What's On Lady Macbeth

30 Νοεμβρίου 2017 |

0

Lady Macbeth

Σκηνοθεσία : Γουίλιαμ Ολντρόιντ

Με τους : Φλόρενς Πιού, Κόσμο Τζάρβις, Κρίστοφερ Φέρμπανκ, Πωλ Χίλτον, Ναόμι Έϊκι

Διάρκεια : 89’

Έτος Παραγωγής : 2016

Χώρα Παραγωγής : Ηνωμένο Βασίλειο

Και εγένετο νέο (μόλις 19 Μαϊων), υπέρλαμπρο αστέρι – και το όνομα αυτού : Φλόρενς Πιού, που μας συστήνεται ως εξαίρετο, σπουδαίο ταλέντο σε τούτη την σκληρή, αδίστακτη, βικτωριανή τραγωδία. Στιλιστικά έξοχο, αφηγηματικά ανελέητο και σκηνοθετικά αποφασιστικό, με κινηματογραφική γλώσσα απείρως πιο μοντέρνα από τα κρινολίνα της πρωταγωνίστριάς του, το ντεμπούτο του Γουίλιαμ Ολντρόιντ (άλλος ένας θεατρικός σκηνοθέτης – επιδημία έχει πέσει – που μεταπηδά πίσω απ’ την κάμερα) αποκαλύπτει αργά, μεθοδικά και βασανιστικά την (βίαιη) ηθική αμφισημία μιας ιστορίας που σε κεντρίζει πολύ περισσότερο από το υποβλητικό σκηνικό εποχής που στήνει γύρω της.

Το χρονικό ενός συμβιβαστικού, κατ’ ευφημισμό γάμου που καταλήγει σε εκκωφαντικό δράμα : η Πιού εντυπωσιάζει με την απόλυτη αίσθηση ισορροπίας (ανάμεσα στο ευάλωτο και στο ευέλικτο) και το βαθύ ερμηνευτικό ένστικτο, τα παγωμένα, ανέκφραστα ιντερλούδια του προσώπου, το ασάλευτο βλέμμα που κόβει την ανάσα και τον βιτριολικό αισθησιασμό σε μια ερμηνεία-ψυχρό λεπίδι, αντάξια της ηρωίδας του έργου. Το αυστηρό περίβλημα μαρτυρά τις θεατρικές καταβολές του σκηνοθέτη, δεν αναιρεί ωστόσο (επ’ ουδενί) την art-house αύρα τούτου του νοσηρού δράματος «δωματίου».

Ευφυής προσαρμογή – για όσο μέρος της μπορεί να προσαρμοσθεί στα βικτωριανά πρότυπα – της νουβέλας του ρώσου συγγραφέα Νικολάι Λέσκοφ «Η Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ» (καμία σχέση με την σαιξπηρική). Κι αν θες να έχεις μια πλήρη αντίληψη της ιστορίας (αφού διαβάσεις τη νουβέλα, που στο συστήνω ανεπιφύλακτα) δες και το, ας μου επιτραπεί ο αδόκιμος όρος, ρωσο-σαιξπηρικό νουάρ «Η Λαίδη Μάκβεθ από τη Σιβηρία» (1962) του Αντρέι Βάιντα ή άκου την ομώνυμη όπερα του Σοστακόβιτς (βάση και για τα δύο η προαναφερθείσα) : εδώ η διάβρωση των χαρακτήρων επέρχεται σταδιακά (δεν προϋπάρχει, αν κι αυτό σηκώνει κουβέντα) με το κυνήγι όχι της εξουσίας αλλά της σεξουαλικής ελευθερίας, δηλαδή μιας (όχι λιγότερο) σημαντικής δύναμης (τουλάχιστον) για τις γυναίκες, δέσμιες ακόμη της ιεραρχίας του φύλου στην Αγγλία του 19ου αιώνα.

