Reviews Nocturnal Animals

20 Αυγούστου 2018 |

0

Nocturnal Animals

Σκηνοθεσία: Τομ Φορντ

Παίζουν: Τζέικ Τζίλενχααλ, Έιμι Άνταμς, Μάικλ Σάνον

Διάρκεια: 116’

Μεταφρασμένος τίτλος: «Νυκτόβια πλάσματα»

Παχύσαρκα και ρυτιδιασμένα μοντέλα λικνίζονται ολόγυμνα. Ένας λάγνος γκροτέσκος χορός. Ένας χορός της Σαλώμης για τα μάτια της μοντέρνας τέχνης. Ένας χορός της ένοχης ηδονικής αποστροφής. Με τα απωθητικά ελέη να μαγνητίζουν το βλέμμα. Είναι εκθέματα σε μία στρεβλωμένη βιτρίνα. Είναι εξωτικά στολίδια σε ένα σύμπαν ταριχευμένης ομορφιάς. H μελετημένη διαρροή ασχήμιας σε έναν κόσμο που αδυνατεί έστω και να ψελλίσει τη λέξη, πόσο μάλλον να την αποδεχτεί ή να την κατανοήσει.

Τα εναρκτήρια πλάνα του Nocturnal Animals μας εισάγουν σε ένα σύστημα παραμορφωμένων επιφανειών. Σε μία εικόνα θαμπή και γυάλινη, στιλβωμένη και σφραγισμένη σε μία εξτραβαγκάν σαρκοφάγο. «Είναι πολύ χειρότερα εκεί έξω, στον αληθινό κόσμο, μείνε στα γνώριμα λημέρια, όσο και να υποφέρεις», εισπράττει πάνω-κάτω ως απάντηση ο βασικός γυναικείος χαρακτήρας της ταινίας, σε μία κρίση οφθαλμοφανούς στεναχώριας. Δεν διαθέτει, όμως, πλέον επιλογή.

nocturnal-4

Μετά την πρώτη μπουκιά δηλητήριο, θέλεις να καταβροχθίσεις όλο το γλυκό, δεν αφήνεις τη δουλειά στη μέση. Ιδίως όταν καταλαβαίνεις ότι όλη η ασχήμια της ζωής που ψάχνεις απεγνωσμένα για να νιώσεις ζωντανός, ήδη φωλιάζει μέσα σου. Η Σούζαν, μία βαθιά δυστυχισμένη επαγγελματίας της τέχνης, αλλά όχι καλλιτέχνης, θα καταβροχθίσει κάθε σελίδα του χειρόγραφου που έλαβε από τον πληγωμένο πρώην σύζυγό της Έντουαρντ, ο οποίος κατάφερε εν τέλει να γίνει συγγραφέας. Και μία ταινία εντός της ταινίας θα αρχίσει να εκτυλίσσεται παράλληλα, στις εσχατιές του Τέξας, πλάι πλάι με τη νοσηρή βιομηχανία της κουλτούρας στη Νέα Υόρκη.

nocturnal-6

Τα Νυκτόβια Πλάσματα κατοικούν κατά βάση στον ίδιο τόπο όπου διέμενε και ο Ένας άνδρας μόνος (2009), το σκηνοθετικό ντεμπούτο του Τομ Φορντ. Μόνο που αντί για τον αφρό της αποδοχής και της αυτοκάθαρσης, κολυμπούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Προς τον βυθό της ήττας απέναντι στον πόνο και την αδυναμία. Αντί για τον τίμιο αγώνα ενάντια στο πένθος, ροκανίζουν όλες τις αντιστάσεις απέναντι στην ενοχή και τη λύπη. Τα Νυκτόβια Πλάσματα είναι ύπουλα. Παριστάνουν τα θλιμμένα, αλλά πετάνε τη σκούφια τους με τη δική σου θλίψη.

Αναγκάζουν το βλέμμα να περνά συνεχώς μέσα από διάφανα στρώματα. Μέσα από ατελείωτες προθήκες του φαίνεσθαι, με μία μόνο ταπεινή εξαίρεση: το πίσω τζάμι ενός αυτοκινήτου. Αυτή τη φορά η φρίκη είναι πλέον όσο ψεύτικη χρειάζεται για να καταστεί αληθινή. Δεν είναι βιτρίνα, δεν είναι συμβολισμός, είναι σύλληψη του νου. Δεν είναι ένας αληθοφανής πίνακας στο σαλόνι, δεν είναι τα κοσμικά εγκαίνια μίας καλλιτεχνικής αναπαράστασης. Είναι μία αισχρή εικόνα που ξεπηδά από τα κατάβαθα της ψυχής. Κι ακόμη κι αν είναι μία φενάκη, είναι χειροπιαστή σαν ιδρωμένος εφιάλτης και πανικός. Σαν φόβος που τρώει τα σωθικά.

