What's On Logan Lucky

2 Σεπτεμβρίου 2017 |

0

Logan Lucky

Σκηνοθεσία: Στίβεν Σόντερμπεργκ

Παίζουν: Τσάνινγκ Τέιτουμ, Άνταμ Ντράιβερ, Ντάνιελ Κρεγκ

Διάρκεια: 119’

Τέσσερα χρόνια αγρανάπαυσης ήταν εν τέλει αρκετά για τον Στίβεν Σόντεμπεργκ, προκειμένου να γεμίσει τις μπατάριες του και να επιστρέψει στα κινηματογραφικά πλατό. Το 2013, μετά την έξοδο του Side Effects, αλλά και του (τηλεοπτικώς ορμώμενου) Behind the Candelabra στις αίθουσες, ο Σόντερμπεργκ είχε αφήσει να εννοηθεί πως αποσύρεται οριστικά από την κινηματογραφική σκηνοθεσία, δηλώνοντας πως «η κούραση έχει αρχίσει πλέον να υπερνικά τη διάθεση». Στο διάστημα αυτό, πάντως, ο πάντα δραστήριος και συμπαθής Στίβεν κάθε άλλο παρά έκοψε επαφή με το σπορ, επιδιδόμενος σε διάφορα πρότζεκτ.

Σκηνοθέτησε 2 σεζόν από το τηλεοπτικό διαμαντάκι The Knick, βοήθησε -ουσιωδέστατα και όχι απλώς επικουρικά- τον κολλητό του Σπάικ Τζονζ, στο μοντάζ του Her, διατέλεσε executive producer στην τηλεοπτική σειρά The Girlfriend Experience, που αντλεί έμπνευση από τη δική του ομότιτλη ταινία, του 2009. Όσον αφορά δε τα μελλοντικά του σχέδια, θα τον δούμε στην καρέκλα του σκηνοθέτη στο αναμενόμενο Mosaic, του HBO, με τη Σάρον Στόουν, που θα κάνει πρεμιέρα σε περίπου δυόμισι μήνες, ενώ αναμένουμε με ιδιαίτερη περιέργεια την ταινία τρόμου Unsane, την οποία ο Σόντερμπεργκ γύρισε με ένα i-phone… Όπως αντιλαμβάνεστε, λοιπόν, η αρχική του εξαγγελία περί οριστικής απόσυρσης μετατράπηκε τάχιστα σε ανάγκη μίας σύντομης αποχής, που έφτασε πλέον στο τέλος της.

Η απόφαση για ένα βραχύ διάλειμμα μάλλον αποδείχτηκε σοφή, όχι επειδή ο Σόντερμπεργκ επέστρεψε με μία ταινία επιπέδου The Limey (1999) ή Sex, Lies and Videotapes (1989), αλλά επειδή δείχνει να έχει ξαναβρει τη σπιρτάδα και τη φρεσκάδα του, αλλά πάνω απ’ όλα μία αίσθηση καλοδεχούμενης ισορροπίας. Το Logan Lucky είναι, ως αναμένετο, αρκούντως καλοκουρδισμένο και εμπλουτισμένο με ένα φινιρισμένο εξωτερικό περίβλημα. Με μοντάζ κοφτερό, όχι όμως με την έννοια του σπιντάτου, αλλά της ιδιοσυγκρασιακής ταλάντευσης με άξονα τους χαρακτήρες, με χρωματικές λεπίδες να εφορμούν στο κάδρο και με μία εμπευσμένη διαδοχή κοντρ πλονζέ και πανοραμικών πλάνων. Το κυριότερο του προσόν, όμως, δεν είναι μήτε το συμπαθέστατο ξεκούρδιστο χιούμορ του (που είναι χιούμοερ μειδιαμάτων και όχι γέλιων, ενώ σε ορισμένες στιγμές θυμίζει Τζάρμους ή Γουές Άντερσον, κυρίως λόγω της παρουσίας του Άνταμ Ντράιβερ) μήτε η στυλάτη κατάστρωση ενός heist movie, που, στην πραγματικότητα, δεν δικαιούται να καμαρώνει για την αγωνία ή τη δράση του.

