What's On I, Tonya

25 Ιανουαρίου 2018 |

0

I, Tonya

Σκηνοθεσία : Κρεγκ Γκιλέσπι

Με τους : Μάργκο Ρόμπι, Σεμπάστιαν Σταν, Άλισον Τζάνεϊ

Διάρκεια : 120’

Έτος Παραγωγής : 2017

Χώρα Παραγωγής : ΗΠΑ

Υπήρξε μια εποχή που πίσω από τον Μπιλ Κλίντον, το δεύτερο πιο αναγνωρίσιμο (όχι κατ’ ανάγκην με θετικό πρόσημο) πρόσωπο στις ΗΠΑ ήταν η Τόνια Χάρντινγκ. Για όσους ανήκουμε στην ίδια «ασφαλιστική κλάση» με κείνη (άρα και στην ίδια ηλικία σήμερα), για όσους λατρεύουμε το καλλιτεχνικό πατινάζ και για όσους καθηλωμένοι στον καναπέ – γεμάτοι αδημονία μπροστά στον τηλεοπτικό δέκτη – παρακολουθήσαμε την μυθική εκείνη κόντρα των χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του Λιλχάμερ της Νορβηγίας το ’94 (με Χάρντινγκ, Νάνσυ Κέριγκαν, την ουκρανή Οξάνα Μπαγιούλ και – στη μεγάλη επιστροφή της – την ανατολικογερμανίδα Καταρίνα Βιτ, το ομορφότερο πρόσωπο που ανέδειξε ο σοσιαλισμός και που έκανε ανάρπαστο κι ένα τεύχος του περιοδικού Playboy), ένα φιλμ με επίκεντρο την (αθλητική και όχι μόνο) ιστορία της Χάρντινγκ δεν περνά απαρατήρητο, ούτε αφήνει έναν νοσταλγό της συγκεκριμένης εποχής ασυγκίνητο.

Ειδικά όταν πρόκειται για τη γυναίκα που κατόρθωσε το πρώτο triple axel στην ιστορία του αθλήματος (τριπλή περιστροφή του άξονα στον αέρα) και έγινε πρωταθλήτρια Αμερικής (παρά το άσθμα απ’ το οποίο υπέφερε), βαθμολογημένη με το πρώτο εξάρι που δόθηκε ποτέ στο ατομικό για τεχνική δεξιότητα. Και κυρίως, επειδή αφορά κάποια που η καριέρα της έληξε τόσο άδοξα (και τόσο νωρίς), βουλιάζοντας υπό το βάρος της – σκανδαλώδους για τα δεδομένα της εποχής και για τις διαστάσεις που πήρε από τα μίντια – «συμμετοχής» της στην προμελετημένη επίθεση (και τον συνακόλουθο τραυματισμό) κατά της συναθλήτριάς της, Κέριγκαν.

Τι έχουμε λοιπόν εδώ : βασικά, έχουμε ένα (αποσπασματικό μεν αλλά) εστιασμένο biopic που παντρεύει την αφήγησή του με τον κυνισμό μιας ιδιότυπης ντραμεντί και με την (νεο)συντηρητική αφασία που κατακλύζει την Αμερική της μετα-ριγκανικής περιόδου. Στοιχείο που ενισχύεται και από την επιλογή της σκηνοθεσίας να εντάξει στην τελευταία (την αφήγηση) ένα πρωτοπρόσωπο mockumentary (ωσάν οι χαρακτήρες να συνεντευξιάζονται, ακόμη και να σπάζουν τον «τοίχο» απευθυνόμενοι στον θεατή). Η Χάρντινγκ σύρεται, σπρώχνεται στο παγοδρόμιο απ’ την δεσποτική και χειριστική μητέρα της (εκπληκτική η Άλισον Τζάνεϊ – που μάλλον έχει το Όσκαρ β’ γυναικείου στο τσεπάκι – και απίστευτη η ατάκα προς την κόρη της : «…τους χαζούς τους πηδάς, δεν τους παντρεύεσαι»). Ο κύκλος της κακομεταχείρισης που ανοίγει με δαύτη, συνεχίζεται με τον (πρώτο) σύζυγο της Χάρντινγκ (εντιμότατος στο ρόλο του ο Σεμπάστιαν Σταν, να ναι καλά το παλικάρι) και εξελίσσεται σχεδόν σε κακοποίηση, καθώς σε ένα (απολαυστικό) σκηνικό medley, οι μπούφλες, οι γρόθοι, τα κλωτσομπουνίδια στ’ αχαμνά και οι εξοστρακισμένες σφαίρες χορεύουν συνοδεία του … «How can you mend a broken heart» των Bee Gees.

Οι πάντες (απ’ τους θεατές μέχρι τους κριτές των αγώνων και τους δημοσιογράφους) μοιάζουν να στέκονται «απέναντι» στην ηρωίδα (βλέπεις δεν πληροί τις προδιαγραφές ιδανικού, αντιπροσωπευτικού εκπροσώπου της «αγίας» αμερικανικής οικογενείας, αλλά σάμπως και πότε γνώρισε μια τέτοια), όμως εκείνη θέλει μονάχα να είναι ο (αληθινός) εαυτός της όταν πατινάρει. Το σάουντρακ είναι υπέροχο (διαθέτει από Chicago και Violent Femmes μέχρι Dire Straits, Bad Company και Laura Branigan). Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι πως εδώ υπογράφει την καλύτερη – μέχρι στιγμής – ερμηνεία της (που δικαίως την οδήγησε φέτος στις οσκαρικές υποψηφιότητες) μια ηθοποιός που δεν είχα σε ιδιαίτερη εκτίμηση ως τώρα : kudos, λοιπόν, στην Μάργκοτ Ρόμπι, που βουτάει βαθιά και αφοσιωμένα στην ηρωίδα της, τα χέρια της οποίας μπορεί να μην ήσαν «πεντακάθαρα» στην υπόθεση Κέριγκαν, εν τούτοις (και) η ίδια υπήρξε θύμα (όχι μόνο της συγκεκριμένης συγκυρίας, αλλά και) μιας διαρκούς σωματικής και ψυχολογικής βίας που υπέστη (από το στενότερο και ευρύτερο περιβάλλον της) επί μακρόν.

Η Χάρντινγκ υπήρξε ένα εξαιρετικά ταλαντούχο πλάσμα, που ύψωσε σθεναρά το ανάστημά του απέναντι σε μια αγκυλωμένη, φοβική Αμερική («αυτή είμαι, motherfuckers!»), αλλά και αμαύρωσε (τόσο όσο επέτρεψε να αμαυρώσουν και οι άλλοι) μέσα από την αυτοκαταστροφική του φύση την εικόνα και την πορεία του. Το ότι η τελευταία καταλήγει μετά το άδοξο τέλος της καριέρας της (και για λόγους βιοποριστικούς, πέρα απ’ την διατήρηση του ονόματός της στην επιφάνεια – βάσανο αμείλικτο όταν έχεις γευτεί τη δόξα) στα ρινγκ του wrestling και του γυναικείου μποξ, φαντάζει εύλογο : το μόνο που γνώρισε, επί της ουσίας, σε όλη της τη ζωή ήταν η βία! Με τούτα και μ’ άλλα δεν θέλω να πω ότι το φιλμ είναι αλάνθαστο ή exceptional σε όλες τις πτυχές του, ωστόσο είναι – πέρα απ’ τις εντοπισμένες αρετές του – γνήσια απολαυστικό (προσωπικά με εξέπληξε) σαν συνολικό αποτέλεσμα. Τραβάει καλά, και ως θέμα και ως προς τους χαρακτήρες!




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