nocturnal-5

Τούτα τα Νυκτόβια Πλάσματα σε αφήνουν γυμνό και ματωμένο σε κάποια έρημο, στη μέση του πουθενά. Είναι ολίγον τι πιο άγρια από την κομψή διάθεση αυτοχειρίας του A Single Man. Δεν είναι πασπαλισμένα με χρώματα βγαλμένα από super-8 φιλμάκι, δεν είναι σαν ένα αποξηραμένο λουλούδι σε σέπια τονισμούς. Είναι βουτηγμένα σε μία αχνιστή παλέτα, στην οποία καψαλίζει ακόμη και το λευκό. Ανεβάζουν τον στόμφο, ενίοτε αναγκαστικά ενίοτε λίγο αχρείαστα, επιστρατεύουν μία πιο πιεστική -στο μάτι και στο νου- καλλιέπεια. Είναι κι αυτά ευλογημένα (όπως και ο Ένας άνδρας μόνος) με το αιθέριο μουσικό άγγιγμα του Άμπελ Κορζενιόφσκι. Που άλλοτε κυλά σαν χάδι κι άλλοτε σαν ράπισμα.

nocturnal

Πάνω απ’ όλα όμως, διαθέτουν μία ξεκάθαρη αρετή. Γνωρίζουν πώς να σε μολύνουν με μία αφόρητη αίσθηση ανοίκειας αμηχανίας. Σαν ένα ντεφιλέ μόδας όπου ξαφνικά πετιέσαι στη μοναξιά της πασαρέλας και κοκαλώνεις τρέμοντας. Σαν σφήνα τρόμου σε μία υποτιθέμενα γαλήνια εικόνα, μία γκριμάτσα παλιάτσου δίπλα σε ένα μωρό που κοιμάται. Σαν μία οδυνηρή αλλά απαραίτητη υπενθύμιση του πόσο δύσκολα συγχωρείς και μαθαίνεις τον εαυτό σου και πόσο εύκολα παραμυθιάζεσαι για να εφεύρεις κίνητρα, αιτίες και ελαφρυντικά προκειμένου να συνεχίσεις την ανάβαση στο κενό.

Τα Νυκτόβια Πλάσματα σε βυθίζουν σε ένα καθεστώς ύπνωσης που κυοφορεί όχι τόσο μία ξεκάθαρη απειλή, αλλά μία πατενταρισμένη απορρύθμιση. Σε εγκλωβίζουν σε μία συνθήκη μόνιμης δυσοίωνης προειδοποίησης. Και, χάρη σε αυτή τους την αρετή, κατορθώνουν να προσπερνούν διάφορους ανώμαλους κόμβους και εύθραυστες γέφυρες που συνδέουν την «ταινία εντός της ταινίας» με την κυρίως ειπείν ταινία.

nocturnal-3

Όλα τα παραπάνω, μέσα από την αιχμηρή αρμονία των τριών πρωταγωνιστών. Του Tζέικ Τζίλενχααλ, που στέκει ανήμπορα βουβός απέναντι στον πόνο που γνωρίζει και αποδέχεται. Της Έιμι Άνταμς, που θρηνεί αναδρομικά για τον πόνο που δεν αποδέχτηκε όταν έπρεπε. Του απολαυστικού Μάικλ Σάνον, που δρα σαν από μηχανής θεός όχι για να απαλύνει κάποια θλίψη, αλλά για ξεκαθαρίσει για πολλοστή φορά τους κανόνες ενός σικέ παιχνιδιού, που δεν είναι άλλοι από την εγγενή έλλειψη κανόνων.

Καμία θριαμβολογία για καμία νίκη, καμία δοξολογία για καμία ήττα. Με ένα φινάλε εκδίκησης σχεδιασμένο με όρους υψηλής ραπτικής. Ανυπόμονο σαν ουίσκι που κατεβαίνουν το ένα πίσω από το άλλο. Στιλάτο σαν κάδρο α λα Έντουαρντ Χόπερ μοναξιάς. Μάταιο σαν τον κόσμο της θεσμοθετημένης ποιότητας της πρωταγωνίστριας. Και πέρα για πέρα ανοίκειο, παρότι αναπλάθει κάτι εντελώς οικείο. Ίσως, μάλιστα, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