Σ’ ένα αδιευκρίνιστο, μουντό σκηνικό αρχοντικού της αγγλικής υπαίθρου (εκεί που βασιλεύουν τα βρύα κι η λάσπη), η έφηβη ηρωίδα καταφτάνει ως νύφη με ελάχιστες προσωπικές ελευθερίες υπό διαχείριση. Για τους αρσενικούς (σύζυγο και πεθερό) αποτελεί «απόκτημα» : εκχωρήθηκε απ’ τον πατέρα της στα πλαίσια συμφωνίας-πακέτο που περιελάμβανε (για… μπάλωμα) και το μπόνους μερικών εκταρίων γης. Μεγιστάνας ανθρακωρύχος ο πεθερός (Κρίστοφερ Φέρμπανκ), σαδιστής ο μεσήλικας γιός (Πωλ Χίλτον) – που στήνει την ηρωίδα στον τοίχο γυμνή με την πλάτη γυρισμένη κι αυνανίζεται στη θέα της από απόσταση (φαντάσου). Το σφριγηλό σενάριο και το ευφυές μοντάζ – με έμφαση στην αφηγηματική οικονομία – οριοθετούν το (ασφυκτικό) πλαίσιο «παγίδευσης» της ηρωίδας : γάμος χωρίς έρωτα, αλλά και χωρίς σεξ.

Σαν την αιχμάλωτη πριγκίπισσα του κατηφούς, ζοφερού παραμυθιού, η τελευταία περιορίζεται απ’ το σκυθρωπό και αυταρχικό δίδυμο των αφεντικών εντός σπιτιού και στα όποια (σχεδόν μηδαμινά) εναπομείναντα καθήκοντα δεν καλύπτει το επαρκές προσωπικό, συμπεριλαμβανομένης της (επιφορτισμένης να την «επιτηρεί») τρομαγμένης – αλλά πιστής – υπηρέτριάς της (την υποδύεται έξοχα η Ναόμι Έϊκι – με το συμπαθές, μισοεπικριτικό σουλούπι κάποιας με επίγνωση της καταιγίδας που δεν θα αργήσει να ξεσπάσει). Το κενό και την απογοήτευση της ηρωίδας (που σιγοβράζει – και τελικά εκρήγνυται – πίσω απ’ το αποκαρδιωμένο της βλέμμα) ενισχύει ιδανικά το σκηνογραφικό ντεκόρ (φαντάζει «άδειο» σε αντιδιαστολή, για παράδειγμα, με το «φορτωμένο» Downton Abbey), με ένα ψυχρό ρουστίκ που αποπνέει την αίσθηση ενός ημιτελούς, πουριτανικού σκηνικού. Γυμνοί τοίχοι, σκούρα έπιπλα (ένα καθιστικό στο χρώμα της καλαμιάς η πιο φωτεινή λεπτομέρεια) με φθαρμένες απολήξεις, το (αλλοτινό) αρχοντικό κραυγάζει την έλλειψη «ζωής» που το περιβάλλει.

Η παρατεταμένη απουσία πατέρα και γιού για δουλειές, οδηγεί τα βήματα της ηρωίδας «έξω απ’ το κέλυφος» και στην αγκαλιά του νεαρού, αυθάδη ιπποκόμου (μου τα χαλάει λίγο ερμηνευτικά ο γυρολόγος – μουσικός που κατέληξε ηθοποιός – Κόσμο Τζάρβις, αλλά τι να κάνουμε), βιώνοντας τον ενθουσιασμό και την έξαψη ενός πρωτόγνωρου (ανοίκειου ως τότε), αληθινού συναισθήματος. Το δόσιμο (και δέσιμο) θα είναι αμοιβαίο, μετατρέποντας τον «συζυγικό κοιτώνα» (και κυρίως την κλίνη αυτού) σε πεδίο (μάχης και) δόξης λαμπρό. Όμως εδώ δεν βρίσκεσαι στο σύμπαν της Τζέιν Ώστιν και η (παρεκ)τροπή της ιστορίας μοιάζει δεδομένη, καθώς η ηρωίδα ξεμακραίνει αβάσταχτα σε ολοένα πιο σκοτεινά μονοπάτια, προκειμένου να συντηρήσει την νεόκοπη και άσβεστη εκπλήρωση που ζει. Θυμίζει ακραίο, ανένδοτο φεμινιστικό «μάθημα» για τους κινδύνους του (σοβινιστικού) στραγγαλισμού και της χειραγώγησης των επιθυμιών και των παρορμήσεων μιας γυναίκας.

