What's On Le Fils de Jean (A Kid)

19 Απριλίου 2018 |

0

Le Fils de Jean (A Kid)

Σκηνοθεσία : Φιλίπ Λιορέ

Με τους : Πιέρ Ντελαντονσάμπ, Γκαμπριέλ Αρκάν, Κατρίν ντε Λεάν, Πιέρ-Υβ Καρντινάλ

Μεταφρασμένος τίτλος : Οικογενειακός Φίλος

Διάρκεια : 98’

 Ένας απ’ τους σοβαρούς ουμανιστές του σύγχρονου γαλλικού σινεμά, επιστρέφει στις αίθουσες με ένα καλοφτιαγμένο οικογενειακό δράμα (σταθερά αγαπημένη, διαχρονική προτίμηση των ευρωπαίων κινηματογραφιστών) που κουβαλά φρέσκια, διεισδυτική ματιά πάνω σε γνώριμο θεματικά έδαφος, προσφέροντας παράλληλα στιγμές λιτής, ουσιαστικής συγκίνησης. Στον Οικογενειακό Φίλο του Φιλίπ Λιορέ πρωταγωνιστεί ένας 33χρονος διαζευγμένος Παριζιάνος, ο Ματιέ (υποδειγματικός ο Πιέρ Ντελαντονσάμπ, που διέπρεψε στο L’inconnu du lac του Αλέν Γκιροντί), που μια μέρα δέχεται το απρόσμενο τηλεφώνημα ενός αγνώστου που τον ενημερώνει για τον θάνατο του πατέρα του, Ζαν. Και ζητεί την διεύθυνσή του, για να του αποστείλει ένα δέμα εκ μέρους του εκλιπόντος.

Ο ήρωας αιφνιδιάζεται. Ο κόσμος του αναποδογυρίζεται. Έχοντας μεγαλώσει μονάχα με την μητέρα του (που πέθανε πριν αρκετά χρόνια), η οποία πάντα του έλεγε πως υπήρξε καρπός ενός one-night stand, και μη γνωρίζοντας το παραμικρό για τον πατέρα του (πόσο μάλλον ότι ήταν ζωντανός), επιθυμεί να ανακαλύψει περισσότερα για κείνον. Όπως προκύπτει, ο τελευταίος ήταν εβραϊκής καταγωγής, ζούσε στον Καναδά και είχε δύο ακόμη γιούς.

Με πρόσχημα την παραλαβή του δέματος και γεμάτος βασανιστική περιέργεια, ο Ματιέ βουτά το πρώτο αεροπλάνο για το Μόντρεαλ σκοπεύοντας να παραστεί στην παραδοσιακή νεκρώσιμη τελετή, αν και βασικό του μέλημα είναι να συναντήσει από κοντά τα δυο ετεροθαλή του αδέρφια : έναν αλκοολικό νταή και πρώην πρωταθλητή του μοτοκρός (τον ανερχόμενο και πολλά υποσχόμενο Πιερ-Υβ Καρντινάλ, που αρκετοί θα θυμούνται απ’ το Tom à la ferme) κι έναν θρησκόληπτο δικηγόρο και παθιασμένο δούλο του μαμμωνά (Πατρίκ Ιβόν). Εκεί τον υποδέχεται ο άνθρωπος που του τηλεφώνησε, ο Πιέρ (τον ερμηνεύει ο βετεράνος Γκαμπριέλ Αρκάν, νεώτερος αδερφός του βραβευμένου με Όσκαρ Ντενύ Αρκάν της Επέλασης των Βαρβάρων) : ένας ηλικιωμένος γιατρός (όπως και ο πατέρας του ήρωα), βελονιστής, βοτανοθεραπευτής και στενός φίλος του μακαρίτη για δεκαετίες. Τον προειδοποιεί ψυχρά πως οι… συγγενείς του αγνοούν την ύπαρξή του και πως ο ίδιος δεν θα πρέπει να αποκαλύψει την ταυτότητά του σε μια τόσο δύσκολη και οδυνηρή στιγμή. Ο πατέρας του φαίνεται πως πέθανε εξαιτίας ανακοπής, καταμεσής μιας λίμνης ενώ ψάρευε με τη βάρκα και το πτώμα του δεν έχει ακόμη εντοπιστεί, καθώς οι αρχές έχουν αναστείλει τις έρευνες για την ανεύρεσή του.

