What's On La La Land

23 Δεκεμβρίου 2016 |

0

La La Land

Σκηνοθεσία: Ντέιμιεν Σαζέλ

Παίζουν: Ράιαν Γκόσλινγκ, Έμα Στόουν

Διάρκεια: 128′

Τα μιούζικαλ μάλλον αποτελούν την πιο ιδιάζουσα περίπτωση που μπορεί κανείς να συναντήσει στο πεδίο των κινηματογραφικών ειδών. Είναι τα αιθέρια τέκνα της υπενθύμισης ότι το σινεμά είναι η πιο όμορφη συλλογική ψευδαίσθηση που κατασκεύασε ποτέ ο άνθρωπος. Κατοικούν και αναπνέουν στον δικό τους κόσμο, αυτόν της υπέρβασης και της ονειροπόλησης. Υλοποιούν απατηλές ελπίδες. Καλλωπίζουν βαριές απογοητεύσεις. Μελοποιούν (και απενοχοποιούν κατά κάποιο τρόπο) τις πιο απλές και πρωτόλειες σκέψεις και επιθυμίες.

Δίνουν ενήλικη υπόσταση σε ευχές, που αν τις ξεστομίσουμε με κανονική φωνή κι όχι τραγουδώντας μοιάζουν ανεπίτρεπτα παιδικές. Τα μιούζικαλ, αν δεν σε παρασύρουν σε μία ιδιόμορφη μίξη κεφιού και αναστεναγμού, είναι καταδικασμένα να χάσουν το παιχνίδι. Το μιούζικαλ είναι υποχρεωμένο να στοχεύσει στην καρωτίδα του θυμικού ακαριαία. Αν καθυστερήσει, θα βρει τις αντιστάσεις υψωμένες και έτοιμες για άμυνα.

la-la-land-10

Το La La Land κινείται σε μουσικό τέμπο που προσομοιάζει όχι τόσο με το προηγούμενο σουξέ του Ντέιμιεν Σαζέλ, το σπιντάτο (αλλά -για τον υπογράφων- παντελώς χειριστικό και αυτάρεσκο) Whiplash (2014), αλλά με το λιγότερο γνωστό και αρκετά «τζαζοειδές» ντεμπούτο του Guy and Madeleine on a Park Bench (2009). Και δίνει ευθύς εξαρχής το στίγμα του, τόσο με έναν αβανταδόρικο τρόπο όσο και με ένα υπαινικτικό κλείσιμο του ματιού. Αρχικά, ένα πανοραμικό και στροβιλιζόμενο μουσικό-χορευτικό νούμερο, σε ένα μποτιλιαρισμένο αυτοκινητόδρομο λίγο έξω από το Λος Άντζελες, που σε γραπώνει από τα μάτια και τα αυτιά, με έναν τρόπο σχεδόν επιθετικό. Αμέσως μετά, μία παιχνιδιάρικη λεπτομέρεια που σε βάζει πλαγίως (και πιο ουσιωδώς, εννοείται) στο κλίμα της σύμβασης που θα επακολουθήσει.

LLL d 33_5542.NEF

Η ιστορία μας ξεκινά μέσα στο καταχείμωνο, αλλά η λαμπερή λιακάδα λούζει τα πάντα. Ο Σαζέλ θα χωρίσει την ιστορία του σε κεφάλαια που κινούνται εποχιακά, αλλά δεν χαρακτηρίζονται από οποιαδήποτε διαφοροποίηση στις καιρικές συνθήκες που επικρατούν. Καλώς ήρθατε στη La La Land. Παρεμπιπτόντως, ο τίτλος της ταινίας έχει διττή σημασία. Αφενός, είναι ένα από τα πολλά παρατσούκλια που κυκλοφορούν για το Λος Άντζελες, αφετέρου είναι ένας νεολογισμός που υποδηλώνει την ανεξήγητη και κάπως αβάσιμη ευφορία. Καλώς ήρθατε, λοιπόν, στον τόπο όπου το φως δεν ξεφτίζει ποτέ, ακόμη κι όταν σουρουπώνει. Στον τόπο όπου τίποτα δεν έχει αλλάξει από τις χρυσές εποχές της τζαζ σκηνής και του Χόλιγουντ. Στον τόπο, όπου όλα τα νεαρά αγόρια ( και κορίτσια (όχι όμως με ισότιμο τρόπο, θα επανέλθουμε σε αυτό), όμορφα, ταλαντούχα και παθιασμένα, έρχονται για να ονειρευτούν και να συντριβούν.

