What's On Burning

10 Ιανουαρίου 2019 |

0

Burning

Σκηνοθεσία : Λη Τσανγκ-ντονγκ

Με τους : Γιου Αχ-ιν, Στίβεν Γέουν, Τζουν Τζονγκ-σέο

Διάρκεια : 148’

You know what I think? That people’s memories are maybe the fuel they burn to stay alive. Whether those memories have any actual importance or not, it doesn’t matter as far as the maintenance of life is concerned. They’re all just fuel. Advertising fillers in the newspaper, philosophy books, dirty pictures in a magazine, a bundle of ten-thousand-yen bills: when you feed ’em to the fire, they’re all just paper. The fire isn’t thinking ‘Oh, this is Kant…’ (Haruki Murakami)

Όλα τα έμψυχα και άψυχα του σύμπαντος είναι ο Μεγάλος Λιμός. Τ’ αστέρια στο νυχτερινό στερέωμα τρεμουλιάζουν επειδή χορεύουν το Χορό του Μεγάλου Λιμού, γνωρίζοντας πως θα εκπέσουν και το Φως τους θα σβήσει. Η πρωινή δροσιά στις φυλλωσιές είναι τα δάκρυα των άστρων που κυλούν… (απ’ τη σοφία των Βουσμάνων της Αφρικής)

There is only one journey. Going inside yourself. Here something blooms; from out of a silent crevice an unknowing weed emerges singing into existence… (Rainer Maria Rilke)

Τα βραδυφλεγή υλικά μιας ιστορίας (βασισμένης στο σύντομο Barn Burning του Χαρούκι Μουρακάμι, που περιλαμβάνεται στη συλλογή Ο Ελέφαντας Εξαφανίζεται και δανείζεται τον τίτλο από παλαιότερη διήγημα του Ουίλιαμ Φώκνερ) στην οποία ελάχιστα συμβαίνουν, επιτρέπουν στον χαρισματικό κορεάτη Λη Τσανγκ-ντονγκ (ο ίδιος την περιγράφει ως ιστορία ενός …νεαρού Φώκνερ που ζει στο σύμπαν του Μουρακάμι) να ενορχηστρώσει ένα αριστοτεχνικό (ποιητικό όσο και επιβλητικό) σχόλιο για την μοναξιά, την αποξένωση και την εμμονή, τα σκοτάδια της ψυχής, τον φθόνο και την απόγνωση που απορρέουν απ’ το ταξικό πρόσημο και τον κοινωνικό εγκλωβισμό, την ηθική χρεοκοπία της σύγχρονης ελίτ και την νέμεση (με αποκορύφωμα ένα απρόσμενο όσο και αναπόδραστο φινάλε).

Για μένα και Χρυσό Φοίνικα να τσίμπαγε στις Κάννες δεν θα αποτελούσε έκπληξη. Διαχειρίζεται τις συνιστώσες ενός αμφιλεγόμενου τριγώνου (σε όλες τις εκφάνσεις και παρεκκλίσεις του) με αφοπλιστικά γοητευτικό και άκρως εγκεφαλικό τρόπο. Και στον πυρήνα του παραμένει ένα βαθύτατα υποβλητικό, διεισδυτικό και ατμοσφαιρικό ψυχολογικό θρίλερ, που αιχμαλωτίζει το βλέμμα και τις αισθήσεις απ’ το πρώτο ως το τελευταίο πλάνο.

Το Burning (ε.τ. Το Παιχνίδι με τη Φωτιά) είναι ένα φιλμ για τις ιστορίες που διηγούμαστε ή ακούμε και για το πώς αυτές επιδεινώνονται απ’ την αδράνειά μας. Ένα (διστακτικό, απρόθυμο ίσως) ταξίδι στο τι συμβαίνει όταν δεν ορίζεις πλέον την ιστορία σου, όταν χάνεις τον έλεγχο του δικού σου αφηγήματος, όταν στέκεις θεατής όσων εκτυλίσσονται γύρω σου ή παθητικός δέκτης του αφηγήματος των άλλων. Ένας τελειόφοιτος δημιουργικής γραφής (δεν τον βλέπεις να σκαλίζει μισή λέξη) που αναζητεί την κατάλληλη ιστορία. Ομολογεί πως δεν ξέρει ακόμη τι θέλει να γράψει : ο κόσμος για κείνον παραμένει μέγα Αίνιγμα και άλυτο Μυστήριο. Είναι ένας κόσμος που δεν κατανοεί.

