Dr. Strangelove (or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb)

Σκηνοθεσία: Στάνλεϊ Κιούμπρικ

Παίζουν: Πίτερ Σέλερς, Στέρλινγκ Χέιντερ, Τζορτζ Κ. Σκοτ

Διάρκεια: 93’

Μεταφρασμένος τίτλος: «SOS Πεντάγωνο Καλεί Μόσχα»

Έτος παραγωγής: 1964

Δύο χρόνια μετά τη Lolita, όπου η κοφτερή του ειρωνεία έγινε ένα κουβάρι με τη σαρδόνια ανατομία του Βλάντιμιρ Ναμπόκοφ, ξεψαχνίζοντας τα κατάβαθα της ανθρώπινης συναισθηματικής ανεπάρκειας και της εγγενούς τάσης αυτοκαταστροφής που μας κατατρέχει σχεδόν με όρους κισμέτ. Δύο χρόνια μετά την πυραυλική κρίση της Κούβας, όταν ο πλανήτης είχε κρατημένη την ανάσα του για 13 ολόκληρες μέρες, αναμένοντας από στιγμή σε στιγμή την πυροδότηση ενός πυρηνικού ολέθρου.

Το 1964, ο Στάνλεϊ Κιούμπρικ διασκευάζει με αχαλίνωτη ελευθερία, στα όρια της ποιητικής αδείας, το δυστοπικό μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας Red Alert (1958), του Αμερικάνου συγγραφέα Πολ Τζορτζ, και φιλοτεχνεί μία από τις αιχμηρότερες πολιτικές σάτιρες στην ιστορία του σινεμά. Είναι τρομερά συχνό το φαινόμενο η κρίση μας περί ενός έργου τέχνης να καθοδηγείται από την πλανεύτρα (χρονική πρωτίστως, αλλά κατ’ επέκταση κοινωνική, ανθρωπολογική και πολιτισμική) απόσταση. Η οποία, σαν καλή παραμορφωτική νεράιδα, άλλοτε λειτουργεί ως υπερμεγέθης μεγεθυντικός φακός που ρίχνει υπερβολικό φως στις ατέλειες κι άλλοτε ρετουσάρει φορτικά το έργο, μετατρέποντάς το σε υπερκοστολογημένο βίντατζ έκθεμα.

Όταν όμως η κουβέντα φτάνει στο Dr. Strangelove, οι πολλές κουβέντες περιττεύουν. Το να βγάζεις επιδεικτικά τη γλώσσα στον πιο διαδεδομένο και καθηλωτικό φόβο του συλλογικού υποσυνείδητου, καθώς αυτός βρίσκεται ακόμη στα ντουζένια του, αποτελεί διαχρονικό γαλόνι. Το να αγγίζεις κωμικές κορυφές, ενεργοποιώντας όχι αστείες καταστάσεις, αλλά μετατρέποντας σε ένα τρομακτικό αστείο το πιο σοβαρό ζήτημα που απασχολεί την ανθρωπότητα, συνιστά μοντερνιά παντός καιρού.

Το Dr. Strangelove ξεκοκάλισε τον εσχατολογικό φόβο της πυρηνικής καταστροφής και άφησε αχώνευτη και αμάσητη την κινητήριο δύναμη των πάντων, τουλάχιστον κατά την κιουμπρική θεώρηση των πραγμάτων. Όχι, ο μέγας Στάνλεϊ δεν είχε σε μεγάλη υπόληψη το ανθρώπινο είδος. Είχε, όμως, μία απεριόριστη πίστη, στα όρια της θρησκευτικής αποθέωσης, στη σαρωτική δύναμη της ανθρώπινης βλακείας. Η οποία υπήρξε ανέκαθεν σε θέση να υποτάσσει το αντίπαλο δέος της ευφυίας και να την βάζει να δουλεύει για λογαριασμό της. Ο πυρηνικός όλεθρος δεν είναι μία ελέω θεού απειλή, μία υστερία μπροστά στον άγνωστο τρόμο, μία κατάρρευση απέναντι στο σκοτάδι του επέκεινα, της κόλασης ή της άνωθεν τιμωρίας.

Είναι ένας φόβος που μοιάζει με γαστρική παλινδρόμηση, ένας πανικός που χτυπά εκ των έσω το εξωτερικό περίβλημα. Είναι μία πρόληψη ενός Κακού που σιγά σιγά χάνει το καμουφλάζ της και φανερώνει την αληθινή της διάσταση, αυτή της αυτό-εκπληρούμενης προφητείας. Όταν έχουμε φτάσει σε σημείο να μας παρέχουμε τη δυνατότητα της ολοκληρωτικής ισοπέδωσης, τότε το τέλος δεν είναι παρά μία από τις πιθανές ζαριές και τίποτα το περισσότερο, μοιάζει να μας υπενθυμίζει ο Στάνλεϊ.

Το Dr. Strangelove απελευθερώνει, μέσα από το ντελιριακό του κρεσέντο, όλο τον κρότο του γέλιου που κρύβει επιμελώς μέσα της η πιθανότητα ενός οριστικού τέλους. Όλο το σπαρταριστό χαχανητό που κυοφορεί η συνειδητοποίηση πως όλα μπορούν να γκρεμιστούν σαν ένα πυργάκι στην άμμο. Το ερμηνευτικό τρίπτυχο που ενσαρκώνει ο Πίτερ Σέλερς έχει μία θέση καπαρωμένη στο σινεφίλ πάνθεον (καμία δυσκολία για έναν άνθρωπο που άλλαζε τονικότητες, διαθέσεις και αποχρώσεις, περίπου με την ίδια φυσικότητα που ανέπνεε, φτάνοντας στο σημείο να δηλώσει κάποτε «υπήρχε πάλαι ποτέ ένας εαυτός μου, αλλά μάλλον τον αφαίρεσα χειρουργικά»), γεγονός που αδικεί τους βασικούς συμπρωταγωνιστές του (Τζορτζ Σκοτ και Στέρλινγκ Χέιντεν) που είναι αρμονικά ενταγμένοι στο ίδιο μοτίβο της σωματοποιημένης παράνοιας, της οιστριονικής εκφραστικότητας που δεν εκβιάζει τα δρώμενα, αλλά τα ακολουθεί σαν σιαμαίο αδερφάκι.

Όλα τα παραπάνω, φυσικά, στο πλαίσιο που ορίζει το κιουμπρικό σύμπαν ειρωνείας και εμπαιγμού. Που εξοστρακίζει τον μιλιταρισμό ως την απεχθέστερη και πλέον ακαλαίσθητη ανθρώπινη επινόηση. Που υποδηλώνει μία συνεχή αδήριτη επιθυμία θανάτου και χαμού. Που ερμηνεύει πλείστες εκρήξεις ως μία συσσωρευμένη απελευθέρωση σεξουαλικής καταπίεσης και ανικανοποίητων επιθυμιών.

Και που καταλήγει σε μία διαπίστωση τόσο ζοφερή που διεγείρει και πάλι όλα τα κωμικά αισθητήρια. Το χειρότερο δεν είναι ότι έχουμε κατά βάθος εξυφάνει σχέδιο για τον αυτό-αφανισμό μας. Το αληθινά άσχημο είναι ότι έχουμε φροντίσει και για μία δικλείδα σωτηρίας προκειμένου να επιβιώσουμε και να πιάσουμε δουλειά από την αρχή.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