Au revoir là-haut (See you up there)

Σκηνοθεσία : Αλμπέρ Ντυποντέλ

Με τους : Ναουέλ Περέζ Μπισκαγιάρ, Αλμπέρ Ντυποντέλ, Λωράν Λαφίτ, Νιλς Άρεστρουπ, Εμιλί Ντεκέν, Μελανί Τιερύ

Μεταφρασμένος τίτλος : Ραντεβού εκεί ψηλά

Διάρκεια : 117’

Στο Μαρόκο του 1920 μυστηριώδης μεσήλικας (Αλμπέρ Ντυποντέλ) αφηγείται σε αποικιοκράτη ένστολο πως οδηγήθηκε στη σύλληψη μέσα απ’ το επικό φλας μπακ μιας απίθανης ιστορίας που εκκινεί στις τάφρους του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς …τετράποδος αγγελιοφόρος διασχίζει ένα (φαινομενικά) απέραντο και παντέρημο πεδίο μάχης (στο οποίο βασιλεύει νεκρική σιγή/άκρα του τάφου σιωπή – τους γάλλους απ’ τους γερμανούς στρατιώτες χωρίζει μονάχα ένα τερέν πλημμυρισμένο ανθρώπινα πτώματα, μια no man’s land σαν περιγραφή απ’ το εμβληματικό Η Ζωή Εν Τάφω του Μυριβήλη) για να μεταφέρει την είδηση εκεχειρίας που σηματοδοτεί – μετά από τέσσερα καταστροφικά χρόνια – το πολυπόθητο τέλος του πολέμου. Κανείς δεν έχει πια όρεξη για πυροβολισμούς. Να πεθαίνεις τελευταίος είναι πιο ανόητο απ’ το να πεθαίνεις πρώτος.

Ο Ντυποντέλ – σε ρόλο αφηγητή – υποδύεται τον Αλμπέρ Μεϊγιάρ, χαμηλόβαθμο πεζικάριο εγκλωβισμένο στα χαρακώματα όπου γράφεται τούτος ο αιματηρός επίλογος, τον Νοέμβριο του 1918. Όμως ο πόλεμος… δεν έχει τελειώσει για τον σαδιστή, αιμοσταγή διοικητή της μονάδας, τον λοχαγό Πραντέλ (Λωράν Λαφίτ), ο οποίος – αφού πρώτα αποσιωπά και αψηφά την διαταγή για άμεση παύση των εχθροπραξιών – στέλνει με βρώμικο κόλπο τους άντρες του σε επίθεση αυτοκτονίας, απλώς και μόνο για το πανηγύρι της Κόλασης! Το αποτέλεσμα – δοσμένο μέσα από μια μακρόσυρτη, αριστοτεχνική σεκάνς αδιάκοπων «πυροτεχνημάτων» και επιδέξια σκηνοθετημένης δράσης – είναι ένα καθολικό λουτρό αίματος : ο Αλμπέρ θάβεται σχεδόν ζωντανός από μια έκρηξη και γλυτώνει τελευταία στιγμή χάρη στον φίλο και συμπολεμιστή του Εντουάρ Περικούρ (Ναουέλ Περέζ Μπισκαγιάρ), λίγο πριν ο τελευταίος τραυματιστεί σοβαρά από θραύσματα οβίδας που σκάει δίπλα του.

Από κει κι ύστερα – και για το υπόλοιπο του φιλμ – οι δύο άντρες παραμένουν μαζί, καθώς ο Αλμπέρ ξοδεύει μήνες ολάκερους στο προσκέφαλο του συμπολεμιστή του, εξασφαλίζοντάς του μορφίνη (που του διώχνει τους πόνους αλλά και τον εθίζει) και μαθαίνοντας τα πάντα για τη ζωή του τελευταίου. Κάθε άλλο παρά (μια ακόμη) συνηθισμένη περίπτωση (απ’ τις τόσες του πολέμου), ο Εντουάρ (στην πραγματικότητα) είναι ένας χαρισματικός σκιτσογράφος που δεν βρήκε ποτέ εκτίμηση και αναγνώριση στα μάτια του αυταρχικού του πατέρα (του επιβλητικού-όπως πάντα-Νιλς Άρεστρουπ), ενός ισχυρού παριζιάνου τραπεζίτη. Με εκτεταμένους επιδέσμους στην αρχή, προσπαθεί να καλύψει ότι έχει απομείνει απ’ το πάλαι ποτέ γλυκό του πρόσωπο.