la-la-land-2

Ο Ουμπέρτο Έκο, γράφοντας για την ταινία Καζαμπλάνκα (την οποία λάτρευε να μισεί) εξέφρασε την άποψη ότι το μυστικό της διείσδυσής της στον συναισθηματικό πυρήνα του θεατή έγκειται στην καταιγιστική, αλλά ολότελα καλοζυγισμένη, συρροή των κλισέ. Ένα κλισέ μοιάζει βαρετό, λίγα ή αρκετά κλισέ μπορούν να προκαλέσουν εκνευρισμό, αλλά μία συμπαγής αλυσίδα από αυτές τις συμβολικές σημαδούρες είναι ικανή να υψωθεί στη σφαίρα της οικουμενικής διήγησης, της πανανθρώπινης αλληγορίας. Ετοιμαστείτε, λοιπόν, για ένα καταιγισμό, όχι απαραίτητα καλοζυγισμένο, από αρχετυπικές καταστάσεις, ιδίως σε ό,τι αφορά τον χαρακτήρα που υποδύεται ο Ράιαν Γκόσλινγκ.

LLL d 13 _2548.NEF

Ένας εμμονικός ερημίτης της τζαζ, που ζει όχι ακριβώς στο παρελθόν, αλλά σε μία παραισθησιογόνα λάμψη ενός πάλαι ποτέ γοήτρου. Ενός πρεστίζ που επιβιώνει και μεταδίδεται στον χρόνο, σαν μία αταβιστική επίκληση αυθεντίας. Ο Σεμπάστιαν έχει αυτόκλητα επωμιστεί τον ρόλο του θεματοφύλακα μίας κληρονομιάς που, ενώ δεν είναι δική του υπόθεση, δεν πρέπει με τίποτα να εκλείψει. Την ίδια στιγμή, βέβαια, η αρτηριοσκλήρυνσή του δεν φέρει τίποτα το σκοτεινό, δεν προκαλεί ούτε μισό λεκέ στην αστραφτερή γοητεία της πανοπλίας του. Ο Σαζέλ είναι, δυστυχώς, υπέρμετρα ερωτευμένος με τον ανδρικό του ήρωα, στοιχείο που θα φανεί ακόμη πιο έντονα στο φινάλε της ταινίας. Από την άλλη, η παρτενέρ του Σεμπάστιαν, η Μία της Έμα Στόουν, με τα τσαχπίνικα φορέματα και τα βαθουλά μάτια που στάζουν επιθυμία,  είναι κι αυτή παιδί της ίδιας good old American μήτρας, που γεννοβολά ασταμάτητα όνειρα. Μοιάζει, όμως, λίγο πιο στέρεα βιδωμένη στο dance floor της ταινίας, λίγο πιο οικεία μέσα στην υποδειγματική της τελειότητα.

la-la-land-12

Το La La Land σε βομβαρδίζει με ατελείωτα θέλγητρα, σε σημείο που ορισμένες στιγμές όντως αφήνεσαι ολοκληρωτικά στις χάρες του. Ξεκινώντας από τα πλέον προφανή, όπως τη λάμψη του διδύμου του, τα ρυθμικής εντέλειας χορευτικά του, τη σινεμασκόπ χρωματική του παλέτα, το μελαγχολικό tune του τραγουδιού City of Stars που έρχεται να δώσει τον απαραίτητο γλυκόπικρο τόνο στην τραμπάλα μελό και κεφιού. Και μέσα σε όλα αυτά, το La La Land βρίσκει ανά σημεία τον παντελώς δικό του αυτάρκη τόνο, χωρίς την ανάγκη της ετερόφωτης παραπομπής (θα επανέλθουμε σε αυτό αναλυτικά, αμέσως μετά).

Όπως στην ρυθμικότατη και αστεία σκηνή της πρώτης (ουσιαστικής) γνωριμίας των δύο πρωταγωνιστών. Όπως σε ένα ανεπαίσθητο ενσταντανέ, στο οποίο ο χαρακτήρας της Έμα Στόουν αντιλαμβάνεται χάρη στο σινεμά, σε πρώτη και δεύτερη αντανάκλαση, ότι το να ερωτευτείς, εν μέσω ενός σκληρού κόσμου γεμάτου βαρίδια, είναι μάλλον η μεγαλύτερη επιτυχία που μπορείς να βιώσεις.Όπως, ακόμη ακόμη, η παιχνιδιάρικη casting επιλογή του Τζον Λέτζεντ, για ένα ρόλο που ταιριάζει γάντι με την πραγματική του περσόνα, ως αναβιωτή μίας παλιάς μουσικής κόπιας, μέσα από το μπόλιασμα με μοντέρνα στοιχεία.