Καθώς προσπαθεί να «γλιστρήσει» στην οικογένεια του πατέρα του δίχως να αντιληφθούν την ιδιότητά του, ο Ματιέ αρχίζει να αναρωτιέται γιατί η ύπαρξή του κρατήθηκε τόσα χρόνια στο σκοτάδι. Σύντομα θ’ αρχίσει να υποπτεύεται πως τα πράγματα δεν είναι όπως ακριβώς δείχνουν. Ο ήρωας, δίχως πυξίδα και πηδάλιο, αβέβαιος για την πορεία της ίδιας του της ζωής, επιχειρεί το υπερατλαντικό ταξίδι για να μάθει – μέσα από μνήμες και εικόνες του ανθρώπου που τον έφερε στον κόσμο – περισσότερα για τον εαυτό του. Ο Ντελαντονσάμπ σμιλεύει το εκλεπτυσμένο, ευαίσθητο πορτραίτο του τελευταίου, μεταδίδοντας στον θεατή τη βαθιά απόγνωση ενός ανθρώπου να συνδεθεί με τον νεκρό του πατέρα, προκειμένου να αποκτήσει ενήλικη ταυτότητα και να προχωρήσει πριν είναι για κείνον αργά.

Το αληθινό του πάθος είναι να συγγράφει αστυνομικά μυθιστορήματα, όμως δίχως οικονομική εξασφάλιση αδυνατεί να εγκαταλείψει την βαρετή καθημερινότητα του πωλητή σκυλοτροφών. Η γυναίκα του τον εγκατέλειψε καθώς η δουλειά στο λιανικό εμπόριο ήταν πολύ απαιτητική και του απορροφούσε σχεδόν όλο το χρόνο, κι αυτός είναι ο λόγος που δεν έχει κατορθώσει να γράψει δεύτερο βιβλίο, παρά το αρκετά επιτυχημένο του ντεμπούτο. Αν και χωρισμένοι, διατηρεί καλές σχέσεις μαζί της και βλέπει τον εξάχρονο γιο του κάθε σαββατοκύριακο.

Διακριτικό, χαμηλότονο φιλμ, με έμφαση στους χαρακτήρες (και τον τρόπο που αυτοί αλληλεπιδρούν), κάτω απ’ την επιφάνεια του οποίου σιγοβράζει μια δεξαμενή συναισθημάτων (όχι τόσο δυνατή, πάντως, όσο στο προηγούμενο Welcome που μου ‘χε αρέσει περισσότερο). Σε ύφος και θέμα, προσεγγίζει περισσότερο το προγενέστερο Je vais bien, ne t’en fais pas (Είμαι καλά μη σε νοιάζει, 2006) που και κείνο εξελισσόταν ως πολυεπίπεδο οικογενειακό δράμα. Με αφετηρία μια φαινομενικά απλή ιστορία, ο σκηνοθέτης υφαίνει ένα σύνθετο, γλυκόπικρο σχόλιο γύρω από την αναζήτηση ταυτότητας, τις ανδρικές σχέσεις, την οικογένεια, την πατρική απουσία, την αφοσίωση και την ενοχή με τρόπο αξιέπαινο, δίχως θορύβους ή ανούσιες μεγεθύνσεις. Οι δύο ετεροθαλείς δεν μοιάζουν με τα αδέρφια που θα ονειρευόταν κάποιος, όπως αποκαλύπτεται μέσα από ένα έντονο Σαββατοκύριακο που θα περάσουν όλοι μαζί στην επίμαχη λίμνη, ελπίζοντας να εντοπίσουν τη σωρό του πατέρα τους.

Το επιβλητικό, σχεδόν καρτ-ποσταλικό σκηνικό του επαρχιακού Κεμπέκ έρχεται σε αιχμηρή αντίθεση με αυτό που οι τέσσερις άνδρες (στην παρέα προστίθεται κι ο Πιέρ) αναζητούν κάτω από την ήρεμη, ασάλευτη επιφάνεια του νερού, αντανακλώντας τις ψυχολογικές μεταπτώσεις των χαρακτήρων και συμβάλλοντας ουσιαστικά στην εξέλιξη της ιστορίας, καθώς ο ήρωας αντιπαραβάλλει την δική του (όχι εύκολη, μα ούτε τόσο εύθραυστη και επίπλαστη όσο των νέων του συγγενών) οικογενειακή ζωή, με κείνη του (φαινομενικά) ευτυχισμένου και κατασταλαγμένου Πιέρ, του οποίου η γυναίκα (Μαρί-Τερέζ Φορτίν) και η κόρη (Κατρίν ντε Λεάν) – που μεγαλώνει μόνη τα δίδυμά της και θα αναπτύξει μια ιδιαίτερη επικοινωνία με τον ήρωα – διαδραματίζουν τον δικό τους ρόλο στην ιστορία.