Η τροφή εγχέεται ενέσιμα στον οισοφάγο του και η φωνή του δεν υπάρχει πια, αφού είναι ικανός να εκτοξεύει μονάχα αγωνιώδη γρυλλίσματα. Επιλέγει να παραστήσει τον νεκρό, να αλλάξει ταυτότητα με ένα πτώμα από τα αζήτητα και να ζει κρυμμένος πίσω από περίτεχνες μα κι ασφυκτικές μάσκες (που σχεδιάζει ο ίδιος – βρίσκοντας καλλιτεχνική παρηγοριά και δημιουργική έκφραση – και που του επιτρέπουν να πραγματοποιεί δημόσιες εμφανίσεις) σε ένα χαμόσπιτο που μετατρέπει σε μποέμικη σοφίτα, συντροφιά με ορφανό θηλυκό χαμίνι που «μεταφράζει» τους υπόκωφους ήχους των χορδών του.

Το μεγάλο πρόβλημα του Αλμπέρ είναι η εξεύρεση μορφίνης για τον σύντροφό του (με τόσους σακάτηδες, η τελευταία βρίσκεται παντού μα όχι δωρεάν). Το μόνο που του δίδαξε ο πόλεμος είναι να μάχεται αθώους. Επιστρατεύει λοιπόν τούτη την ικανότητα σε βετεράνους (όπως ο ίδιος) αλλά… ανάπηρους. Και κλέβει τη μορφίνη που φυλάνε για να πουλήσουν, προκειμένου να μην πεινάσουν. Ένας άντρας που φοράει μάσκες για να σκεπάσει τις πληγές, τα σημάδια που άφησε πάνω του και μέσα του ο πόλεμος κι ένας άλλος που περιφέρεται στους δρόμους με… κεφαλή αλόγου για να μην τον αναγνωρίζουν οι ντίλερς που ξάφρισε! Το φιλμ εξερευνά ζητήματα ταυτότητας, με τους χαρακτήρες πότε να ωθούνται στο περιθώριο (ως στραγγισμένοι βετεράνοι που επιστρέφουν σε μια ρημαγμένη αγορά εργασίας) και πότε να επιλέγουν οι ίδιοι την απόσυρση, γαντζωμένοι στα δικά τους διλήμματα.

Μια άκρως φιλόδοξη, αριστοτεχνικά σχεδιασμένη – αν και παραγεμισμένη – ιστορία για το μεταπολεμικό χάος. Ο Ντυποντέλ συνθέτει (με τις πλάτες και την αρωγή της θρυλικής Gaumont) ένα επικό ψηφιδωτό των πρώτων ημερών μετά τη λήξη του Μεγάλου Πολέμου, με το ζοφερό σύννεφο του τελευταίου να πλανιέται διαρκώς πάνω απ’ την ταινία σε μια (άψογα ενορχηστρωμένη) εικαστική συμφωνία που αψηφά τον Θάνατο (βασισμένη στην βραβευμένη με Goncourt νουβέλα του διεθνούς φήμης συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας Πιέρ Λεμέτρ) και ακολουθεί τη μοίρα τριών επιζώντων, καθώς χαράσσουν (καθένας με τον τρόπο του, αλλά με πορείες και τροχιές που διασταυρώνονται) το δρόμο τους προς την Λήθη.

Η πύκνωση ενός πολυσέλιδου μυθιστορήματος σε δίωρο φιλμ καθίσταται εκ των πραγμάτων δυσθεώρητη, καθώς πτυχές και λεπτομέρειες μιας πολυσχιδούς πλοκής και αφήγησης (γεμάτης συγκυρίες και ανατροπές που συνωστίζονται επιχειρώντας να δέσουν τα πάντα μαζί) τείνουν να αποσπάσουν τον θεατή από την ανυπέρβλητη οπτική μεγαλοπρέπεια του όλου εγχειρήματος και οι χαρακτήρες μόλις που προλαβαίνουν να σκιαγραφηθούν αδρά. Παρόλα τα παραπάνω – που γίνονται πιο εμφανή στο δεύτερο μισό του έργου – ο Ντυποντέλ καταφέρνει να παραδώσει κάτι σπάνιο για το σύγχρονο γαλλικό σινεμά.

Ένα εμπορικά προσανατολισμένο φιλμ που συνδυάζει την υψηλή (κινηματογραφική) δεξιοτεχνία και κατασκευαστική μαστοριά με το ευφυές, σουρεαλιστικό χιούμορ και την ανάδειξη ιδιαίτερα σκοτεινών θεμάτων όπως το τραύμα, ο θάνατος, η διαφθορά και η χειραγώγηση, με τρόπο που συγκροτούν ένα αρκούντως ικανοποιητικό τελικό αποτέλεσμα. Το σκηνικό και το ύφος θυμίζουν τους Ατέλειωτους Αρραβώνες (μεγάλη επιτυχία εντός και εκτός Γαλλίας) του Ζαν-Πιέρ Ζενέ. Σε κάθε περίπτωση και με όρους ατόφιου κινηματογραφικού θάρρους και οραματικού μεγαλείου, το Ραντεβού εκεί ψηλά αξίζει – ως επίτευγμα – κάθε ειλικρινή έπαινο.

