμαντερίστικο τόνο. Τα εύσημα επίσης στον σχεδιασμό παραγωγής και τη σκηνογραφία για την ανασύσταση των ψυχρών, σοβιετικού τύπου εσωτερικών – δίχως ίχνος επιδραστικής, ρετρό νοσταλγίας αλλά με προσήλωση στην λεπτομέρεια.

Απογυμνωμένος ρεαλισμός και στοχαστικός μινιμαλισμός. Ο αργός βηματισμός σε σέρνει μαζί στο καθοδικό σπιράλ της ηρωίδας, καθώς η ίδια καταστρέφει και τα τελευταία, ισχνά υπολείμματα ανθρώπινης επικοινωνίας και προσωπικών σχέσεων που διατηρεί. Όταν απασφαλίζει, βιώνουμε την (λιτά κινηματογραφημένη) εγκληματική πράξη μέσα από την (εντυπωτική) καθαρότητα της αντίληψης του ίδιου του θύτη. Καθώς οι αυτόπτες μάρτυρες σπεύδουν να περικυκλώσουν το φορτηγό για να δουν από κοντά την δράστιδα, είναι σαν να κοιτάζουν εμάς, τους θεατές.

Το ανεξιχνίαστο βλέμμα της πρωταγωνίστριας. Η στεγνή, λιγνή φιγούρα με τα αγορίστικα χαρακτηριστικά και το περίεργο περπάτημα σαν μαριονέτα. Ένα τσιγάρο, αδέξια βαλμένο, που δεν αποχωρίζεται ποτέ τα χείλη. Μια γυναίκα καταδικασμένη απ’ την ίδια της την έλλειψη αυτοπεποίθησης. Επιφορτισμένη να εμφανίζεται σχεδόν σε κάθε κάδρο, η Ολζάνσκα σφυρηλατεί επιδέξια έναν φοβερά παθητικό χαρακτήρα. «Δεν λες πότε τίποτα», της λέει μια από τις ερωμένες της – κι αυτό τα λέει όλα. Στη σιωπή βρίσκεται στο στοιχείο της.

Τα μοναδικά, ελάχιστα ψήγματα εκφραστικότητας ζωντανεύουν στις στιγμές της ερωτικής έκστασης. Μικρές εκρήξεις απελευθερωμένης οικειότητας που προδίδουν για λίγο το ψυχρό, εξωτερικό περίβλημα. Σε τούτες τις τελευταίες, η …κομμουνιστική εκδοχή της Αντέλ κάνει τους τοίχους των καταθλιπτικών δωματίων να ιδρώνουν και τα καθίσματα του ανατολικογερμανικού Trabant (τώρα που το σκέφτομαι, παίζει να ‘ναι απ’ τα χειρότερα αμάξια που κυκλοφόρησαν ποτέ) να οδηγούνται σε ανάφλεξη!

Αν η ίδια γινόταν μια ανώνυμη αυτόχειρας, εκείνοι που την έβλαψαν δεν θα πλήρωναν ποτέ το τίμημα που τους αναλογεί. Η κοινωνία είναι αρκετά αυταρχική για να καταδικάσει από μόνη της τον εαυτό της. Συχνά κρίνεται ιδιωτικά, κάποιες φορές τιμωρείται κι άλλες φορές απλά νιώθει σοκαρισμένη. Αυτή είναι η ετυμηγορία της Χεπνάροβα. Μετατρεπόμενη σταδιακά σε συναισθηματικό ζόμπι, αρχίζει να τρέφει όνειρα για εν ψυχρώ εκδίκηση απέναντι σε μια αδιάφορη κοινωνία. Η υπερβατική της πράξη έχει στόχο την κοινωνία στο σύνολό της και επιδίωξη να γραφτεί στην ιστορία για παραδειγματισμό και μελλοντική αποτροπή. Και διακαής υψώνεται η επιθυμία να συναντηθεί με το τέλος της, μέσω της θανατικής ποινής.

Ελαχιστοποιώντας τους μανιερισμούς (που μοιραία πηγάζουν από έναν τέτοιο χαρακτήρα) στην εξέλιξη του φιλμ, η πρωταγωνίστρια αιωρείται ανάμεσα στα πιστεύω της ηρωίδας και τις σαφείς νύξεις της σκηνοθεσίας για την σχιζοφρένεια που την κατατρέχει. Ζητάει απ’ το δικαστήριο – και κατ’ επέκταση απ την κοινωνία – να μην παράγει …Prügelknabe (θύματα κακοποίησης). Αν δεν παράγει τέτοια άτομα, τότε κι εκείνα δεν θα σκέφτονται όπως αυτή. «Δεν θα πέθαινα με κανένα τρόπο, ακόμα κι αν με κρέμαγαν», λέει η διαταραγμένη, διχασμένη της φύση. «Θα με έσωζε ο… Γουίνιφερ!» (ο φανταστικός πατέρας με τον οποίο συνομιλεί). Σίγουρα πάντως όχι κάποιο απ’ τα μέλη της σεπτής της οικογενείας, για τα οποία – ύστερα από μια λιτή, επιμνημόσυνη σουπίτσα – η ζωή συνεχίζεται.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Τα "Παράσιτα" του Μπονγκ Τζουν-χο βγαίνουν στις αίθουσες και εμείς θέλουμε να μάθουμε. Ποιος είναι ο αγαπημένος σας Χρυσός Φοίνικας την τελευταίας 5ετίας;
  • FB Cinedogs

  • Latest