Το τελευταίο (βασικός μοχλός μέσω του οποίου ο σκηνοθέτης αρθρώνει εδώ Κινηματογραφικό Λόγο) συνοψίζει τον ιδανικό τρόπο να οπτικοποιηθεί το λογοτεχνικό σύμπαν του Μουρακάμι. Ο ιάπωνας γράφει για το απροσπέλαστο και το άπιαστο. Για το άφατο και το άρρητο. Οι χαρακτήρες του το εισπνέουν και το εκπνέουν σαν ρίγος νυχτερινό ή χνώτο σταμπαρισμένο απ’ την παγωνιά στο δειλό φως της μέρας. Για πρώτη φορά, λοιπόν (μετά απ’ την – κατά την προσωπική μου γνώμη – πιο ενδιαφέρουσα απόπειρα να μεταφερθεί όσο το δυνατόν πιστότερα το σύμπαν του τελευταίου στο πανί – εκείνη του Norwegian Wood, 2010), συνασπίζονται τόσο θριαμβευτικά πρωτογενές υλικό και κινηματογραφικό όραμα, με το αισθητικό αποτύπωμα του τελευταίου να καταλήγει σαφώς ανώτερο!

Ίσως οι απαρχές, τα ψήγματα μιας ιστορίας να κρύβονται στη συνάντηση με παλιά συμμαθήτρια : η ίδια ή τα λεγόμενά της μπορεί να μην αντανακλώνται στη μνήμη του ήρωα, προέρχονται ωστόσο από κοινή μήτρα (κοινωνική προέλευση, πατρογονική εστία και παραστάσεις) και δεν έχουν (εμφανή ή ουσιαστικό) λόγο να αμφισβητηθούν. Όμως η Χάε-μι μαθαίνει παντομίμα, μια τέχνη που χτίζει αλήθεια πάνω στη μη-αλήθεια, που πλάθει ιστορίες απ’ το τίποτα (μπορείς να ξεφλουδίσεις και να φας ένα μανταρίνι όποτε το θελήσεις : μη φαντάζεσαι ότι είναι εδώ, αλλά ξέχνα ότι ΔΕΝ είναι εδώ. Το σημαντικό είναι να πιστέψεις ότι θες να το φας. Οι Βουσμάνοι στην έρημο Καλαχάρι έχουν δυο τύπους πείνας : τον Μικρό Λιμό – όταν πεινάει κανείς φυσιολογικά, και τον Μέγα Λιμό – όταν πεινάει για το νόημα της ζωής).

Η Χάε-μι είναι περίεργη και ασταθής. Σχεδόν ψυχαναγκαστική. Ευάλωτη αλλά κι υπνωτική (ως συνήθως με τις φαταλιστικές ηρωίδες του Μουρακάμι). Είναι όμως ότι πιο κοντά σε νόημα, σε σκοπό έχει εμφανιστεί ως τώρα στη ζωή του Τζονγκ-σου. Παρόλα αυτά το μόνο βέβαιο που θα μοιραστούν, η μόνη αμοιβαία αλήθεια, είναι μια λεπτή δέσμη φωτός που αντανακλάται στον τοίχο του κρεβατιού του μικρού, στενάχωρου στούντιο της κοπέλας, καθώς κάνουν έρωτα.

Και δεν είναι παρά στη θέα αυτού του φωτός που εκείνος κατορθώνει να τελειώσει μαζί της, λες και το να αποτελεί μέρος της ιστορίας της είναι αυτό που τον ολοκληρώνει! Τα πάντα πριν ή μετά απ’ αυτό, καλύπτονται από διάχυτη αμφιβολία (γι’ αυτό κι ο ίδιος επιστρέφει επανειλημμένως στο συγκεκριμένο σκηνικό).

Η Χάε-μι φεύγει στην Αφρική (να αναζητήσει το νόημα της ζωής), ο Τζονγκ-σου μένει πίσω να συντηρήσει τις ιστορίες της (έναν γάτο που πάσχει από σοβαρό αυτισμό ή υπάρχει μόνο στη φαντασία της ηρωίδας). Όταν επιστρέψει, επιστρέφει μαζί της κι ο αινιγματικός Μπεν (που γνωρίζει στο ταξίδι), ένας τύπος που – εκτός από οικονομική επιφάνεια – κουβαλά την (αφύσικη) σιγουριά κάποιου που έχει ξεκλειδώσει τα μυστήρια της ύπαρξης.

