What's On Everybody Knows (Todos lo Saben)

25 Δεκεμβρίου 2018 |

0

Everybody Knows (Todos lo Saben)

Σκηνοθεσία : Ασγκάρ Φαραντί

Με τους : Πενέλοπε Κρουζ, Χαβιέ Μπαρδέμ, Ρικάρντο Νταρίν, Μπάρμπαρα Λένι

Διάρκεια : 132’

Δεύτερο φιλμ εκτός Ιράν (μετά το Παρελθόν/Le passé) για τον Ασγκάρ Φαραντί, που μετακομίζει συνοδεία πρωτοκλασάτου, λατινόφωνου καστ στα περίχωρα και τους αμπελώνες της μαδριλένικης Castile-La Mancha, συστήνοντάς μας (με το καλημέρα και με καταιγιστικό, απόλυτα ταιριαστό τρόπο) τα μέλη μιας πολυπληθούς ισπανικής οικογένειας. Ο φακός του σκηνοθέτη αιχμαλωτίζει μαεστρικά το μεσογειακού ταμπεραμέντου-ασφυκτικά παλλόμενο, γραφικό και πολύχρωμο σκηνικό (μέχρι και drone κάμερα επιστρατεύει για κανα-δυο εντυπωσιακά πανοραμίκ).

Η Πενέλοπε Κρουζ που ζει χρόνια στην Αργεντινή με τον σύζυγό της και τα δυο τους παιδιά, επιστρέφει στην μικρή γενέτειρα για τον γάμο της νεότερης αδερφής της (Ίνμα Κουέστα). Ο χαρακτήρας της με διττό υπόβαθρο : νοσταλγικό και συγχρόνως αποστασιοποιημένο. Η απογοήτευση για κείνους που άφησε πίσω της όσο και των τελευταίων για την ίδια όχι κραυγαλέα μα υφέρπουσα.

Ως συνήθως (σε ανάλογες περιπτώσεις), δυσαρέσκειες που (υπογείως) σιγοβράζουν έρχονται στην επιφάνεια με αφορμή την εκδήλωση ενός τραγικού συμβάντος. Κινητήριος μοχλός της αφήγησης (εξ αφορμής του οποίου σχέσεις και αφοσίωση των μελών της οικογενείας θα δοκιμαστούν, πικρίες και θαμμένα μυστικά του παρελθόντος θα έρθουν στο φως), η απαγωγή της έφηβης κόρης της ηρωίδας (η 19χρονη Κάρλα Κάμπρα θα απασχολήσει σίγουρα στο μέλλον).

Όπως και στο προγενέστερο, αριστουργηματικό About Elly (στο οποίο μια νεαρή γυναίκα εξαφανίζεται ενώ βρίσκεται σε παραλιακό σπίτι με φίλους), η αναζήτηση του whodunit είναι προσχηματική. Μπορεί (εν τέλει) να σου αποκαλύπτει όπως σου αποκαλύπτει (δεν είναι δεδομένο ότι ικανοποιεί όλους ο τρόπος που το κάνει) τι συμβαίνει ή ποιος ευθύνεται, όμως εκείνο που πρωτίστως απασχολεί τον σκηνοθέτη είναι η ανάδυση (με μορφή ντόμινο και όρους ψυχολογικού θρίλερ) όλων όσων παραμονεύουν εντός περιβλήματος.

Ο απών αρχικά, βυθισμένος στο προσωπικό του χάος και αποκαρδιωμένος – απορείς αν οφείλεται στο jet lag ή στη γενικότερη χρεία (γενναίας δόσης) ανάνηψης – σύζυγος της Κρουζ (Ρικάρντο Νταρίν), εμφανίζεται για να δηλώσει πως… ο Θεός θα φροντίσει για όλα! Ε, μην την αδικείς μετά την τελευταία που στρέφεται στον νεανικό της έρωτα (Χαβιέρ Μπαρδέμ) για βοήθεια. Η αγωνία ετούτου διατηρείται ωραιότατα εσωτερική, κυρίως μετά την απαγωγή – γιατί στην αρχή ένα μούδιασμα, μια αμηχανία όσο να πεις στην βγάζει (ξέρει, εν τούτοις, να στριμώχνει το βάρος του κόσμου σε μια αυλακιά του προσώπου ή σ’ έναν κυρτό ώμο – το απέδειξε στο Biutiful).