Το σενάριο του Ντυποντέλ (σε συνεργασία με τον ίδιο τον Λεμέτρ) διαχειρίζεται με αξιοπρέπεια το ογκώδες υλικό της νουβέλας, συμπυκνώνοντάς το αφηγηματικά όσο νωρίτερα γίνεται μέσα στο φιλμ (επιτρέποντας έτσι στη σκηνοθεσία να πραγματοποιεί επιλεκτικές πτήσεις με όχημα την φαντασία, την ποιητική ατμόσφαιρα και την οπερετική ανασύσταση του σκηνικού των Roaring Twenties), καθώς επικεντρώνεται στα επακόλουθα μιας μοραλιστικής σύγκρουσης (που σε ατομικό επίπεδο εκκινεί στο πεδίο της μάχης) και στην επίδρασή της στους τρεις βασικούς χαρακτήρες – ο τρίτος είναι ο (πρώην αξιωματικός) Πραντέλ, τον οποίο η κάμερα (παρ)ακολουθεί στην κατάδυσή του στην μεταπολεμική κερδοσκοπία. Είτε περιπλανιέται πάνω απ’ τα λασπωμένα πεδία των μαχών και τα αυτοσχέδια νεκροταφεία είτε σκαρφαλώνει απ’ τα παράθυρα στα (περίτεχνα σκηνογραφημένα) εσωτερικά, ο φωτογραφικός φακός (αποπνέοντας τους εξαίρετους χρωματισμούς της εποχής) παρακολουθεί τους χαρακτήρες σαν τρωκτικά που (διαρκώς) σκάνε μύτη απ’ τα (λαβυρινθώδη) έγκατα ενός σκηνικού το οποίο εξακολουθεί να μοιάζει τυλιγμένο στον αχό και τις ανεπούλωτες πληγές μιας ατελεύτητης μάχης.


Καθώς ο Αλμπέρ προσπαθεί να κερδίσει τίμια το ψωμί του κάνοντας διάφορες (απίθανες) δουλειές απ’ τη μια άκρη του Παρισιού ως την άλλη, ο μορφινομανής Εντουάρ επιχειρεί να σκορπίσει όλεθρο συλλαμβάνοντας ένα (φιλόδοξο) σχέδιο για ψευδή πώληση μνημείων πεσόντων σε διάφορες γαλλικές πόλεις που επιθυμούν να τιμήσουν τους νεκρούς τους. Θα λάβει μέρος ακόμη και σε διαγωνισμό για φιλοτέχνηση μνημείου που προκηρύσσει ο ίδιος ο αποξενωμένος πατήρ του, ο οποίος απρόθυμα (αλλά και εν αγνοία του) χρηματοδοτεί άλλη μια κομπίνα – αυτή τη φορά στημένη από τον Πραντέλ, που στο μεταξύ έχει παντρευτεί την αδερφή του Εντουάρ (Εμιλί Ντεκέν) – με άξονα την κερδοσκοπική εκμετάλλευση και παράνομη διαχείριση υπομισθωμένων ομαδικών τάφων για κείνους που σκοτώθηκαν στο μέτωπο. Οι καταστροφικές αντηχήσεις ενός πολέμου που (ιστορικά, χρονολογικά) απέχει εκατό ολόκληρα χρόνια, αποδεικνύουν πως δεν υπάρχει ημερομηνία λήξης σε ότι αφορά την ανάδειξη (ή απόκρυψη) του παραλογισμού που τον διέπει : κάποιοι θα καταλήξουν (πολύ) πλουσιότεροι και κάποιοι θα εξαπατηθούν ανελέητα, ασχέτως των λόγων που αρχικά τους τοποθέτησαν – ως στρατιώτες – τον έναν πλάι ή απέναντι στον άλλον.

