Lady Bird

Σκηνοθεσία : Γκρέτα Γκέργουικ

Με τους : Σίρσα Ρόναν, Λώρη Μέτκαλφ, Τρέισι Λετς, Λούκας Χέτζις, Τιμοτέ Σαλαμέ, Μπίνι Φελντστάϊν, Οντέγια Ρας

Ελληνικός τίτλος : Πασχαλίτσα

Διάρκεια : 94’

Έτος Παραγωγής : 2017

Χώρα Παραγωγής : ΗΠΑ

«Anybody who talks about California hedonism, has never spent a Christmas in Sacramento» (Joan Didion)

Το ότι η Γκρέτα Γκέργουικ το ‘χε ανέκαθεν με το γράψιμο, ήταν εμφανές (αν όχι ξεκάθαρο) απ’ τις αρχές της καριέρας της (παντού έχει βάλει το χεράκι της – απ’ το Hannah Takes the Stairs και το Nights and Weekends μέχρι το Frances Ha και το Mistress America). Και μπορεί οι διάλογοί της (κατά κύριο λόγο) να αυτοσχεδιάζουν, διαθέτουν ωστόσο στοιχεία που τους κάνουν πιο ενδιαφέροντες από πολλά mainstream σενάρια (σε μερικές περιπτώσεις θα μπορούσες και να τους διαβάζεις απλώς, χωρίς να τους βλέπεις). Εδώ περνάει – σόλο πλέον – και πίσω από την κάμερα, για να οδηγήσει την πρωταγωνίστριά της, Σίρσα Ρόναν, σε ένα ταξίδι μέσα απ’ τον εφηβικό σολιψισμό προς την αυτογνωσία και τη συμφιλίωση με τον κόσμο της (την γενέτειρα, την οικογένεια και τον εαυτό της).

Πάνω απ’ όλα αυτά, περνάει ένα λεπτό (αλλά εντυπωτικό) «ρεύμα» ταξικών αντιθέσεων, διαχείρισης επιθυμιών, ανάγκης για ελευθερία και καταναγκαστικού ρόλου του χρήματος. (Αυτοεκπληρούμενο) απωθημένο το ‘χε φαίνεται η δημιουργός, να αφηγηθεί την ιστορία ενηλικίωσης μιας τύπισσας που ξεκινά από το Σακραμέντο για να ανοίξει τα φτερά της προς το «Μεγάλο Μήλο», παρακολουθώντας τις αγωνίες, τις ερωτικές-συναισθηματικές αμφιταλαντεύσεις και τα ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα της τελευταίας χρονιάς του σχολείου και των αποφάσεων που πρέπει να λάβει για τη συνέχεια (προφανώς και διαθέτει όλο αυτό – έστω και χαλαρά – αυτοβιογραφική βάση).

Βρισκόμαστε στις αρχές του 2000, η ηρωίδα φοιτά σε καθολικό λύκειο και ονειρεύεται κολέγιο στην Νέα Υόρκη. Υπάρχει μια τρυφερή ιδιαιτερότητα, όχι μονάχα στο σκηνικό που στήνεται αλλά και στο συναισθηματικό σύμπαν των χαρακτήρων, μια πινελιά ιδιότροπης χάρης, ένα παστέλ άγγιγμα με το οποίο η δημιουργός τους περιβάλλει. Η επιμονή της ηρωίδας να την αποκαλούν με το θετό της όνομα, «Lady Bird» (όνομα που η ίδια έδωσε στον εαυτό της), αντικατοπτρίζει την πάλη να αποτινάξει οτιδήποτε της κληροδοτήθηκε απ’ το οικογενειακό περιβάλλον. Η μητέρα, μια σκληρά εργαζόμενη νοσοκόμα (Λώρη Μέτκαλφ), αγωνίζεται να διατηρήσει τη συνοχή του νοικοκυριού.

Η απερίφραστη ειλικρίνεια και ο κυνικός ρεαλισμός για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, την φέρνει σε (διαρκή και πικρή) σύγκρουση με την κόρη, που ονειρεύεται φοιτητική ζωή στην Ανατολική Ακτή (αν όχι στη Ν.Υ. τουλάχιστον στο Κονέκτικατ ή στο Νέο Χαμσάιρ, εκεί όπου οι συγγραφείς… «ζουν στα δάση»). Το πουγκί φτάνει μόνο για δημόσιο κολέγιο, έτσι η ηρωίδα ζητεί απ’ τον καλόβολο, χιουμορίστα και ευπροσήγορο πατέρα της (Τρέισι Λετς) – που δεν γονατίζει, παρότι χάνει τη δουλειά του και τον κυκλώνει η κατάθλιψη – να συμπληρώσει για εκείνη, κρυφά απ’ το μητριαρχικό «τέρας», μια αίτηση χρηματοδοτικής υποστήριξης των σπουδών της.

