What's On Disobedience

4 Οκτωβρίου 2018 |

0

Disobedience

Σκηνοθεσία : Σεμπαστιάν Λέλιο

Με τους : Ρέιτσελ Βάις, Ρέιτσελ ΜακΆνταμς, Αλεσάντρο Νίβολα

Διάρκεια : 114’

Ο έρωτας είναι μια (διαρκής) πρόκληση – σε όλες τις μορφές του. Ο έρωτας απαιτεί να αψηφάς. Ο έρωτας είναι μια πράξη ανυπακοής. Η «Ανυπακοή» του Σεμπαστιάν Λέλιο, είναι ένα φιλμ πολυεπίπεδο. Στο επίκεντρο δεσπόζει όχι ένας χαρακτήρας, αλλά τρεις. Τέσσερις, αν συνυπολογίσεις την κλειστή, συνεκτική κοινωνία στην οποία ανήκουν (ή ανήκαν) οι ήρωες. Πέντε, αν προσμετρήσεις και έναν νεκρό, η παρουσία-απουσία του οποίου σκεπάζει τα πάντα. Έξι, επτά, οκτώ, εννιά… εάν προσθέσεις στα προηγούμενα την διαχείριση και σύγκρουση με την πίστη (θρησκευτική και στον άνθρωπο), την αλήθεια, το ορμέμφυτο ένστικτο και την απώλεια. Υπάρχουν στιγμές που ο βηματισμός του φιλμ είναι αργός, γαλήνιος. Κι υπάρχουν στιγμές που πατάει το γκάζι. Ποτέ, μα ποτέ, όμως, δεν χάνεις το ενδιαφέρον σου.

Γηραιός ραβίνος κηρύττει για την ανθρώπινη πνευματικότητα και την ελευθερία της βούλησης και… σωριάζεται στα πατώματα. Η είδηση του θανάτου φτάνει στην αποξενωμένη κόρη του (Ρέιτσελ Βάις) που διάγει βίο κοσμικής φωτογράφου στη Νέα Υόρκη κι εκείνη επιστρέφει στην Αγγλία και στην μικρή, ορθόδοξη εβραϊκή κοινότητα που άφησε πίσω της καιρό πριν. Με την άφιξή της συναντά παλιό φίλο (Αλεσάντρο Νίβολα) που – εμφανώς διστακτικός – την καλεί να μείνει σπίτι του.

Η γυναίκα του τελευταίου (Ρέιτσελ ΜακΆνταμς) είναι το έτερο σκέλος ενός ιδιόμορφου τριγώνου που σμιλεύτηκε πολλά χρόνια πίσω, την εποχή της ενηλικίωσής τους. Όταν η Βάις ανακαλύπτει πως ο εκλιπών δεν την συμπεριέλαβε ούτε στη νεκρολογία αλλά ούτε και στη διαθήκη του, επιστρέφει στις αναμνήσεις της νιότης και της πατρικής εστίας (συνοδευόμενη απ’ την ΜακΆνταμς) για να αποτίσει το ύστατο αντίο και μαζί μ’ αυτό ζωντανεύει κι ένα – από καιρό βυθισμένο σε …χειμερία νάρκη – ρομάντζο που θα απειλήσει τους πάντες και τα πάντα, οδηγώντας μια στο ξέφωτο και μια σε αδιέξοδο.

Ο χιλιανός δημιουργός αγαπά την ανθρωποκεντρική αφήγηση. Το φιλμ του μπορεί να μην κουβαλά τις ραψωδικές στιγμές του «Μια Φανταστική Γυναίκα», όμως διαθέτει άλλου είδους… πυροτεχνήματα. Κυρίως το ερμηνευτικό ρεσιτάλ των δύο ηρωίδων. Η διαχείριση της απώλειας από την Βάις σφραγίζει το πρώτο (και ψήγματα απ’ το δεύτερο) μισό του φιλμ. Και ποντάρει στο ανεξάντλητο υποκριτικό της οπλοστάσιο. Χτίζει δραματουργικά πάνω ακόμη και στο πιο (φαινομενικά) απλό στιγμιότυπο ή συναπάντημα.

