La Cordillera (The Summit)

Σκηνοθεσία : Σαντιάγο Μίτρε

Με τους : Ρικάρντο Νταρίν, Ντολόρες Φονζί, Έρικα Ρίβας, Αλφρέδο Κάστρο, Κρίστιαν Σλέιτερ

Διάρκεια : 114’ (Αργεντινή, 2017)

Την τελευταία δεκαετία, το αργεντίνικο σινεμά μας επισκέπτεται (σχεδόν ανελλιπώς) κάθε χρόνο και με (τουλάχιστον) ένα ενδιαφέρον φιλμ : ήταν η αρχή με το συγκλονιστικό, υπέροχο El secreto de sus ojos (Το μυστικό στα μάτια της) για να ακολουθήσουν κι άλλα, φτάνοντας στο απολαυστικό Relatos salvajes (Ιστορίες για αγρίους) – υποψήφιο για ξενόγλωσσο Όσκαρ, το El Clan (Η φαμίλια, σε μικρότερο βαθμό τούτο), το αριστουργηματικό El ciudadano illustre (Επιφανής πολίτης) και τώρα την… Σύνοδο Κορυφής. Ο σκηνοθέτης της, ο 37χρονος Σαντιάγο Μίτρε δείχνει ικανός να βαδίσει στα χνάρια των προκατόχων του, όμως εδώ (όπως και στο προπέρσινο La patota) η αίσθηση ότι κάποια πράγματα μένουν μετέωρα ή ημιτελή παραμένει.

Κατά τα λοιπά, η κλίμακα της ιστορίας είναι μεγάλη (από γεωπολιτικά και στρατηγικά παιχνίδια, πετρελαϊκά συμφέροντα, εξουσία, απληστία, διαφθορά, μέχρι προβληματικές προσωπικές και οικογενειακές στιγμές πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες), το καστ λαμπρό (διαθέτει και διεθνείς πινελιές και προσθήκες), ο βηματισμός του συνετός, μελετημένος (ούτε αργός, ούτε γρήγορος, δίνει χρόνο στο θεατή να σκεφτεί όσα βλέπει), λίγο πιο αποφασιστικό να ήταν στο φινάλε για όλα όσα δένει μέσω μιας καλοδουλεμένης ατμόσφαιρας ως εκείνο το σημείο θα κατέληγε ένα-ενάμιση κλικ πιο πάνω απ’ αυτό που αφήνει στον θεατή (είναι πιο πολλές οι απορίες που σταλάζουν μέσα σου απ’ τις απαντήσεις που θα έδινες μόνος σου …αν ο σκηνοθέτης επιθυμούσε να σε οδηγήσει προς αυτές).

Εδώ λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ένα στιλάτο ψυχολογικό θρίλερ που ανακατεύει πολιτική ίντριγκα, διπλωματικές μανούβρες και εξαπάτηση με φόντο μια νοτιοαμερικάνικη Προεδρική Διάσκεψη Κορυφής στις Χιλιανές Άνδεις, σε υψόμετρο τριών χιλιάδων μέτρων : το (πανοραμίκ) κατάλευκο σκηνικό των χιονισμένων βουνοκορφών και των φιδίσιων αυτοκινητόδρομων παίζει στα όρια της αλληγορίας απέναντι στον «υψομετρικό» φόβο που προκαλεί ο ίλιγγος της εξουσίας και η απειλή απογύμνωσης της δημόσιας εικόνας υπό το βάρος του εύθραυστου της ιδιωτικότητας που την περιβάλλει, και γίνεται επαναλαμβανόμενο θεματικό και εικονογραφικό μοτίβο που συμβολίζει την διαρκώς επιδεινούμενη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, το (συχνά) σουρεαλιστικό υπόβαθρο των διπλωματικών χειρισμών αλλά και το ψυχολογικό σύμπαν του ίδιου του κεντρικού χαρακτήρα, του Αργεντινού Προέδρου Ερνάν Μπλάνκο (Ρικάρντο Νταρίν).

Οι έντονες αναταράξεις λίγο πριν την ολοκλήρωση της προεδρικής πτήσης προς Χιλή – στο άκουσμα ενός (εν δυνάμει) σκανδάλου στο οποίο πρωτοστατεί ο πρώην γαμπρός του – δεν είναι παρά μια προειδοποιητική βολή για όσα ακολουθήσουν. Παντρεύοντας την υπόγεια αναβλύζουσα ένταση με μια λοξή ειρωνεία, το φιλμ διαπλέκει την καθολική σκιά φθοράς που το καλύπτει με ανεξιχνίαστα όνειρα, ανακτημένες αναμνήσεις, σκηνές ενδοοικογενειακών αντεγκλήσεων και εκατέρωθεν κατηγοριών και συμφωνίες «κάτω απ’ το τραπέζι» με τον απεσταλμένο του Θείου Σαμ (Κρίστιαν Σλέιτερ) – σε μια σκηνή που βρίθει (τολμηρά) απολαυστικών διαλόγων.

Ενδιαφέρουσες και οι σκηνές με την δημοσιογράφο (Έλενα Ανάγια) που παίρνει συνέντευξη στον Νταρίν, εκεί όπου το άκαμπτο δημόσιο περίβλημα του ανδρός αρχίζει να σπάει υπό το βάρος της ψυχικής αστάθειας της κόρης του, οι αναμνήσεις της οποίας αρχίζουν να απειλούν το λούστρο (τη βιτρίνα) της πολιτικής του εικόνας. Αξιοπρεπέστατο και το υπόλοιπο καστ : η Παουλίνα Γκαρσία (του Gloria) σε ρόλο Προέδρου της Χιλής, ο Ντανιέλ Χιμένεθ Κάτσο (του Blancanieves) σε ρόλο Προέδρου του Μεξικού, ο Αλφρέδο Κάστρο (του Neruda και του El Club) σε ρόλο ψυχιάτρου και η Έρικα Ρίβας (των «Ιστοριών») ως δεξί χέρι του χαρισματικού Νταρίν. Ο τελευταίος, αψεγάδιαστος (όσο πάει κι ωριμάζει σαν το παλιό, καλό κρασί), παίζει επιδέξια και ελεγχόμενα με την λεπτή εκφραστικότητα και το συναισθηματικό υπόβαθρο κάτω απ’ την κυριαρχική βιτρίνα του ρόλου.

Μοναδική ένσταση (για τον γράφοντα) η επιλογή της Ντολόρες Φονζί στο ρόλο της «προβληματικής» κόρης του ήρωα (κάτι δε μου κολλάει καλά με τούτη την κοπέλα, αν και η παρουσία της εδώ δικαιολογείται αφού είναι το …κορίτσι του σκηνοθέτη – Σαντιάγο αγόρι μου, σου αρέσουν οι λίγο μεγαλύτερες, έτσι;). Αν και ο χαρακτήρας της είναι (σεναριακό) εργαλείο για να εξερευνηθεί σε μεγαλύτερο βάθος ο (α)μοραλισμός του ήρωα, ελάχιστα αξιόπιστη (ερμηνευτικά) μου φάνηκε η προσέγγισή της. Άσε που από ένα σημείο και μετά, λίγο σε νοιάζει τι της συμβαίνει ή (ακόμη χειρότερα) τι πρόκειται να συμβεί με δαύτη…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