Η ερμηνεία της Κρουζ, απ’ την άλλη, είναι πάνω-κάτω (ασανσέρ) σ’ όλο το φιλμ, αλλά γιατί εμένα αυτό δεν μου μοιάζει για δικό της σφάλμα; (το εύκολο θα ήταν να πεις : τόσο ξέρει, τόσο παίζει). Γιατί έχω την αίσθηση ότι είναι αδυναμία του Φαραντί να την οδηγήσει να ακουμπήσει στον χαρακτήρα ρεαλιστικά, παρά μελοδραματικά (σε τι γλώσσα, αλήθεια, συνεννοούνταν στα γυρίσματα); Η πιο γνήσια ερμηνεία (κλέβει παράσταση, κατά την ταπεινή μου γνώμη) είναι εκείνη της Μπάρμπαρα Λένι (χτίζει με υποδειγματική αγωνία, σχεδόν απόγνωση, ρόλο παράπλευρου θύματος της ιστορίας).

Δεν πρόκειται για άσκηση ύφους, αλλά για ψύχραιμη, πειθαρχημένη (ως συνήθως, με τη δουλειά του ιρανού) ματιά πάνω στις κοινωνικές (που προεκτείνονται σε ταξικές) τριβές – δες την αντιμετώπιση της οικογένειας της Κρουζ (ακόμη κι όταν αποκαλύπτεται η πραγματική της κατάσταση) απέναντι στον Μπαρδέμ – ή στα μυστικά που (κρυφά) μας δένουν μαζί και (φανερά) μας κρατάνε χώρια.

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, ανακύπτει όταν τα μυστικά δεν είναι ακριβώς… μυστικά, αλλά κάτι που «όλοι γνωρίζουν» ή τουλάχιστον υποπτεύονται ή (έστω) ανακυκλώνουν υπό μορφή κουτσομπολιού. Ο Φαραντί αλλάζει περιβάλλον, παραστάσεις και φόντο (προφανώς τον ωφελεί, τον φρεσκάρει η αλλαγή), όμως το ενδιαφέρον και η ικανότητα να ανατέμνει διεξοδικά τον ανθρώπινο μικρόκοσμο δεν τον εγκαταλείπουν.

Σκηνοθετεί άλλοτε με προσήλωση και άλλοτε διακριτικά (καταγράφοντας όσα φαίνονται και όσα πασχίζουν να μείνουν κρυμμένα), ενίοτε μάλιστα περιφέρει την κάμερα στο πλήθος σαν να ξεφαντώνει κι η ίδια (στο κομμάτι του γάμου στήνει ένα νατουραλιστικό γλέντι σαν τουριστικό οδηγό – διαφήμιση για τη Βιλαρίμπα ή το Βιλαμπάχο). Χρησιμοποιεί το εύρημα της απαγωγής ως επιταχυντή των εξελίξεων (σε έδαφος που ήδη προετοιμάζει μεθοδικά και άρτια), δίνοντάς τους σχεδόν αβίαστα τη μορφή σαρωτικής κρίσης ανάμεσα στα πρόσωπα του δράματος, αποκαλύπτοντας έτσι και τις πραγματικές της διαστάσεις.

Κανείς δεν στέκει υπεράνω υποψίας (κι ας είναι λίγο αχταρμάς ο τρόπος που εισάγει στοιχεία για να σε μπερδέψει) αλλά και όλοι απηχούν έναν (ουσιώδη) λόγο για να τους συμπαθήσεις. Την βασική ανατροπή του σεναρίου την βλέπεις (αρκετοί, τουλάχιστον, φαντάζομαι) από χιλιόμετρα, έλα όμως που όταν είσαι καλός σκηνοθέτης (και με αυτοπεποίθηση) δεν βασίζεσαι τόσο σ’ αυτήν, έχεις ήδη χρωματίσει τα πράγματα ανεξίτηλα, δημιουργώντας ατμόσφαιρα που δένει τον θεατή στο άρμα σου (και σχεδόν σε κάθε πλάνο) πριν την εμφανίσεις.

Ο Φαραντί έχει την τάση να κατασκευάζει μοραλιστικές ιστορίες (Ένας Χωρισμός) που συχνά γειτνιάζουν με το μελόδραμα (Ο Εμποράκος) και αρέσκεται να δημιουργεί ψυχολογική ασφυξία στους τέσσερις τοίχους (Το Παρελθόν). Όλα αυτά χρησιμοποιούνται και εδώ, όμως το concept φαντάζει (πολύ) πιο ελκυστικό και ενδιαφέρον απ’ όσο (τελικά) καταλήγει. Ίσως ο ίδιος να λειτουργεί πιο αποφασιστικά και αιχμηρά εντός συνόρων (μετά το Παρελθόν ένιωσε την ανάγκη να επιστρέψει στην πατρίδα του για τον Εμποράκο, πριν ξεμυτίσει εκ νέου στην Ισπανία για το Everybody Knows). Χτίζει μεν εδώ επιδέξιες (και επιδέξια κλιμακούμενες) εντάσεις, αλλά οι χαρακτήρες είναι πολλοί (όσο ουσιωδώς καλογραμμένοι κι αν στέκουν κάμποσοι από δαύτους σε μερικές μονάχα αράδες), τόσο που είτε ως αντιπερισπασμός είτε ως straightforward οικονομία του έργου το ξεχειλώνουν τουλάχιστον κατά ένα εικοσάλεπτο (μην πω παραπάνω) σε διάρκεια.

