What's On La Haine

20 Αυγούστου 2020 |

0

La Haine

«Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που πηδά από ένα κτίριο με 50 ορόφους στο κενό. Ενόσω πέφτει, για να πάρει κουράγιο, επαναλαμβάνει ασταμάτητα στον εαυτό του: μέχρι εδώ όλα πάνε καλά, μέχρι εδώ όλα πάνε καλά, μέχρι εδώ όλα πάνε καλά… Αυτό που μετράει, όμως, δεν είναι η πτώση. Aυτό που μετρά είναι η προσγείωση». Μια φωνή μειλίχια αλλά πένθιμη αφηγείται αυτό το γνωμικό, την ώρα που ένα κοκτέιλ μολότοφ προσγειώνεται στον πλανήτη Γη από το υπερπέραν. Αμέσως μετά, εικόνες αρχειακού υλικού από αληθινές ταραχές και συγκρούσεις ανάμεσα διαδηλωτές και αστυνομικούς στο Παρίσι, με συνοδεία το Burnin’ and Lootin’ του Μπομπ Μάρλεϊ, κατακλύζουν την οθόνη. 

Το La Haine του τότε 29χρονου (!) Ματιέ Κασοβίτς έγινε δεκτό με standing ovation στο Φεστιβάλ Καννών του 1995, χάρισε στον νεαρό σκηνοθέτη το Βραβείο Σκηνοθεσίας, ενώ ο πολιτισμικός του αντίκτυπος στη Γαλλία ήταν τόσο ισχυρός που οδήγησε τον τότε πρωθυπουργό της χώρας Αλάν Ζιπέ να οργανώσει ειδική προβολή της ταινίας για το υπουργικό του συμβούλιο, με την παρουσία όλων των υπουργών να κρίνεται υποχρεωτική. Ο Κασοβίτς, παρεμπιπτόντως, είχε γράψει το σενάριο της ταινίας έχοντας επηρεαστεί από ένα αληθινό τραγικό περιστατικό: στις 6 Απριλίου 1993, ο 17χρονος Ζαϊρινός Μακομέ Μ’Μποολέ δολοφονήθηκε με πυροβολισμό εξ επαφής στη διάρκεια ανάκρισης σε αστυνομικό τμήμα του Παρισιού, όπου είχε οδηγηθεί κατηγορούμενος για κλοπή τσιγάρων από ένα ψιλικατζίδικο…

Το La Haine, ένα τραχύ και παλλόμενο οδοιπορικό νεανικού angst, παρουσιάζει σε ευθεία γραμμική συνέχεια περίπου 20 ώρες από τη ζωή τριών νεαρών, που κατοικούν σε ένα από τα υποβαθμισμένα παρισινά προάστια που μαστίζονται από τη φτώχεια και τη βία. Ο Βινς, ο Ουμπέρ και ο Σαΐντ, γεννημένοι στη Γαλλία από μετανάστες γονείς, μιλούν τη γαλλική ως μητρική γλώσσα, είναι και με τη βούλα πολίτες του γαλλικού κράτους, αλλά ποτέ δεν έχουν νιώσει ενταγμένοι σε οποιονδήποτε συνεκτικό ιστό που θα μπορούσε να γεννήσει το πιο υποτυπώδες αίσθημα συλλογικότητας  ή πατρίδας. 

Ο Βινς (ο Βενσάν Κασέλ στο ξεπέταγμά του), με εβραϊκές ανατολικοευρωπαϊκές ρίζες, είναι ο πλέον οξύθυμος της παρέας, έτοιμος να λύσει το ζωνάρι του ανά πάσα στιγμή και να στραφεί κατά δικαίων και αδίκων. Αντλεί τα πρότυπά του από την αμερικάνικη ποπ κουλτούρα (γενικότερα, οι αναφορές όλων των νέων στην ταινία δεν προέρχονται από τη Γαλλία, γεγονός απόλυτα λογικό καθότι κανείς τους δεν νιώθει Γάλλος), την οποία χρησιμοποιεί ως παραδειγματική βάση για κάθε ξέσπασμα θυμού -υπαρκτό ή φαντασιακό- και για κάθε απόπειρα ανομίας. Όπως στη θρυλική σκηνή μίμησης του Ρόμπερτ Ντε Νίρο από τον Ταξιτζή του Μάρτιν Σκορσέζε, καθώς και στην αστεία παραπομπή στον ΜακΓκάιβερ, όταν προσπαθεί να κλέψει ένα αμάξι.