Λειτουργεί όμως και ως (συναρπαστικά) ανεστραμμένη σπουδή ενός χαρακτήρα, τον οποίο η διαρκής κακομεταχείριση και «φίμωση» μετατρέπουν από θύμα σε δυνάστη (και στο τέλος πάλι σε θύμα). Κι αυτό απαιτεί μια ηθοποιό με απόλυτη κυριαρχία των εκφραστικών της μέσων: η Πιού δεν χάνει ανάσα (δεν ξεστρατίζει βήμα, δεν αστοχεί ούτε σ’ ένα βλέμμα, δεν έχει μισό λανθασμένο χτύπο καρδιάς) σε τούτη την δύσκολη, σύνθετη και υποδόρια μεταμόρφωση που επιτυγχάνει. Δυναμική, τολμηρή, με μια συγκλονιστική απάθεια : ένα παιδί που παλεύει ακόμη με τον ρόλο της Ενήλικης που (απρόθυμα) του ανατέθηκε και με την Γυναικεία Φύση που (αιφνίδια) του αποκαλύφθηκε, βουτώντας σε έναν αβυσσαλέο αμοραλισμό για χάρη της ανεξαρτησίας του, στροβιλιζόμενο σε έναν φαύλο κύκλο παραφοράς και (ανέλπιστα ώριμης, μαεστρικά συγκαλυμμένης) οργής, σύγχυσης και (σαγηνευτικά) προκλητικής αυτοκυριαρχίας. Η Πιού ξεδιπλώνει όλες αυτές τις αντιφάσεις αβίαστα και με απίστευτη συνέπεια, με τις καλοζυγισμένες (γεμάτες απειλητικές σκιές) εκφράσεις του προσώπου της να συμπληρώνουν (περιεκτικά και αφοπλιστικά) τις λακωνικές της ατάκες.

Κι ενώ το φιλμ επικεντρώνεται πάνω της, σε δεύτερο – αθόρυβο – επίπεδο εξερευνά κοινωνικά ζητήματα και προκαταλήψεις της εποχής του μέσα απ’ τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Η απουσία (εμφανούς) νύξης για την φυλετική καταβολή του ιπποκόμου (ψιλο-άγαρμπο το μακιγιάζ αν το ζητούμενο ήταν να δείχνει μιγάς – ούτε ο Χήθκλιφ δεν ήταν τόσο χάλια) και της (νέγρας) υπηρέτριας καθίσταται σημείο ηχηρό, καθώς η ηρωίδα εκμεταλλεύεται την (όποια) χειραφέτησή τους για να εδραιώσει την δική της, εύθραυστη θέση. Από την άποψη αυτή, το φιλμ έρχεται να πλαισιώσει το (έντιμων προθέσεων αλλά μετρίου αποτελέσματος) – προ ετών – «Belle» (2013) της Άμα Ασάντε στην πενιχρή λίστα εκείνων που συνδιαλέγονται με το φυλετικό ζήτημα και τη δουλεία στην βρετανική επικράτεια.

Το πράττει, ωστόσο, «βουβά» όπως και το ρεβιζιονιστικό «Wuthering Heights» (2011) της Άντρεα Άρνολντ, με το οποίο (περίπου) μοιράζεται τον ίδιο αμβλύ νεωτερισμό στον τρόπο που προσεγγίζει το συγκεκριμένο (κινηματογραφικό) είδος: με την νατουραλιστική φωτογραφία να σκορπά μεγάλη οικειότητα (και λιτή, ρεαλιστική αμεσότητα), δίχως να προσδίδει κανενός είδους (παλιομοδίτικο) λούστρο στο βικτωριανό σκηνικό. Τα γήινα χρώματα, οι ισχνοί φυσικοί φωτισμοί και οι συμμετρικές συνθέσεις αποπνέουν την ακανόνιστη αίσθηση του παγωμένου πρωινού. Ενώ η (παντελής) απουσία μουσικού σκορ, δημιουργεί το αίσθημα ενός διάχυτου, ατμοσφαιρικού φόβου. Μιας (νευρικής) αβεβαιότητας, για το πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να πάει η ηρωίδα προκειμένου να διατηρήσει την κυριαρχία της. Πειθαρχημένος ρεαλισμός και στα κοστούμια, με μια συγκρατημένη, προσεκτικά επιλεγμένη και ανακυκλούμενη γκαρνταρόμπα : ξεχωρίζει το ιδιαίτερο μπλε (στο χρώμα του παγωνιού) φόρεμα της ηρωίδας, (σχεδόν) βασιλικής θωριάς την πρώτη φορά που το αντικρίζεις, λίγο πιο «θολό» (υπό το βάρος του αμοραλισμού της) σε κάθε επόμενη…

