What's On Happy End

20 Νοεμβρίου 2017 |

0

Happy End

Σκηνοθεσία: Μίκαελ Χάνεκε

Παίζουν: Ζαν-Λουί Τρεντινιάν, Ματιέ Κασοβίτς, Ιζαμπέλ Ιπέρ

Διάρκεια: 107′

Τα μέλη της βαθύπλουτης οικογένειας των Λοράν, που εδρεύει στο Καλαί, σε απόσταση αναπνοής από τους τεράστιους προσφυγικούς καταυλισμούς, πέρα από τη χλιδή και τις ανέσεις, φαίνεται πως κληρονομούν και κληροδοτούν, από γενιά σε γενιά, όλα τα κουσούρια και τις νοσηρές παθογένειες μιας ξιπασμένης δυναστείας. Την απόλυτη αλλοτρίωση, την αδυναμία επικοινωνίας, τη βουβή και ασύνειδη απόγνωση, σε ένα αγωγό που μολύνει αναπόδραστα ό,τι συναντά στο διάβα του. Η απρόσμενη άφιξη ενός νέου μέλους, της 13χρονης Εβ, την οποία υποδέχονται όχι με ανοιχτές αγκάλες, αλλά με τη συγκατάβαση της άτυπης υποχρέωσης, λειτουργεί ως πυροκροτητής.

Σχεδόν ερήμην της, η μικρή Εβ τινάζει τη φούσκα της γυαλιστερής ευμάρειας στον αέρα, όχι όμως μέσω κάποιας παιδικής αγνότητας που θα δράσει ως καμπανάκι συνειδητοποίησης. Η Εβ δεν είναι φορέας κάποιου μηνύματος αλλαγής, αλλά ένας καταλύτης που απλώς ενεργοποιεί τα όσα προϋπήρχαν. Διόλου τυχαία, ο μόνος άνθρωπος με τον οποίο συνδέεται, μέσα από έναν υπόγειο και με δαιδαλώδεις απολήξεις δεσμό, είναι ο υπέργηρος καθηλωμένος pater familias ονόματι Ζωρζ (συγκλονιστικός ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν).

Οι δυο τους μοιράζονται ένα κοινό τόπο εξορίας από τα αισθήματα και διωγμού από την ελπίδα. Αμφότεροι αντιμετωπίζουν τη ζωή ως φορτικό βαρίδι, αμφότεροι είναι εξοπλισμένοι με ένα πραγματισμό που σχεδόν ακυρώνει την ανθρώπινη υπόσταση. Από τη μια, η Εβ είναι ο καρπός που έχει φυτρώσει από ρίζες κακόβουλες και αρρωστημένες, έχοντας ξεγράψει ευθύς εξαρχής την πιθανότητα της αγάπης. Κατά κάποιο τρόπο, ο Μίκαελ Χάνεκε μεταφέρει τη Λευκή Κορδέλα στο σήμερα, όπου το νέο φυντάνι δεν θα μπολιαστεί με φθόνο και αγριάδα, αλλά με τον απαθή αποχαρακτηρισμό των πάντων, που διέπει την εποχή μας.

Η Εβ είναι ικανή να πράξει το κακό ή να απλώς να το καταγράφει σε κάποιο γκάτζετ, μένοντας ολότελα αδρανής, όχι επειδή σιγοβράζει μέσα της το μίσος, αλλά επειδή πλέον οι ανθρώπινες ενέργειες δείχνουν στερημένες από οποιαδήποτε νοηματοδότηση. Δεν σοκάρεται στην έλλειψή της αγάπης, δεν την αποζητά ως ύψιστο αγαθό. Δεν βιώνει την επώδυνη ενηλιίωση, επειδή ποτέ δεν υπήρξε επί της ουσίας παιδί.


Από την άλλη, ο Ζωρζ είναι αποκαμωμένος από την ίδια του την ύπαρξη, αντιμετωπίζει με κούραση και απελπισία κάθα ανάσα που είναι υποχρεωμένος να παίρνει. Η αγάπη είναι πλέον μία τελειωμένη υπόθεση για εκείνον, μία μάχη που χάθηκε ανεπιστρεπτί. Και η προσπάθειά του να αποχαιρετήσει κακήν κακώς τον κόσμο, με οποιαδήποτε χείρα βοηθείας μπορεί να εξαγοράσει, δεν συνιστά μία υπόκωφη κραυγή αξιοπρέπειας (στο Amour, η ανάγκη φυγής ήταν αλληλένδετη με τη διατήρηση της αξιοπρέπειας).

Αντιθέτως, είναι ολότελα συμβατή με την απαξίωση της ίδιας της ζωής. Η φύγη που επιζητά εναγωνίως ο Ζωρζ υποβιβάζεται στο επίπεδο της οποιασδήποτε ασήμαντης καθημερινής συναλλαγής. Και φυσικά, δεν προκαλεί καμία κρίση ταυτότητας ή πανικού στην υπόλοιπη οικογένεια, η οποία δεν νιώθει καμία ανάγκη να του προσφέρει οποιοδήποτε ουσιαστικό κίνητρο για να κρατηθεί στη ζωή.