Αυτή η προσήλωση και επιμέλεια στις μικρές, ανεπαίσθητες στιγμές, είναι που κυριαρχεί (ακόμη πιο εντυπωσιακά) και στην ερμηνεία της ΜακΆνταμς (πόσο παραγνωρισμένη στ’ αλήθεια, ασχέτως οσκαρικής υποψηφιότητας, υπήρξε σε κείνο το Spotlight). Μια ηθοποιός που διαθέτει το χάρισμα να κρύβει με απόλυτη φυσικότητα και μεγάλη άνεση θύελλα συναισθημάτων, ξέροντας ακριβώς πότε και με ποιο τρόπο θ’ αφήσει την πρόσοψή της να ραγίσει. Είναι σπουδαίος ο τρόπος που ενσαρκώνει μια γυναίκα που έμαθε σε όλη της τη ζωή να περνά απαρατήρητη. Και να ξεγελά όσους την περιστοιχίζουν.

Ο χαρακτήρας του Νίβολα είναι πολύ πιο στρογγυλεμένος (άλλωστε ο ίδιος αποτελεί το λιγότερο ζωτικό σκέλος του τριγώνου). Ακόμη κι έτσι όμως, η μοναδική κατάδική του σκηνή διαθέτει εύθραυστο μεγαλείο. Ο Λέλιο αφήνει συχνά την κάμερα να ξαποστάσει πάνω του, να αφουγκραστεί και να ψηλαφίσει την αγωνία του. Κι όταν τελικά τα …τείχη γκρεμίζονται και η αφήγηση ενώνει την ιστορία των δύο γυναικών, το φιλμ απογειώνεται.

Η κάμερα εγκαταλείπει τις αποστάσεις και τα κοιτάγματα απ’ τις γωνίες και πάνω απ’ τους ώμους και βυθίζεται μαζί με τις ηρωίδες. Τούτη η επανένωση, έχει κάτι το σπλαχνικό. Δεν θα προκαλούσε αίσθηση, αν κάπου εκεί στα πρώτα φιλιά η λαχανιασμένη ανάσα της ΜακΆνταμς θόλωνε το φακό. Τόσο παρούσα, τόσο άμεση, σχεδόν βιολογική. Ένα δέσιμο (σαφέστατα) συναισθηματικό, στοργικό, μπολιασμένο με χρόνια ανεκπλήρωτης λαχτάρας και επιβεβλημένης λήθης, κι άλλο τόσο ανενδοίαστα σαρκικό, άγρια γοητευτικό.

Όταν ανοίγεσαι σε τέτοια μονοπάτια, καταλήγουν μη αναστρέψιμα. Ακόμη κι όταν βαδίζουν στο δρόμο οι δυο ηρωίδες φανερώνουν την βιάση, την έντονη επιθυμία τους να βρεθούν γοργά πίσω από κλειστές πόρτες, σε κάποια σκοτεινή ή παράμερη γωνιά, ώστε και πάλι να αγγιχτούν, να φιληθούν. Κι η κάμερα εξερευνά τα πάντα άνευ αμηχανίας, αλλά και δίχως κατάχρηση. Τίποτα δεν χαλάει τη χημεία τους : ούτε καν εκείνο το (εξόφθαλμο) «Whenever I’m alone with you / You make me feel like I am home again» απ’ το Love Song των Cure στο ράδιο.

Στην πιο φορτισμένη σκηνή της «Ανυπακοής», μια περούκα αφαιρείται. Απλή κίνηση κι όμως γεμάτη ανακούφιση, σχεδόν λυτρωτική. Σαν να ξεφορτώνεται κανείς τα ρούχα του ή έναν – επί μακρόν κρατημένο, βουβό – λυγμό, σαν κόμπο. Η «Ανυπακοή» λατρεύει τις ατέλειες των χαρακτήρων της, τρέφεται απ’ αυτές και – εν τέλει – τιμά τον τρόπο που οι τελευταίοι κατορθώνουν ν’ αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν, να ανακαλύψουν (μέσα τους) το σθένος και την καλοσύνη…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