Ο Βινς κατακλύζεται από εικόνες σουρεαλιστικής υφής, όπως την αγελάδα που ξαφνικά ξεπροβάλλει σε ένα στενό της γειτονιάς του, δείγμα πως ονειροβατεί και φαντασιώνεται επί μονίμου βάσεως, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό του πως είναι κάποιος άλλος, παλεύοντας να φορέσει ένα δανεικό κοστούμι που δεν είναι στα μέτρα του.

Παρεμπιπτόντως, η σκηνή – φόρος τιμής στο Taxi Driver αποτελεί υπόδειγμα σκηνοθετικής μαστοριάς και εφευρετικότητας, καθώς στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καθρέφτης στη σκηνή. Ο Κασοβίτς χρησιμοποιεί έναν stunt man, τον οποίο κινηματογραφεί από πίσω, ενώ ο Βενσάν Κασέλ βρίσκεται στο βάθος του κάδρου.

Η κάμερα προχωρά πάνω από τον ώμο του stunt man και αντικρίζει τον Κασέλ κατάματα, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση πως επρόκειτο για το ένα και αυτό άτομο, το οποίο μιλά στον εαυτό του στον καθρέφτη. Ο Βινς, όπως γίνεται φανερό από πολύ νωρίς, είναι ο αληθινός καταλύτης της πλοκής, καθώς στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας καλλιεργείται μια αίσθηση υπόκωφης αγωνίας για το αν εντέλει θα απελευθερώσει ανεξέλεγκτα όλη την αυτοκαταστροφική βία που έχει φωλιάσει μέσα του.

Ο Ουμπέρ είναι ο δεύτερος της παρέας, ένας ερασιτέχνης πυγμάχος με ρίζες από την Καραϊβική, ο οποίος διοχετεύει την ένταση που συσσωρεύεται στην καθημερινότητά του στον σάκο του μποξ, με αποτέλεσμα να είναι ο λιγότερο θερμόαιμος του τρίο, λειτουργώντας συχνά ως αντίβαρο στην οξυθυμία του Βινς. Ο Σαΐντ, από την άλλη, ένας beur όπως είθισται να αποκαλείται στη Γαλλία, δηλαδή ένας μετανάστης τρίτης γενιάς με παππούδες από το Μαγκρέμπ, είναι η «κόλλα» της παρέας. Ο τύπος που ενώ δεν του φαίνεται, επιτρέπει στις επιμέρους μονάδες να αποκτήσουν την αίσθηση ομάδας.

Η ετερόκλητη αυτή παρέα δίνει ευθύς εξαρχής τον τόνο. Οι δεσμοί σε αυτό τον κόσμο ξεχασμένο από θεό, ανθρώπους, κράτος, πολιτικούς και μίντια, σμιλεύονται με βάση τα κοινωνικά κριτήρια και την υποδόρια αίσθηση ενός κοινού ριζικού, χωρίς διαχωριστικούς φραγμούς θρησκείας ή καταγωγής.

Το La Haine κατορθώνει στα 98 λεπτά της διάρκειάς του, να οικοδομεί μια κλιμακούμενη ένταση που ψήνεται σε χαμηλή φωτιά, που θεριεύει λίγο λίγο χωρίς ποτέ να σβήνει, δίχως να καταφεύγει κάθε τρεις και λίγο σε προσχηματικές εκρήξεις ή εντάσεις. Στην πραγματικότητα, η πλοκή περισσότερο δρομολογείται από μια υπόνοια ακινησίας ή αδιέξοδου, παρά από γεγονοτικές αφορμές. Από την πρώτη κιόλας στιγμή, αποκομίζουμε την εντύπωση μιας διπλής ωρολογιακής βόμβας, που ενισχύεται από τη συνεχή υπενθύμιση της ώρας, με τη συνοδεία ενός απειλητικού τικ-τακ. Δύο άξονες κινούνται παράλληλα, σε απόσταση αναπνοής, με την ελπίδα ότι δεν θα επέλθει ποτέ η μοιραία επαφή που θα ανάψει την πρώτη σπίθα.