Τοξικό, κλειστοφοβικό, άβολο, ενοχλητικό, το είδος του φιλμ που σε εκπλήσσει και σε αιφνιδιάζει με το να μην γίνεται ποτέ αυτό που περιμένεις (μπορεί η «ουσία» της ιστορίας να υποδηλώνεται στον τίτλο, εν τούτοις οι μηχανορραφίες και οι ανατροπές δεν παύουν να εκπλήσσουν – φαντάσου, ας πούμε, τον Χίτσκοκ να γυρνούσε τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»). Ψυχρό, κυνικό, σκοτεινό, δεν αφήνει πέτρα που να μην αναποδογυρίσει. Κλονίζει, σοκάρει, μουδιάζει, προβληματίζει αλλά και (αναπάντεχα) μαγεύει με την μινιμαλιστική γραφή, την τολμηρή αισθητική και την αποφασιστική προσέγγισή του. Η ηρωίδα εκκινεί ως αντικείμενο συμπάθειας και – ακόμα κι όταν μεταστρέφεται – εύκολα κατανοείς τον ψυχισμό της και τις αιτίες που το προκαλούν. Ο σαρκικός πόθος (για τον ιπποκόμο) μεγαλώνει ευθέως ανάλογα με το (αμείλικτο) πάθος για κοινωνική αναρρίχηση.

Απ’ τη μια, (ιστορικά) έχεις ένα θεματάκι ως προς την σχολαστική απεικόνιση μιας τέτοιας «εξέγερσης» (και διεκδίκησης της ελευθερίας και της αυτοδιαχείρισης) και κατά πόσο αυτή μπορεί να είναι συνειδητή (απ’ την πλευρά της γυναίκας) σε μια τέτοια εποχή και κοινωνία, σαν την βικτωριανή (μη ξεχνάς, βέβαια, πως η ιστορία είναι «δανεική» από ένα άλλο ιστορικό και πολιτικο-κοινωνικό περιβάλλον). Απ’ την άλλη, ο δύστυχος ιπποκόμος δεν αποτελεί παρά το «εξιλαστήριο θύμα» του νέου, επαναπροσδιορισμένου «Φέουδου» που η ηρωίδα επιχειρεί να θεσπίσει, ως αυτοδημιούργητη Αρχόντισσα.

Η βικτωριανή Κάθρην του Ολντρόιντ κονταροχτυπιέται με μια αντιηρωίδα-αρχέτυπο (για το ασυγκράτητο πάθος και τα ωμά της εγκλήματα) της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, την Κατερίνα Λβόβνα (μετέπειτα Ισμαϊλοβα) του Λέσκοφ, σε ένα βλάσφημο παραμύθι που περιγράφει την πορεία ενός κοριτσιού (που έπληττε) από το πάθος στην εμμονή, κι από κει στο έγκλημα. Μιας γυναίκας που – επενδύοντας τα πάντα στον εραστή της – παίρνει τη ζωή στα χέρια της και βγάζει απ’ τη μέση όποιον της την στερεί. Η καταπιεστική σκιά της (αιώνιας) τιμωρίας δε φαίνεται να την σκιάζει. Οι (πρόσκαιρες) ενοχές έρχονται σαν εφιάλτες στη μεσημεριανή ραστώνη ή με τη μορφή μιας γάτας, γρήγορα όμως πνίγονται στα φλογισμένα χάδια του εραστή της. Ο έρωτας – που την τυφλώνει και την οδηγεί στην καταστροφή και τον αφανισμό – ξορκίζει κι εξαγνίζει τις πράξεις της. Ένα απ’ τα καλύτερα φιλμ των τελευταίων ετών…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