Ο Χάνεκε μας συστήνει τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας με τρόπο ελλειπτικό και αποσπασματικό, αλλά συγχρόνως επαρκή και συμπυκνωμένο. Η μεγαλύτερη κόρη Αν (Ιζαμπέλ Ιπέρ), κεφαλή της οικογενειακής επιχείρησης, τετραπέρατη στο να θάβει κάθε πρόβλημα που θα προκύψει, ακόμη και αν πρόκειται για ανθρώπους κυριολεκτικά θαμμένους κάτω από τόνους χώμα. Έτοιμη να συνάψει ένα γάμο αποκλειστικά για λόγους συμφέροντος και με όρους επικερδούς deal (προσέξτε ποια είναι η μόνη στιγμή που αποκτούν σωματική επαφή με τον μέλλοντα σύζυγό της), διατεθειμένη να προσφέρει μονάχα μηχανιστική και ψυχρή υποστήριξη σε όλους τους υφιστάμενούς της. Το μίνιμουμ μιας αποζημίωσης που γίνεται αντιληπτή όχι ως ηθικό χρέος, αλλά ως μία οικειοθελής ελεημοσύνη. Μια μητρική αγκαλιά, ψεύτικη και βιαστική, που δεν μπαίνει στον κόπο να αναζητήσει την αληθινή επαφή. Ένα κουτί σοκολατάκια, ευγενική παραχώρηση στους κατ’ επάγγελμα πληβείους ως ξεπέτα παρηγοριάς.

Ο μικρότερος αδερφός Τομά (Ματιέ Κασοβίτς), ένας διευθυντής κλινικής εξίσου αποστειρωμένος με τον χώρο εργασίας του. Καθ’ έξη ανίκανος να δοθεί στους κοντινούς του ανθρώπους, αυθεντικά αδιάφορος για το τι διαδραματίζεται δίπλα του, κατ’ εξακολούθηση ψεύτης, όχι όμως με πρόθεση μανιπουλαριστική, αλλά με ολότελα αυθόρμητο τρόπο, ακριβώς επειδή αδυνατεί να ξετρυπώσει οποιαδήποτε νύξη αλήθειας σε οτιδήποτε. Ως πατέρας, θα μεταλαμπαδεύσει την ίδια αδιαφορία που εισέπραξε ως γιος, ως γνήσιο τέκνο των Λοράν, ενδιαφέρεται μονάχα για τη διατήρηση μία τάξης πραγμάτων που μοιάζει με οιονεί θάνατο.

Ο γιος της Αν, ο Πιερ (Φραντς Ρογκοφσκί), ένας σεσημασμένος loser, που προσπαθεί να ορθώσει ανάστημα τσαλαπατώντας τον εαυτό του. Καταδικασμένος να θεωρεί τον εαυτό του άχρηστο, καταλήγει να τον αχρηστεύει όντως, μέσα από θεατρινίστικα ξεσπάσματα οργής και αντίδρασης που καταπνίγονται πάραυτα, επειδή ποτέ δεν μπορούν να ενδυθούν με την απαραίτητη σοβαρότητα και συνέπεια.

Ο Χάνεκε, όπως συνηθίζει άλλωστε στη φιλμογραφία του, εγκολπώνει με τρόπο σχεδόν μαγευτικό σκηνές απύθμενης έντασης σε βουβά στιγμιότυπα, γίνεται αδιανόητα σαρκαστικός σε ενσταντανέ και κάδρα που μοιάζουν φαινομενικά άκακα και φυσιολογικά και τρυπώνει την απεχθή πραγματικότητα στην πλοκή από μικρές ρωγμές που έχει αφήσει επιμελώς ανοιχτές. Και επιφυλάσσει στους ήρωές του, αλλά και σε εμάς τους θεατές, ένα αδιανόητα ειρωνικό φινάλε, σύμφυτο με τον (ελπίζω να μην περίμενε κανείς το αντίθετο) περιπαικτικό του τίτλο.

Το (Un)Happy End για αυτή την κάστα ανθρώπων είναι η διαιώνιση της ύπαρξής τους, όχι από επιθυμία, αλλά επειδή κινδυνεύουν να καταστούν απέθαντοι. Ένα είδος που έχει ξεπεραστεί σχεδόν δαρβινικά, αλλά δεν λέει να αφανιστεί, καταδικάζοντας τους εκπροσώπους τους στη βασανιστική συνύπαρξη με τον ίδιο τους τον εαυτό, με την αποκρουστική τους φύση.

Το μόνο πρόβλημα σε σύγκριση με παλαιότερες ανασκαφές του Χάνεκε στα λαγούμια της υπόκωφης βίας και της άρρητης εξουσίας, έγκειται στο ότι η ένταση δεν είναι ακριβώς κλιμακούμενη και επαγωγική, δεν είναι προϊόν ψαχουλέματος και διερεύνησης. Είναι ολίγον αδιαπραγμάτευτη και αξιωματική. Το Happy End μεταδίδει την αίσθηση ενός απαλότερου στόρι, σε σύγκριση πχ με το ρεσιτάλ υπόκωφης βίας στον Κρυμμένο, αλλά στην ουσία του πυρήνα του είναι αποφασισμένα και ολοκληρωτικά βιτριολικό.

Στοιχείο που χαρίζει μεν στην ταινία μία εξτρά γοητεία, αλλά της αφαιρεί ένα μέρος από εκείνο το γνώριμο κατακάθι που σου άφηναν προηγούμενα αριστουργήματα του σπουδαίου Αυστριακού. Δεν έχεις πλέον ένα αγκάθι που στριφογυρίζει στα πλευρά σου επί μονίμου βάσεως, γιατί έχεις ήδη δεχτεί μία σουβλερή μαχαιριά που σε τρυπάει μια κι έξω.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