Η επιλογή ενός πρωτοκλασάτου, αστραφτερού και απόλυτα ταιριαστού καστ αντισταθμίζει εν μέρει την απουσία στιβαρής ανάπτυξης των χαρακτήρων : ο Λαφίτ ερμηνεύει ηλεκτρισμένα (αλλά ντελικάτα) τον σατανικό, αλαζόνα δανδή (απωθητικότερο κι απ’ τον βιαστή που ενσάρκωσε στο Elle του Φερχόφεν), ενώ ο ανερχόμενος αργεντινός Περέζ Μπισκαγιάρ (πρωταγωνιστής των – θριαμβευτών των Καννών – 120 Χτύπων το Λεπτό) καθηλώνει στο ρόλο του παραμορφωμένου καλλιτέχνη, κρυμμένου πίσω από προσωπεία-μεταμφιέσεις (ένα απ’ αυτά μάλιστα μοιάζει να έχει ξεπηδήσει καρφί απ’ το θρυλικό Judex του Ζωρζ Φρανζύ) που αντανακλούν τον άστατο και διαρκώς μεταβαλλόμενο ψυχισμό του. Υποδυόμενος έναν άνθρωπο που χάνει το μισό πρόσωπο και μαζί τη φωνή του, χρησιμοποιεί μια πλούσια, λεπτών συναισθηματικών αποχρώσεων γκάμα από τεχνικές του vaudeville για να συνθέσει μια πινακοθήκη εκφράσεων (κυρίως μέσα από αλησμόνητα βλέμματα) που παλινδρομούν ανάμεσα στο ιλαρό και το πικρά σπαραχτικό.

Οι μάσκες του τελευταίου (κινητήριος δύναμη ενός εμπνευσμένου, συνολικά άρτιου καλλιτεχνικού μακιγιάζ) δεν αποτελούν παρά μέρος μιας πληθώρας από highlights που κατακλύζουν τον πανάκριβο, εντυπωσιακό σχεδιασμό παραγωγής, πιστοποιώντας την (μεθοδική) ικανότητα του Ντυποντέλ να διαχειρίζεται το επιτηδευμένο σκηνικό χάος που δημιουργεί αλλά και τους εικαστικούς μηχανισμούς της κωμωδίας με έξυπνο τρόπο, ακόμη και όταν χρησιμοποιεί ως φόντο την τραγωδία ενός πολέμου. Στην πραγματικότητα, κι ας μοιάζει ώρες-ώρες τραβηγμένο, το Ραντεβού Εκεί Ψηλά δεν σπαταλά ούτε κάδρο και σου αφήνει απ’ το πρώτο μέχρι το τελευταίο πλάνο το ανακατωμένο μα ευπρόσδεκτο μούδιασμα μιας ζοφερής και μεθυστικής παραζάλης, την αίσθηση ενός υποβλητικού σκότους που το διακόπτουν σποραδικές (εκ)λάμψεις φωτός.

Ερμηνεύοντας τον ήρωα με τρόπο (εντέχνως) «άκαμπτο» και εκπέμποντας ταυτοχρόνως αμέριστη ζεστασιά, ο Ντυποντέλ εξαργυρώνει επί Οθόνης – εν είδει homage – το εσωτερικό πάθος και την μελαγχολική σκηνική επίκληση όχι μονάχα ενός Τσάπλιν αλλά και όλων των μεγάλων κωμικών του βωβού (υπάρχουν σκηνές που θυμίζει Μπάστερ Κήτον, Χάρολν Λόιντ και πάει λέγοντας). Ο χαρακτήρας του φροντίζει με στοργή και αφοσίωση τον ταλαίπωρο φίλο του, αλλά ωθείται κι απ’ την δική του ανάγκη και βαθύτερη επιθυμία να ζήσει και εν τέλει να ερωτευτεί (ανακαλύπτοντας την παρήγορη σπίθα της αγάπης στο πρόσωπο της υπηρέτριας Μελανί Τιερύ).

Ως έργο εποχής (ειδικότερα απ’ τη στιγμή που το πρόσφατο Marguerite του Χαβιέ Γιανολί έθεσε τόσο ψηλά τον συγκεκριμένο πήχη) – άλλωστε το French costume drama της κλασικής περιόδου υπήρξε είδος που για να το αναλύσεις δίχως να το εξαντλήσεις θα χρειαζόσουν τόμους ολάκερους – το Ραντεβού εκεί ψηλά θέτει την αισθητική σιγουριά και τον εικαστικό του ενθουσιασμό στην υπηρεσία ενός γλυκόπικρου poetic justice που πότε μελαγχολικά και πότε εύθυμα, πάντοτε όμως με συναισθηματική ειλικρίνεια, σμιλεύει τα πορτραίτα μιας χούφτας ανθρώπων που προσπαθούν να κάνουν «παιχνίδι» με τα χαρτιά που η μοίρα τους έστρωσε…




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑
  • Παναγιώτης Μπούγιας

  • Cinedogs Supporters

  • Cinedogs Opinions

    Η κορυφαία ερμηνευτική στιγμή του αγαπημένου Χοακίν Φίνιξ μέχρι σήμερα;
  • FB Cinedogs

  • Latest Posts