What's On La Douleur (Memoirs of Pain)

27 Απριλίου 2018 |

0

La Douleur (Memoirs of Pain)

Σκηνοθεσία: Emmanuel Finkiel

Με τους: Mélanie Thierry, Benoit Magimel, Benjamin Biolay

Διάρκεια:

Το 1985, εκδόθηκε για πρώτη φορά το βιβλίο της Μαργκερίτ Ντυράς La douleur, το οποίο αποτελείται από έξι διαφορετικές ιστορίες, από τα ημερολόγιά της στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ίδια, πάντως, πάντα φρόντιζε να τονίζει πως δεν θυμόταν να έχει γράψει αυτά τα ημερολόγια… Γενικώς, μπερδεύει εκκούσια τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό. Οι μελετητές της έχουν αποφανθεί πως η συγγραφέας καταγράφει εδώ πραγματικά γεγονότα, προσθέτοντας όμως και πολλά μυθοπλαστικά στοιχεία.

Βρισκόμαστε στην υπό ναζιστική κατοχή Γαλλία του 1944, όπου η νεαρή και ταλαντούχα Μαργκερίτ είναι ενεργό μέλος της Αντίστασης μαζί με τον άντρα της Ρομπέρ Αντέλμ. Όταν η Γκεστάπο απαγάγει τον Ρομπέρ, η Μαργκερίτ ρίχνεται ολόψυχα σε έναν απελπισμένο αγώνα για να τον φέρει πίσω. Ακόμη και μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας, εξακολουθεί να τον περιμένει – δέσμια του βασανιστηρίου της απουσίας του και πέρα από κάθε ελπίδα.

Πώς μπορεί να αποτυπωθεί η απουσία; Σε εικόνες, όχι σε λέξεις. Πώς μπορεί κανείς να κινηματογραφήσει την αναμονή; Πώς μπορεί ένας σκηνοθέτης να μας δείξει τον πόνο που προκαλεί η αναμονή; Η αναμονή κατά την οποία ανά πάσα στιγμή περιμένεις κάποιος να σε πληροφορήσει αν ένα αγαπημένο σου πρόσωπο ζει ή έχει πεθάνει; Ο Φινκιέλ κάνει πολύ φιλότιμες προσπάθειες να τα καταφέρει όλα τα παραπάνω. Η προσπάθειά του είναι συγκινητική και άξια συγχαρητηρίων. Είναι προσηλωμένος στο όραμά του και κατά μία έννοια, προσηλωμένος στο όραμα της Ντυράς. Της συγγραφέως που έλεγε πως για το Ολοκαύτωμα φταίνε όλοι. Δεν υπάρχουν αποκλειστικά καλοί και αποκλειστικά κακοί. Όλοι είναι ένοχοι…

Η ταινία ξεκινάει ως μια λίγο πολύ κλασική γαλλική ταινία εποχής, από αυτές που καταπιάνονται με το ανεξάντλητο θέμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και τις εκατομμύρια ιστορίες που αυτός περικλείει. Όσο στην εικόνα βρίσκεται ο συνεργάτης των Γερμανών Ραμπιέ, τα πράγματα είναι λίγο πολύ ευκρινή: πλησιάζει το τέλος του πολέμου, συλλαμβάνεται ο σύζυγος της Ντυράς, ο Ραμπιέ είναι γοητευμένος από τη συγγραφέα, θέλει (ή μήπως όχι;) να τη βοηθήσει, τις δίνει πληροφορίες για τον φυλακισμένο, της ζητάει πληροφορίες για την ομάδα Αντίστασης στην οποία ανήκει και η ίδια, της εξομολογείται τα όνειρά του αμέσως μετά τον πόλεμο να ανοίξει ένα βιβλιοπωλείο.

Ναι, είναι λογικά όλα αυτά, κατανοητά. Υπάρχει η περίφημη μπαναλιτέ του κακού. Τα εγκλήματα δεν διαπράχθηκαν (ποτέ δεν διαπράττονται) από τέρατα, από διαβόλους. Από ανθρώπους της διπλανής πόρτας διαπράττονται. Που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να είναι και η προσωποποίηση του αγγελικού! Ο Ραμπιέ πχ δεν σκιαγραφείται ως τέρας. Όπως λέει και ο ίδιος «έκανα μια επιλογή και δεν την εγκαταλείπω».

Η Ντιράς μέχρι και φιλί του δίνει! Όχι ερωτικό, αλλά περισσότερο μητρικό, φιλικό, ένα φιλί αναγνώρισης του καλού μέσα σε αυτόν τον άνθρωπο, που εξαιτίας του σκοτώθηκαν δεκάδες πατριώτες! Ένα φιλί του Ιούδα, αλλά όχι προδοσίας, αν με εννοείτε. Όταν ο Ραμπιέ φεύγει από την εικόνα, όμως, φτάνουμε στην Απελευθέρωση και αρχίζουν να επιστρέφουν οι κρατούμενοι – κυρίως οι Εβραίοι – από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, εκεί ο σκηνοθέτης «υποκύπτει» σε μια πιο ποιητική προσέγγιση. Και το γεγονός ότι δεν φροντίζει η μετάβαση να γίνει ομαλά και στο ίδιο ύφος αποτελεί μία από τις αδυναμίες της ταινίας.

Με σταθερή την αφήγηση off υπάρχουν πολλές σκηνές στις οποίες βλέπουμε την Ντυράς – αφηγήτρια ταυτόχρονα με την Ντυράς – υποκείμενο της ιστορίας της. Το μοντάζ γίνεται πιο «παραισθητικό», τα λόγια εκτός οθόνης κυριαρχούν, τα πλάνα θαρρείς και είναι ποτισμένα με απελπισία. Συνοδοιπόρος του σκηνοθέτη σε αυτό που θέλει να κάνει και τελικά κάνει είναι η πρωταγωνίστρια του. Η ερμηνεία της είναι πυρετική και καθόλου ερμηνεία επίδειξης. Είναι εντελώς υποταγμένη στο όραμα του σκηνοθέτη της. Καπνίζει το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και μας πείθει σωματικά για τον πόνο που βιώνει. Τον πόνο του άγνωστου. Τον πόνο του «δεν ξέρω τι έχει γίνει». Τον πόνο που σου αφήνει ως πληγή χαίνουσα μια κατάσταση στην οποία δεν μπορεί να υπάρξει αυτό που οι αγγλοσάξωνες χαρακτηρίζουν closure.

Δεν χωράει αμφιβολία πως πρόκειται για μια καλή ταινία, αλλά συγχρόνως δύσκολη ταινία. Όχι κουλτουριάρικη, ούτε απωθητική, ούτε ερμητικά κλεισμένη στον εαυτό της. Απλώς, είναι μια ταινία που θέλει να πει με το δικό της τρόπο, χωρίς να κολακεύει τον θεατή, την αλήθεια της. Και είναι επίτευγμά της το ότι την εκφράζει χωρίς φόβο αλλά με πάθος. Κι ας χάνει το μεγάλο κοινό, που θα μπορούσε να πιάσει αν έβαζε λίγο νερό στο κρασί της.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