Ένας νεαρός φίλος της τριάδας των ηρώων πέφτει σε κώμα μετά από επίθεση που δέχτηκε από δυνάμεις της τάξης, ενώ ο Βινς έχει βρει το όπλο που έχασε ένας αστυνομικός στη διάρκεια των ταραχών. Η εκδικητική μανία που έχει αιχμαλωτίσει τον Βινς κρέμεται από μια κλωστή, έναν μικρό αστερίσκο που δημιουργεί μια αίσθηση τελικής εκκρεμότητας πριν το μοιραίο. Το πάθος για αντίποινα θα προλάβει να εκτονωθεί ή ο επικείμενος θάνατος του νεαρού θα πυροδοτήσει μια ανεξέλεγκτη κατηφόρα;

Το La Haine ψαχουλεύει τα συστατικά στοιχεία της ταυτότητας, η οποία γίνεται αντιληπτή ως μια έννοια δυναμική και όχι στατική, ως μια έννοια δηλαδή που διαμορφώνεται από βιώματα, αισθήματα και σκέψεις και όχι ως ληξιαρχική παπαγαλία. Η ταυτότητα, λοιπόν, είναι άμεσα συνδεδεμένη με την έννοια του τόπου, που παράγει εμπειρίες, διλήμματα, αποφάσεις, συγκρούσεις, σχέσεις: με δυο λόγια, με την ανθρωπογεωγραφία του ζωτικού χώρου.

Οι τρεις φίλοι κατοικούν σε ένα άχρονο σύμπαν, όπου ο χρόνος διαστέλλεται ορισμένες φορές βασανιστικά, όπου η έλλειψη επαγγελματικών και ψυχαγωγικών διεξόδων κάνει την κάθε μέρα να μοιάζει με σπίτι που έχει αδειάσει λόγω μετακόμισης. Εντούτοις, η ψυχική τους σύνδεση με αυτό το μουντό και άχρωμο σκηνικό είναι χειροπιαστή και πέρα για πέρα αληθινή. Ο Κασοβίτς, στο πρώτο σκέλος της ταινίας που εκτυλίσσεται αποκλειστικά στα παρισινά προάστια, μεταδίδει μια αίσθηση χωρικής συνέχειας και ενιαίου πλαισίου αναφοράς, η οποία επιτείνεται και από την αδιανόητα μελετημένη χρήση της γλώσσας και των λοιπών πολιτισμικών στοιχείων.

Το La Haine πιάνει τον παλμό μιας κάστας ανθρώπων που έχει πλάσει τους δικούς της κώδικες συμπεριφοράς, οι οποίοι φυσικά αποτυπώνονται πιο χειροπιαστά απ’ οπουδήποτε στο πιο αξιόπιστο αρχείο καταγραφής της ανθρώπινης επικοινωνίας. Τα verlan που κυριαρχούν στην ταινία (σαν να λέμε τα δικά μας «ποδανά» που αντιστρέφουν τις λέξεις, αλλά σε μια αδιανόητα πιο εκτεταμένη και μεθοδική βερσιόν), τα ρούχα, τα κουρέματα και φυσικά η μουσική (μνημειώδης η σκηνή του break dance) είναι το ταυτοτικό DNA μιας γενιάς που ζει γαλαξιακά έτη φωτός από την καρτποσταλική Πόλη του Φωτός.

Το εκπληκτικό εναέριο πλάνο (μια ακόμη στιγμή εντυπωσιακής βιρτουζιτέ από τον Κασοβίτς) στη σκηνή με τον DJ, που η κάμερα διαπερνά σαν θεός με κατανόηση τα ψωριάρικα πάρκα, τις γκρίζες πολυκατοικίες και τους ξεθωριασμένους δρόμους, με το mix που συνδυάζει το ραπ τραγούδι Nique la Police (Fuck the Police, αγγλιστί) με τη φωνή της Εντίθ Πιαφ επικυρώνει το τελικό επιμύθιο. Ό,τι άλλο και να ισχύει, όσο πνιγηρό κι αν είναι το περιβάλλον στο οποίο ζουν, αυτός δεν παύει να είναι ο τόπος αυτών των ανθρώπων. Η προσωπική τους πατρίδα με την οποία έχουν αναπτύξει δεσμούς σχεδόν βιολογικούς.