Ως εκ τούτου, το δραματουργικό του χνάρι δεν είναι τέτοιο που να το παίρνεις μαζί σου και μετά το τέλος της προβολής. Ο ίδιος, πάντως, προλαβαίνει να σχολιάσει αυτά που θέλει (στερεότυπα και προκαταλήψεις εναντίον των μεταναστών που δουλεύουν στ’ αμπέλια, το καπιταλιστικό σύνδρομο απληστίας, την γελοιοποίηση της πίστης, ένα υπόγεια επικριτικό σχόλιο περί ενδεχόμενης εκτρώσεως).

Πάντα, εντούτοις, στα έργα του αιωρείται μια άβολη αίσθηση : ακόμη κι όταν λάβεις τις απαντήσεις (έτσι όπως εκείνος επιλέγει ή επιτρέπει), αυτό που παρακολουθείς δεν παύει να αντανακλά το σκοτεινό αποτύπωμα (μιας σπουδής) χαρακτήρων οι οποίοι δύσκολα και σπανίως (αν όχι ποτέ) ανακάμπτουν απ’ το συναισθηματικό άχθος και τις ρωγμές του παρελθόντος (ηττημένοι μοιάζουν όλοι στο φινάλε, αν και επιβιώσαντες).

Αν εξαιρέσεις πάντως την μουσική επένδυση της γαμήλιας σεκάνς (κυρίως το υπέροχο «Se muere por volver», δια στόματος Nella Rojas) το μεγαλύτερο μέρος του φιλμ εκτυλίσσεται στη… σιωπή, επιτρέποντας να αφουγκραστείς κάθε ασθμαίνουσα ανάσα ή κυοφορούσα παύση. Κι έχει την ευτυχία ο Φαραντί οι ερμηνείες των ηθοποιών του να βγαίνουν πάνω απ’ τους χαρακτήρες που δημιουργεί (που με τη σειρά τους είναι ήδη πάνω κι απ’ την ιστορία που αφηγείται – την οποία κλειδώνει σε δύο ώρες κι ένα τέταρτο, εκεί που λατινοαμερικάνικη σαπουνόπερα ή οικογενειακή σάγκα, απ’ αυτές που παίζει η ΕΡΤ3, θα την άπλωνε σε καθημερινά επεισόδια μιας σεζόν). Ο Φαραντί είναι αυστηρός σκηνοθέτης (της μικρής φόρμας, όχι της μεγάλης) : όχι εξωστρεφής, όχι επιδεικτικός (το να κουλαντρίσεις τόσους λατίνους μαζεμένους είναι ζήτημα).

Παραδόξως, αυτό το οποίο προσεγγίζει (εν τέλει) εδώ είναι ότι εγγύτερο (μέχρι σήμερα) – παρά τα δύο ξενόγλωσσά του Όσκαρ – σε κινηματογραφικό όραμα με όρους οπτικής αισθητικής και εικαστικού αποτελέσματος (που ποτέ δεν ήταν το φόρτε του). Μπορεί να συνεργάζεται για πρώτη φορά με τον διευθυντή φωτογραφίας José Luis Alcaine (La mala educación, Volver), αλλά προκύπτουν αριστοτεχνικές συνθέσεις πλάνων και (αξιομνημόνευτες) σεκάνς που δύσκολα φαντάζεσαι σε ταινία του ιρανού.

Εν κατακλείδι : είναι κάτι το exceptional αυτό που μας παραδίδεις κύριε Φαραντί, σε σύγκριση με τα προηγούμενα αριστουργήματά σου; Φυσικά και όχι. Είναι μικρότερου βεληνεκούς. Όπως με τις (καλοσχεδιασμένες και σοβαρές) σαπουνόπερες : δεν θα σου αλλάξουν τη ζωή, αλλά για ένα δίωρο περνάς ωραιότατα. Έτσι γλυκά (και λίγο μελαγχολικά) όπως έχεις βυθιστεί στο σύμπαν του, σε παίρνει μαζί στους τίτλους τέλους και το τραγουδάκι της Inma Cuesta «Una de esas noches sin final». Το καλύτερο επιστέγασμα…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Το "Pet Sematary" βγαίνει στις ελληνικές αίθουσες, ευκαιρία λοιπόν να μάθουμε την άποψή σας. Ποια είναι η αγαπημένη σας κινηματογραφική μεταφορά έργου του Στίβεν Κινγκ;
  • FB Cinedogs

  • Latest