Το βασικό ατού του Logan Lucky είναι το μπαλαντζάρισμα ανάμεσα σε ένα αστεϊσμό εσωτερικής φύσης και ένα υπαινικτικό σχόλιο, ανάμεσα σε μία φόρα παρτίδα κοροϊδία και μία τρυφερή αποδοχή της λεγόμενης «βαθιάς» Αμερικής. Ο Σόντερμπεργκ χωρίς φυσικά να παρωδεί, διακωμωδεί ελαφρώς τον ίδιο του τον εαυτό και την Ocean’s τριλογία του. Τούτη τη φορά, it’s not all about the style, αλλά ακριβώς το αντίθετο (ή μάλλον το αντίστροφο): το θέμα είναι η αδιαπραγμάτευτη, απενοχοποιημένη και σαρωτική έλλειψή του. Οι κεντρικοί ήρωες του Logan Lucky είναι περιπαικτικά τσακισμένοι από τη ζωή, σχεδόν κυριολεκτικά ακρωτηριασμένοι, κουφάρια παραπεταγμένα από τη χώρα τους, σαν καταχωρήσεις σε βάσεις δεδομένων που έληξαν λόγω αχρησίας. Οι δε δευτερεύοντες χαρακτήρες του είναι ένα κράμα σαλεμένων / βλακώδων, τρομακτικά στερεοτυπικών υπάρξεων, που ζουν σε ένα σύννεφο απογοήτευσης που παραείναι μόνιμη για να μην καταντήσει αστεία.

Διόλου τυχαία, όλα τα επιμέρους στοιχεία του ντεκόρ είναι τυπικά της αμερικανικής ενδοχώρας, τόσο ως εξωτερικά γνωρίσματα όσο και ως εσωτερικά στοιχεία. Η ληστεία που σκαρώνεται αφορά το ίσως πιο βαθιά και αποκλειστικά αμερικάνικο αθλητικό θέαμα (οι αγώνες ΝASCAR, και μάλιστα η Coca-Cola Race, που διεξάγεται την Ημέρα των Πεσόντων). Το άφθονο χρήμα κυλά υπογείως, σαν πεπιεσμένος κοπανιστός αέρας, και συσσωρεύεται σε μία μίνι χωματερή, στην κοιλιά της Αμερικής. Τα κιτς καλλιστεία, η σχεδόν αυνανιστική αγάπη για τα γρήγορα αμάξια, οι αχανεις αυτοκινητόδρομοι που οδηγούν στο πουθενά και στην πατρίδα την ίδια στιγμή, οι αυλές, τα μπαρ και οι μάντρες της αδράνειας και της μωρίας, η ασουλούπωτη αντίληψη περί ηθικής, τα μεθεόρτια των πολέμων που αφήνουν σακατεμένους κι ανυπόληπτους ήρωες. Ένας «σχεδόν παράδεισος», όπως μαρτυρά και ο εναρκτήριος στίχος του τραγουδιού Take Me Home, Country Roads που επικυρώνει το πέρασμα της ταινίας από το αφ’ υψηλού δούλεμα στον σαρκαστικό, αλλά πάντα τρυφερό, εναγκαλισμό μίας Αμερικής που συνιστά την παλαιότερη όψη αυτού του Νέου Κόσμου.

Ο Σόντερμπεργκ κατορθώνει να φανεί έξυπνος και εξυπνάκιας ταυτόχρονα, ικανοποιητικά αστείος και εμμέσως οξυδερκής, σε μία ταινία που σουλατσάρει με το δικό της βήμα και ρυθμό. Και καταλήγει να ξεστρατίσει από τις συνήθεις διαστάσεις και συντεταγμένες της κατασκευής του heist movie, για να αποτυπώσει, έστω ολίγον ανάλαφρα και βιαστικά, μία απογοήτευση που έχει την ισχύ και το κύρος μίας θεοσεβούμενης παράδοσης.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