Οι τρεις τους αναπτύσσουν μια ιδιόμορφη επαφή (φωλιάζει εντός της η ανομολόγητη αποστροφή μεταξύ των δύο αντρών), μέχρι τη στιγμή που η Χάε-μι εξαφανίζεται μυστηριωδώς και οι όποιες (φαινομενικές) ισορροπίες ανατρέπονται. Όπως στον Μεγάλο Γκάτσμπυ (στην πιο λιτή, απογυμνωμένη εκδοχή του), οι ρόλοι του τριγώνου είναι ευδιάκριτοι : ο πλούσιος, χαρισματικός και μυστηριώδης τύπος, ο λιγότερο χαρισματικός αφηγητής που αποκτά εμμονή μαζί του και η γυναίκα-συνδετικός κρίκος. Ο Μπεν ταΐζει με το σταγονόμετρο τον Τζονγκ-σου (σαν τον συγγραφέα που παρατείνει την αγωνία του ανυπόμονου αναγνώστη).

Ο τελευταίος, ωστόσο, είναι ανοικτό βιβλίο : η φτώχεια του, η διαλυμένη οικογένεια, το ρημαγμένο μέλλον. Κι ανάμεσά τους, η Χάε-μι να λικνίζεται στο λιόγερμα (υπό τους ήχους του Générique και της τρομπέτας του Miles Davis απ’ το Ascenseur pour l’échafaud) – λεύτερη, απαλλαγμένη από βαρίδια και αναστολές (…no land, no country for women), προσπαθώντας ν’ απορροφήσει – μέσα από δάκρυα που κυλάνε – το απροσμέτρητο του ουρανού και τα βαθιά χρώματα που αλλάζουν : πορτοκαλί, κόκκινο του αίματος, μοβ, μπλε της θάλασσας, το σκοτείνιασμα του ήλιου που χάνεται.

Σαν να έχει φτάσει στο τέλος του κόσμου. Σαν να θέλει να εξαφανιστεί – μες στο ηλιοβασίλεμα. Σαν να μην υπήρξε ποτέ. «Πάντα με εξιτάρουν τα δάκρυα των ανθρώπων», λέει ο Μπεν (ίσως επειδή ο ίδιος δεν θυμάται να κλαίει ποτέ). Στην Κορέα υπάρχουν πολλά εγκαταλειμμένα θερμοκήπια. Τόσα (ίσως) όσες κι οι χαμένες ψυχές. Κανείς δεν ενδιαφέρεται γι’ αυτά. Σαν να περιμένουν να τα κάψεις. Σαν να καρτερούν την ηθική της φύσης να αποφασίσει για λογαριασμό τους.

Ο σκηνοθέτης ανοίγει μια άβυσσο, μια απύθμενη τρύπα (σαν το πηγάδι των παιδικών αναμνήσεων της ηρωίδας), ακολουθώντας τους χαρακτήρες στην κατάδυσή τους. Αρνείται, εντούτοις, στον θεατή τις απαντήσεις. Κάθε αμφισημία παντρεύεται μ’ ένα άδειο βλέμμα, ένα αμήχανο χαμόγελο, μια μουδιασμένη απόκριση, μια απροσδόκητη ενέργεια. Το κενό για τον Τζονγκ-σου παίρνει διαστάσεις εμμονής. Νιώθει πως δεν ασκεί πλέον καμία επιρροή στην Χάε-μι, αντιθέτως ασκεί όλο και μεγαλύτερη στον ίδιο ο Μπεν (να και το ανεστραμμένο Ριπλεϊκό υπόβαθρο).

Αποφασίζει πως η Χάε-μι αποτελεί κομμάτι της ιστορίας του, παρά κάποια με δική της ιστορία (ή – ακόμη χειρότερα – κάποια στην ιστορία της οποίας ο ίδιος διατηρεί υποδεέστερο ρόλο). Παρεισφρέοντας σε μια ιστορία που δεν μοιάζει δική του, προσπαθεί να τιθασεύσει το χάος που τον κατακλύζει όταν τα κομμάτια δεν δένουν μεταξύ τους, όταν τα πράγματα δεν βγάζουν νόημα. Σκοντάφτοντας σε αόρατα εμπόδια, η απελπισία του επιτείνεται. Γιατί οι πάντες ξεγλιστρούν ή τον εγκαταλείπουν, δίχως ο ίδιος να έχει λόγο;

Αυτό που το Burning αντιλαμβάνεται καλύτερα απ’ οτιδήποτε άλλο, είναι πως η γραφή του Μουρακάμι δεν είναι λοξή ή περίεργη. Μεταφέρει απλώς το ακατανόητο όσων συμβαίνουν – το ακατανόητο των ίδιων των ανθρώπων, μέσα απ το πρίσμα μιας κοινωνιολογικής και ψυχαναλυτικής αντίληψης. Την ανάδυση του σουρεαλιστικού απ’ την εισβολή του μεταφυσικού. Τα όνειρα και τους εφιάλτες που καραδοκούν στις παρυφές του υποσυνείδητου (ένα μικρό αγόρι ατενίζει σε πλήρη ηχητική σίγαση ένα θερμοκήπιο που φλέγεται.