Το δεύτερο κομμάτι της ταινίας μας μεταφέρει στην καρδιά του Παρισιού, με τον τόνο να αλλάζει ευθύς εξαρχής, και πάλι χάρη στην επιδεξιότητα του Κασοβίτς. Περισσότερα κοφτά πλάνα και ευρυγώνιοι φακοί που εντείνουν τον αποπροσανατολισμό και τη σύγχυση. Ένα ακανόνιστο βάθος πεδίου που συσκοτίζει το τοπίο αφαιρώντας του κάθε υπόνοια συνοχής ή οικειότητας. Κάδρα γεμάτα με τομές και εγκοπές, μια υπόνοια ότι οι ανθρώποι που δεν ζουν ως σύνολο αλλά ως διασκορπισμένες μονάδες.

Το μόνο που απομένει ως αναγνωριστικό σημάδι της «άλλης πλευράς» στην οποία έχουν βρεθεί οι τρεις φίλοι είναι το φωτισμένο σύμβολο της πόλης, ο Πύργος του Άιφελ που ξεχωρίζει από απόσταση. Σε έναν έξοχο και υπαινικτικό συμβολισμό, τα λαμπιόνια σβήνουν σιγά σιγά, βυθίζοντας το κάδρο στο απόλυτο σκοτάδι.

Πλέον, το έδαφος είναι ολότελα ξένο και οι τρεις φίλοι είναι ανεπιθύμητοι εισβολείς που θα εισπράξουν απόρριψη από τους συντεταγμένους φορείς (αστυνομία), από τον μισαλλόδοξο όχλο (παρέα skinheads ακροδεξιών), αλλά και από την υποτιθέμενα αλληλέγγυα φράξια των διανοούμενων-καλλιτεχνών. Ο Βινς, ο Ουμπέρ και ο Σαΐντ, στο φινάλε της περιπέτειάς τους θα δουν τα ίδια τους τα πρόσωπα, κατακερματισμένα και διακεκομμένα στο ρεπορτάζ ενός καναλιού για τα επεισόδια στα banlieue σε μια τετραγωνισμένη γιγαντοοθόνη στον έρημο σταθμό των τρένων.

Η επίσημη αλήθεια δεν βλέπει ποτέ την ευρύτερη εικόνα, αλλά απομονώνει τα επιμέρους κομμάτια του παζλ κατά το δοκούν. Την ίδια στιγμή, το αναπόφευκτο τους χτυπά την πόρτα: ο φίλος τους, που βρισκόταν σε κώμα, έχει αφήσει την τελευταία του πνοή. Το τικ-τακ ακούγεται πλέον σαν χτύπος καρδιάς, έτοιμης να εκραγεί.

Κι όμως, για μια στιγμή, τα φαινόμενα δείχνουν να απατούν. Ο Βινς ξεκαβαλικεύει τη φαντασίωση του vigilante τιμωρού και αποδέχεται με νηφαλιότητα μια «ήττα» που ισοδυναμεί με θρίαμβο. Παρότι οργισμένος και πικραμένος, παραδίδει το όπλο στον νηφάλιο Ουμπέρ, έτοιμος να γυρίσει σπίτι του μετά από ένα ταξίδι συμπυκνωμένης αυτογνωσίας και ωρίμανσης.

Αυτή η ιστορία, όμως, είναι καταδικασμένη σε ένα αναπόδραστο φινάλε βίας, σαν μια αυτοεκπληρούμενη προφητεία: μια στιγμή είναι ικανή να ακυρώσει αυτόματα όλη την πρόοδο που έχεις κάνει με τόσο κόπο. Το γνωμικό που ακούσαμε στην αρχή δεν ήταν κάποια εξιστόρηση, αλλά μια παραβολή. Εντέλει, είναι η ιστορία μιας κοινωνίας, και όχι ενός ανθρώπου, σε ελεύθερη πτώση. Το μίσος έλκει το μίσος σαν μαγνήτης. Το μίσος είναι ιός χωρίς εμβόλιο.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