Το σημείο όπου εκκινούν τα αξιοσημείωτα προβλήματα -τουλάχιστον κατά τη γνώμη του υπογράφοντος- με το La La Land εντοπίζεται (όσο κι αν φαίνεται παράδοξο) σε μία αρετή του ή για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι, στο εκ πρώτης όψεως βασικό κι αδιαμφισβήτητο ατού του. Ο Σαζέλ πλουτίζει την ταινία του με αμέτρητες κινηματογραφικές και κάθε είδους πολιτισμικές αναφορές, σε βαθμό που τις μετατρέπει σε απαραίτητο, αν όχι και μοναδικό, υπόβαθρό του La La Land. Ένα προστατευτικό χαλί, που αν αποτραβηχτεί απότομα κάτω από τα πόδια της ταινίας, αυτή θα μείνει να κοιτά γουρλωμένη ένα πανέμορφο κενό.

Είναι πράγματι πάρα πολύ δύσκολο να ψέξει κανείς τον Σαζέλ τόσο για το θάμβος των αναφορών του όσο και για τη λειτουργική τους αξιοποίηση. Από τα πιο «μάγκικα» μιούζικαλ της MGM ώς τα ανάλαφρα σαν πούπουλα των Τζιν Κέλι και Φρεντ Αστέρ. Από τη σκληρή γλυκάδα του κόσμου του Ζακ Ντεμί (Οι δεσποινίδες του Ροσφόρ πρωτίστως και έπειτα το θρυλικό Οι ομπρέλες του Χερβούργου) ώς τo α λα Καζαμπλάνκα φινάλε (ο Σεμπάστιαν θα μπορούσε κάλλιστα να ξεστομίσει κάτι σε: “Of all the jazz joints, she walks into mine”). Τα πάντα είναι δεμένα και κουμπωμένα με πανέμορφες ζώνες ασφαλείας στο όχημα του La La Land, καμία αντίρρηση.

la-la-land-8

Όταν, όμως, καταλαγιάσει όλος ο κουρνιαχτός της αστερόσκονης, προκύπτει μία αναπάντεχη κι απρόσκλητη αμηχανία. Σαν την αίσθηση όχι της ανάπλασης μίας μακρινής και ονειρώδους εποχής (το La La Land στην ουσία διατείνεται με πάθος ότι δεν είναι μία τέτοια ταινία), αλλά μίας ξενάγησης σε ένα δανεικό και εν τέλει ξένο συναίσθημα. Σαν μία υποψία ότι το La La Land παγιδεύεται στην ίδια ενέδρα που στριμώχνεται και ο ήρωας του Ράιαν Γκόσλινγκ. Ο οποίος ήρωας καταλήγει να έχει μια ασύλληπτα προνομιακότερη μεταχείριση σε σχέση με το έτερόν του ήμισυ: ενώ αμφότεροι υποτίθεται πως βιώνουν εξ ημισείας και ωσάν αδελφές ψυχές τόσο την ένταση του έρωτά τους όσο και την κοχλάζουσα ανάγκη για καλλιτεχνική εκτόξευση, η αντιμετώπιση που τους επιφυλάσσει ο Σαζέλ, πέρα από το ρομαντικό περιτύλιγμα, είναι άνιση. Ο Σεμπάστιαν είναι ο φορέας της μεγαλοπρεπούς θυσίας, της γενναίας μοναχικότητας, της ψύχραιμης θλίψης. Η Μία, στον αντίποδα, θα φανεί υπολογιστική, πρόθυμη για συμβιβασμό, έτοιμη να χτίσει ένα προφίλ καριέρας και επιτυχίας…

Εν ολίγοις, το La La Land, παρά τα πλούσια και γοητευτικά του ελέη, κινδυνεύει να εκτραπεί σε μία τεχνητή και τρομερά φορτική επίκληση αυθεντίας, η οποία ξεπερνά τα πιο μετρήσιμα μεγέθη κι εκτείνεται στο εξ ορισμού διάχυτο συναίσθημα, που πρέπει εδώ πάση θυσία να καλουπωθεί. Σαν ένα δάχτυλο που δεν είναι άκαμπτο, αλλά κινείται σε ένα όμορφο ρυθμό, το οποίο όμως δεν παραλείπει να σου υποδείξει το μάθημα που πρέπει να αποστηθίσεις: πως τότε έτσι όμορφα ένιωθαν, πως εσύ δεν νιώθεις έτσι όμορφα τώρα, πως εσύ θα έπρεπε να νιώσεις έτσι όμορφα τώρα ως θεατής, αλλά ακόμη κι εκτός της αίθουσας.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