La Fille Inconnue (The Unknown Girl)

Σκηνοθεσία: Jean-Pierre Dardenne και Luc Dardenne

Με τους: Adèle Haenel, Olivier Bonnaud, Jérémie Renier, Louka Minnella

Διάρκεια: 106′

Είναι οι Βέλγοι αδελφοί Dardenne από τους πιο επιδραστικούς σκηνοθέτες στο σημερινό ευρωπαϊκό σινεμά; Η απάντηση σηκώνει μεγάλη συζήτηση. Σίγουρα, πάντως, είναι από τους πιο σημαντικούς Ευρωπαίους σκηνοθέτες. Τούτη είναι η 10η μεγάλου μήκους ταινία τους σε 30 χρόνια καριέρας στο χώρο της μυθοπλασίας (μιας που έχουν γυρίσει και μπόλικα ντοκιμαντέρ). Κάθε ταινία τους, από την 4η τους και μετά, τη Rosetta (1999) δηλαδή, παίρνει μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ των Καννών, όπου έχουν τιμηθεί και με δύο Χρυσούς Φοίνικες. Τον έναν για τη Rosetta και τον άλλον για την ταινία τους Το παιδί (L’enfant, 2005). Και αυτή η ταινία, λοιπόν, έλαβε μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του περασμένου φεστιβάλ των Καννών.

Το 2008, το 49ο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Δέσποινας Μουζάκη και υπό την προεδρία του Γιώργου Χωραφά, είχε οργανώσει ένα πλήρες αφιέρωμα στη μέχρι τότε φιλμογραφία των αδελφών Dardenne. Μάλιστα, είχε έρθει ο ένας από τους δύο αδελφούς στη Θεσσαλονίκη, ο Luc, και παρέλαβε και εκ μέρους του αδελφού του τον τιμητικό Χρυσό Αλέξανδρο που τους έδωσε το φεστιβάλ για το σύνολο του έργου τους. Γενικά, κάθε φορά που έχουν ταινία τα αδέλφια, αυτή παίζεται στο φεστιβάλ. Δεν μπορώ να θυμηθώ αν η τρίτη ταινία της φιλμογραφίας τους και η πρώτη που είδαμε στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το υπέροχο φιλμ Η υπόσχεση (La promesse, 1996) είτε στο 37ο είτε στο 38ο, ήταν ανακάλυψη του Μισέλ Δημόπουλου ή του Δημήτρη Εϊπίδη…

Η Τζενί Νταβίν είναι γιατρός. Εδώ και τρεις μήνες έχει αναλάβει το κοινωνικό ιατρείο ενός ηλικιωμένου συναδέλφου της στη Λιέγη, ενώ θα μπορούσε να βγάζει περισσότερα χρήματα ως μέλος του stuff μιας γυαλισμένης πολυκλινικής. Μαζί της είναι κι ένας εκπαιδευόμενος στον οποίο συνεχώς τονίζει πως δεν πρέπει να δένεται συναισθηματικά με τους ασθενείς, καθώς κάτι τέτοιο επηρεάζει την σωστή κρίση και μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένη διάγνωση. Ένα βράδυ, αργά, μία ώρα μετά το επίσημο κλείσιμο του ιατρείου, το κουδούνι χτυπάει μια φορά.

Η Τζενί, κουρασμένη, δεν ανοίγει την πόρτα. «Αν ήταν κάτι σοβαρό, θα χτυπούσαν και δεύτερη φορά» λέει στον εκπαιδευόμενό της. Την άλλη μέρα την επισκέπτεται η αστυνομία. Το πτώμα μιας νεαρής γυναίκας, αφρικανικής καταγωγής, αγνώστων στοιχείων ταυτότητας, βρέθηκε στις όχθες του ποταμού, πολύ κοντά στο ιατρείο. Η Τζενί γεμίζει ενοχές: είναι η γυναίκα στην οποία αρνήθηκε να ανοίξει την πόρτα. Αν της άνοιγε, ίσως να ήταν ζωντανή. Για να ημερέψει τη συνείδησή της αρχίζει μια έρευνα προκειμένου να μάθει πώς και γιατί σκοτώθηκε η κοπέλα (η αστυνομία της εξηγεί πως πρόκειται για δολοφονία).