Όταν η τελευταία το ανακαλύπτει, η ρήξη ανάμεσά τους κορυφώνεται (δυνατή η σκηνή όπου η ηρωίδα απαιτεί από κείνη να της δώσει ένα «νούμερο» : πόσο της κόστισε όλα αυτά τα χρόνια να την μεγαλώσει, ώστε αργότερα δουλεύοντας και συγκεντρώνοντας χρήματα να της το ξεπληρώσει). Όμως η ρήξη (που υποδηλώνει το εύθραυστο της οικογενειακής και κοινωνικής συνύπαρξης αλλά και της ηλικίας), είναι παρούσα σε όλες τις σχέσεις της ηρωίδας : στην επαφή με την καλύτερη της φίλη (Μπίνι Φελντστάϊν) που ζει σε ένα (απελπιστικά) μικρό διαμέρισμα, στο ρομάντζο με τον Λούκας Χέτζις (που της προκύπτει και κρυφο-γκέι), η γιαγιά του οποίου κατοικεί στο «σπίτι των ονείρων» της, στην αδέξια και αποτυχημένη (όπως εξελίσσεται) πρώτη της (ερωτική) συνεύρεση με έναν ροκά (Τιμοτέ Σαλαμέ) που προσποιείται πως απορρίπτει το χρήμα αλλά…σαπίζει στην πολυτελή έπαυλη των δικών του και πηγαίνει σε πανάκριβο, ιδιωτικό σχολείο και, τέλος, στην προσπάθειά της να γίνει αρεστή και να εισχωρήσει στον κύκλο της «βασίλισσας» του σχολείου (Οντέγια Ρας) – προσποιούμενη (και η ίδια) το πλουσιοκόριτσο.

Ο χαρακτήρας της ηρωίδας είναι φωτεινός, φιλόδοξος, αμήχανος, παρορμητικός, ένθερμος και αυθόρμητος : κάνει μπουρδέλο μια σχολική συνέλευση (και σκόνη μια καθηγήτρια) με τις απόψεις της στο ζήτημα της έκτρωσης, κάνει απερίσκεπτα αστειάκια με τη διευθύντρια του σχολείου που είναι καλόγρια, δηλώνει λακωνικά, ωμά και απερίφραστα πότε θέλει να κάνει σεξ και πότε όχι. Όμως όλα τούτα, μοιάζουν να βγαίνουν περισσότερο μέσα απ’ το σενάριο παρά απ’ την ερμηνεία της Ρόναν (η ίδια δεν δείχνει να ασπάζεται και τόσο ή να εκπέμπει πλήρως την εσωτερική περιδίνηση ή την κοχλάζουσα ενέργεια που επιφυλάσσει για κείνη ο ρόλος).

Η Μέτκαλφ, για παράδειγμα, κλέβει περισσότερες στιγμές. Κι έπειτα, είναι και κάτι άλλο : το σενάριο της Γκέργουικ ευνοεί εδώ την ακρίβεια και την ευκρίνεια (είναι λιγότερο ευέλικτο συγκριτικά με άλλες φορές), στριμώχνει, περιχαρακώνει πιο αυστηρά τους χαρακτήρες. Αν υπήρξε (ή εξακολουθεί να υπάρχει), ας πούμε, ένας λόγος που ο Κασσαβέτης λατρεύτηκε απ’ τη συγκεκριμένη γενιά κινηματογραφιστών, είναι αυτό το πλέγμα αμφισημίας και ιδιοσυγκρασιακού αδιαπέραστου με το οποίο έντυνε τους χαρακτήρες του (οι ήρωές του δεν ήσαν διάφανοι). Εδώ, το συναισθηματικό τόξο των ηρώων διαγράφει μικρή καμπύλη, πλαισιωμένο από μια οδυνηρά διάτρητη σαφήνεια.

Αυτή η (αυτο)συγκράτηση είναι διάχυτη, ανιχνεύσιμη παντού, και το τίμημά της είναι η απουσία ελευθερίας, τόσο σκηνοθετικά όσο και ερμηνευτικά. Όσο τολμηρή, ξεχωριστή και προσωπική είναι η γραφή του θέματος, άλλο τόσο συμβατικό είναι το ύφος και το στυλ του. Λείπει το αυθεντικό, το γνήσια ψυχωμένο απ’ τον αέρα του φιλμ, λείπει και το χέρι που (σκηνοθετικά) θα το οδηγήσει προς τα κει.

Όπως και οι λεπτές απολήξεις της σκιαγράφησης των χαρακτήρων και ο τρόπος που η δημιουργός επιχειρεί να τις εντάξει στο σκηνικό : άλλοτε επιτυγχάνουν περισσότερο και άλλοτε μοιάζουν εντελώς ξεκομμένες, σαν το «διαρκές όνειρο» απ’ το οποίο η ηρωίδα της μοιάζει να μη θέλει να βγει ποτέ (κι η μετάβαση ανάμεσα στις σκηνές αφήνει μια αίσθηση αφηγηματικού ανολοκλήρωτου – με τον καιρό θα μάθει, που θα πάει, η Γκέργουικ πως το cut δημιουργεί εντελώς διαφορετική ταινία απ’ αυτή που ενδεχομένως φαντάζεσαι, αν δεν αφήνει χώρο στους χαρακτήρες να αναπνεύσουν).

Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, δεν παύει να είναι ένα φιλμ που – τοποθετημένο στην περίοδο του Τζωρτζ Μπους του νεώτερου, εποχή δύσκολη για την αμερικανική πολιτική και τη συλλογική μνήμη – μέσα από μια γλυκόπικρη, νηφάλια νοσταλγία, αναπολεί πως ήταν τα πράγματα σε μια κοινωνία που τα θεωρούσε ήδη άσχημα, δίχως να φαντάζεται πόσο πιο άσχημα θα γίνονταν στη συνέχεια.

Ο λόγος αυτός, άλλωστε, ότι δηλαδή έρχεται να λειτουργήσει στο (συλλογικό) υποσυνείδητο ως (κινηματογραφικό) αντίδοτο στην «κουλτούρα» Τραμπ των ημερών που διανύουμε, όπως και η (σαρωτικά σχεδόν) θετική υποδοχή που του επιφύλαξε η (συντριπτική) πλειοψηφία της κριτικής, ευθύνονται για το πλασάρισμά του στην τελική κούρσα για τα Όσκαρ, σε όλες (σχεδόν) τις βασικές κατηγορίες.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