Μια αγωνιώδης σεκάνς παρακολούθησης στην ερημιά τελειώνει με το απότομο ξύπνημα του ήρωα). Μια φιλοσοφική εξερεύνηση της Αλήθειας (και των ηθικών της διλημμάτων) που μεγεθύνεται απ’ το βλέμμα και τα πλάνα της κάμερας. Ένα φιλμ που μοιάζει με σπάνιο κρασί : όσο περισσότερο του επιτρέπεις να αναπνέει, τόσο μεθυστικότερα έρπει στις φλέβες και στα κύτταρα του εγκεφάλου σου.

Μεγάλο ατού της σκηνοθεσίας η λεπτοδουλεμένη, μεθοδική ανάπτυξη και παρατήρηση των χαρακτήρων (υποδειγματικοί όλοι, συμπλέουν πλήρως οι ανάσες τους με το ρυθμό του φιλμ) κι ο αβίαστος τρόπος με τον οποίο αναδεικνύει τις βαθύτερες αποχρώσεις τους. Κάτι στρεβλό και νοσηρό αναδύεται, που αδυνατείς να (απο)κωδικοποιήσεις (έχεις όμως την αίσθηση πως ένας αληθινός μαέστρος του μέσου σε καθοδηγεί διαρκώς). Οι διάλογοι φλερτάρουν συστηματικά με το άβολο.

Η (καμουφλαρισμένη) δυσφορία ροκανίζει κάθε συνεύρεση, όμως ο σκηνοθέτης παραμερίζει έξοχα τις τριβές που θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε σπίθες. Η επιτυχία του Burning απαντιέται στην αέναη ανακύκλωση της αμφιβολίας, στο αδήλωτο και τις σιωπές, στο σκοτάδι που κλώθει τη μοίρα των χαρακτήρων. Παρά την υπόγεια ασφυξία κανείς δεν εκρήγνυται, κανείς δεν εξωτερικεύει αυτό που πραγματικά νιώθει, σε ένα εντυπωσιακό σχόλιο για τις νόρμες της σημερινής Νότιας Κορέας και το (διάχυτο) πέπλο στωικής θλίψης και μελαγχολίας που τις καλύπτει (το νιώθεις ακόμη και στο φυσικό περιβάλλον που κυκλώνει τους ήρωες).

Ένα διχοτομημένο (ως συνέχεια του γεωγραφικού – το πατρικό του Τζονγκ-σου απέχει ελάχιστα απ’ τα σύνορα με τη Βόρεια Κορέα, ακούγονται μέχρι κι οι ντουντούκες της προπαγάνδας) προφίλ μιας κοινωνίας εχόντων και μη εχόντων : όσοι επιχειρούν να ανελιχθούν πληρώνουν βαρύ τίμημα. Κι όσοι είναι στην κορυφή, βλέπουν αυτούς που ξεβράζονται στο δρόμο τους ως λεία για το πεινασμένο, ματαιόδοξο σκοτάδι τους.

Το απόσταγμα της καίριας, χειρουργικής σχεδόν (σεναριακής και εικαστικής) γραφής του Λη Τσανγκ-ντονγκ εντοπίζεται στα κενά που αφήνει για να συμπληρώσει ο ίδιος ο θεατής. Σιγοβράζοντας μέσα σε αδιάλειπτη αμφισημία και αινιγματικότητα, το Burning αναμοχλεύει τα συστατικά του με υποδειγματικό μινιμαλισμό, όμως το μήνυμά του αντηχεί εκκωφαντικό. Έτσι γοητευτικά ακατάτακτο (και δίχως υποψία κλισέ) όπως στέκει, σαρώνει σαν πύρινη λαίλαπα τα σωθικά στο πέρασμά του…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • CineDogs TV

  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • CineDogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Το πρώτο τρέιλερ και τα πρώτα πόστερ του "Once Upon a Time in Hollywood" μόλις κυκλοφόρησαν, κοντοζυγώνουν και τα γενέθλιά του (27 Μαρτίου), είναι καιρός να βγει μια τελική ετυμηγορία. Ποια είναι, τελικά, η αγαπημένη σας ταινία από τη φιλμογραφία του Κουέντιν Ταραντίνο;
  • FB Cinedogs

  • Latest