Πάντα κοινωνικά ευαίσθητοι οι αδελφοί Dardenne, πάντα με την κάμερά τους στοχευμένη στον άνθρωπο και τα βάσανά του, πάντα με πολύ δυνατές γυναικείες ερμηνείες στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Αυτή τη φορά είναι η σειρά της Adèle Haenel (τη γνωρίσαμε από το πολύ καλό Έρωτας με την πρώτη μπουνιά) να λάμψει στον κεντρικό ρόλο. Τούτη, λοιπόν, η ταινία είναι ένα φιλμ νουάρ αλά Dardenne! Ο τίτλος παραπέμπει στο είδος, οι έρευνες που διεξάγει η γιατρός παραπέμπουν στο είδος, η επαφή με τον υπόκοσμο της Λιέγης παραπέμπει στο είδος, τα πώς και τα γιατί παραπέμπουν στο είδος.

Αλλά είπαμε, όλα αυτά με την οπτική των αδελφών Dardenne. Με το ξεκάθαρων προθέσεων σενάριο, με την έλλειψη μουσικής, με την απουσία κάποιας femme fatale, και με το βλέμμα στην κοινωνία. Ο κάθε άνθρωπος, ανά πάσα στιγμή της ζωής του, μπορεί να κάνει κάτι ηθικά μεμπτό. Αυτό που ξεχωρίζει τους «καλούς» από τους «κακούς» είναι ότι οι «κακοί» μπορεί να εντοπίσουν το σφάλμα τους, αλλά θα προχωρήσουν στο παρασύνθημα χωρίς να επηρεαστεί η ζωή τους, ενώ οι «καλοί» δεν θα ησυχάσουν, καθώς σαν αγκάθι το φάουλ που διέπραξαν θα πληγώνει τη συνείδηση τους, έως ότου φτάσουν με κάποιον τρόπο στην απαραίτητη και τόσο λυτρωτική κάθαρση.

Δυστυχώς, μας λένε εμμέσως πλην σαφώς οι Dardenne, οι δυτικές κοινωνίες έχουν φτάσει σε σημείο απάθειας. Δυστυχώς, κοιτάμε τον εαυτό μας και δεν παρατηρούμε τι συμβαίνει γύρω μας, παρά μόνον αν το αγγούρι φτάσει στον κώλο μας (συγχωρέστε μου την έκφραση). Κάθε μέρα η δυστυχία πλημμυρίζει τους δρόμους κι εμείς ως άνθρωποι αδιαφορούμε. Απορροφημένοι στα δικά μας προβλήματα, για τα οποία δεν μπορούμε να βρούμε λύσεις. Μα αφού το πρόβλημα είναι δομικό και μας αφορά όλους, πώς είναι δυνατόν να πιστεύει ο καθένας από μας ότι μπορεί να τη βγάλει καθαρή και να γλυτώσει;

Πόσα άραγε κορίτσια αγνώστου ταυτότητας βρίσκονται νεκρά σε όλες τις πολιτισμένες κοινωνίες του δυτικού κόσμου; Πόσοι ενδιαφέρονται για το πως ζουν, ποιες είναι, ποια είναι τα όνειρά τους, πως βρέθηκαν εκεί που βρέθηκαν; Οι Dardenne προσπαθούν μέσω της γιατρού να μας αφυπνίσουν, να μας τσιγκλίσουν, να βγάλουμε τις παρωπίδες και να κοιτάξουμε λίγο παραέξω από τον εαυτούλη μας. Το… κακό είναι πως το κάνουν με το πιο μέτριο σενάριο της φιλμογραφίας τους. Σαν να μην έχουν νέες ιδέες, σαν να επαναλαμβάνονται. Ας είναι. Και πάλι αυτό που κάνουν είναι πολύ πιο σημαντικό από ένα παραφουσκωμένο χολιγουντιανό τίποτα. Και πάλι στο επίκεντρο είναι ο άνθρωπος. Και πάλι ωσάν γιατροί μας παρουσιάζουν μια κοινωνία σε αφασία, που νοσεί βαθύτατα. Ευτυχώς που υπάρχει ακόμα ελπίδα. Έτσι;

υγ: να σημειώσουμε ότι η κόπια του La Fille Inconnue που προβλήθηκε στις Κάννες ήταν 113 λεπτά, κατά εφτά λεπτά μεγαλύτερη δηλαδή από την κόπια που προβάλλεται εμπορικά στις αίθουσες, καθώς οι Dardenne αποφάσισαν να μοντάρουν εκ νέου την ταινία τους, για να βελτιώσουν το τελικό αποτέλεσμα.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