Ο ήρωας διακατέχεται από ασίγαστη περιέργεια για την οικογένεια που δεν γνώρισε (εμμονικό τον αποκαλεί ο Πιέρ). Αντιθέτως, ο σκηνοθέτης αρέσκεται μετ’ επιτάσεως να παρατηρεί στενά και να καταγράφει τη συμπεριφορά και τις αντιδράσεις των χαρακτήρων, τοποθετώντας τις στο διευρυμένο οικογενειακό και κοινωνικό κάδρο, στο κάδρο της ίδιας της ζωής, αφήνοντας όλες τις αντιθέσεις να αναδυθούν αβίαστα και να εξερευνηθούν από τον ίδιο τον θεατή. Με λεπτούς χειρισμούς (μια-δυο σκηνές έντασης εξυπηρετούν απόλυτα την οικονομία του έργου) και αφηγηματική επιμέλεια και καθαρότητα που επιτρέπει σε στιγμιότυπα μιας τετριμμένης καθημερινότητας να συνθέτουν το γλυκόπικρο, (αδιόρατα) μελαγχολικό άσμα μιας βουβής ενσυναίσθησης.

Ο ήρωας δεν διστάζει να αντιταχθεί σ’ αυτό που θεωρεί ανάρμοστο ή άδικο, καίτοι αντιμέτωπος με μια σειρά (διαρκώς) μεταβαλλόμενων ερεθισμάτων γύρω απ’ όσα συνθέτουν το ημιτελές κομμάτι ενός οικογενειακού παρελθόντος και κατ’ επέκταση μιας ταυτότητας. Στον αντίποδα, ο Αρκάν προσδίδει εντυπωσιακό βάθος στον σύνθετο χαρακτήρα του Πιέρ, συμπυκνώνοντας όλη την ζεστασιά ενός κουρασμένου βλέμματος σε μια λακωνική φιγούρα που λειτουργεί ως πατρικό πρότυπο ή υποκατάστατο για τον Ματιέ, οδηγώντας τον τελευταίο στην καθοριστική, εσωτερική ωρίμανση και τον θεατή σε μια ευπρόσδεκτη πληρότητα.

Ακόμη κι αν η (προβλέψιμη από ένα σημείο κι ύστερα) ανατροπή φαντάζει στο τέλος ολίγον αμήχανη ή περιττή, οι χαρακτήρες διαθέτουν τόση ζωντάνια που το αποτέλεσμα καταλήγει όχι μόνο βαθιά ανθρώπινο αλλά και απρόσμενα ελκυστικό (μπορεί να ψάχνεις μια ζωή τις ρίζες σου κι αυτή η αδιάκοπη αναζήτηση να σ’ οδηγήσει τελικά στο να αρχίσεις να καταλαβαίνεις πολύ καλύτερα τους ανθρώπους δίπλα και γύρω σου, πράγμα που ισοδυναμεί με ένα πρώτο μεγάλο βήμα προς την αυτογνωσία). Σε κάνει να στοχάζεσαι πάνω στις αληθινά πρωταρχικές σημασίες της ζωής κι από που πηγάζει η αντίληψή μας γι’ αυτές, αλλά και για τον ίδιο μας τον εαυτό.

Η χημεία ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές είναι το κλειδί γι’ αυτό. Κι ενώ οι διάλογοι αναδεικνύουν – μπολιασμένοι με ένα ανεπαίσθητα κυνικό χιούμορ – όλη την τρυφερή τους μελαγχολία, το καθηλωτικό σκηνικό της ατάραχης λίμνης (που διεκδικεί ρόλο ισότιμο) αποκαλύπτει σε όλη του την μεγαλοπρέπεια το βαθύ ψυχολογικό τραύμα των χαρακτήρων. Με μια βελούδινη φωτογραφία που ελάχιστα προσκρούει στον – κατά τα λοιπά – ρεαλιστικό τόνο του φιλμ, τούτος ο Οικογενειακός Φίλος αποτελεί ένα αισθαντικό μινουέτο, απόλυτα ταιριαστό με την ανεπιτήδευτη φύση του.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