Alice in the Cities (Alice in den Städten)

Σκηνοθεσία: Βιμ Βέντερς

Παίζουν: Ρούντιγκερ Φόγκλερ, Γιέλα Ροτλέντερ

Διάρκεια: 110′

Έτος παραγωγής: 1974

To 1974, η νεογνή ακόμη σκηνοθετική καριέρα του Βιμ Βέντερς διανύει μία κρίσιμη καμπή. Ο Βέντερς, όπως έχει αποκαλύψει μιλώντας για εκείνη την περίοδο, θεωρούσε πως οι τρεις πρώτες του ταινίες δεν έφεραν κανένα προσωπικό στίγμα. Οι επιρροές του Χίτσκοκ και του Κασσαβέτης ήταν υπερβολικά εμφανείς στα μάτια του, ενώ η πιο πρόσφατη ταινία του, η μεταφορά του μυθιστορήματος του Ναθάνιελ Χόθορν Το άλικο γράμμα (1973), τον είχε πλημμυρίσει με απογοήτευση. Ο Βέντερς άντλησε έμπνευση από τον Αυστριακό συγγραφέα Πέτερ Χάντκε (με τον οποίο διατηρούσαν φιλικές σχέσεις και του οποίου το μυθιστόρημα Ο φόβος του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι είχε μεταφέρει ο Βέντερς στη μεγάλη οθόνη, το 1972), έχοντας ως χαλαρή πρώτη ύλη το βιβλίο του Χάντκε Σύντομα γράμμα για ένα μεγάλο αποχαιρετισμό.

Ο Βέντερς ξεκινά, λοιπόν, να απεργάζεται ένα σενάριο που έχει στον πυρήνα του την απροσανατόλιστη περιπλάνηση ενός παντελώς αταίριαστου διδύμου. Ένας Γερμανός συγγραφέας που δυσκολεύεται πλέον να γράψει έστω και δυο αράδες και ένα κοριτσάκι που έχει -προσωρινά- εγκαταλειφθεί από τη μητέρα του, επιβιβάζονται σε κάθε είδους μεταφορικό μέσο και περιδιαβαίνουν πόλεις, αυτοκινητόδρομους, μοτέλ και diners, σε μία αναζήτηση πρωτίστως εσωτερική. Λίγο πριν ξεκινήσει τα γυρίσματα, κι έχοντας εξασφαλίσει επαρκή χρηματοδότηση, ο Βέντερς βλέπει, δυστυχώς, στο σινεμά την ταινία Χάρτινο φεγγάρι (Purple Moon, 1973), του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς, και νιώθει πως η ταινία που ετοιμάζει έχει ήδη γυριστεί από κάποιον άλλο.

Αντιδρώντας παρορμητικά, ο Βέντερς ακυρώνει τα πάντα και βυθίζεται σε απογοήτευση. Ευτυχώς, λίγο αργότερα επισκέπτεται τον φίλο του Σάμιουελ Φούλερ, στις ΗΠΑ, ο οποίος τον πείθει πως ορισμένα σεναριακά μερεμέτια αρκούν για να αποκτήσει η ταινία τη δική της ταυτότητα και να μην θεωρηθεί φτηνή αντιγραφή. Όπως τελικά αποδείχτηκε, χρωστούμε αιώνια ευγνωμοσύνη στον Φούλερ, διότι, δίχως την παρέμβασή του, είναι πιθανό να στερούμασταν ένα από τα ομορφότερα road movies στην ιστορία του κινηματογράφου.

Η Αλίκη στις πόλεις αποτελεί το εναρκτήριο σκέλος στην περίφημη Τριλογία του Δρόμου από τον Βέντερς, η οποία ολοκληρώθηκε με τις ταινίες Λάθος Κίνηση (1975) και Στο πέρασμα του χρόνου (1976). Κι ενώ σε κάθε ιστορία δρόμου που σέβεται τον εαυτό της, η έννοια της φυγής συνιστά κομβικό χαρακτηριστικό, ο Βέντερς αποτολμά να πρωτοτυπήσει, παραλλάσσοντας -και τρόπον τινά αντιστρέφοντας- τους καταστατικούς όρους.

Ο κεντρικός πρωταγωνιστής, τούτη τη φορά, δεν λαχταρά να αφήσει πίσω του όσα τον προσδιορίζουν ως ταυτότητα και ύπαρξη. Στον αντίποδα, πασχίζει να δραπετεύσει από τη φυγή που έχει προηγηθεί. Μια φυγή που τον άφησε μετέωρο και αμήχανο, που κατέληξε μία ανούσια περιφορά σε ένα κόσμο ξένο, ανοίκειο και δυσπρόσιτο. Η παλιννόστηση μοιάζει εκβιαστικός μονόδρομος πλέον, όχι όμως ως γιατρικό ενός αβάσταχτου καημού και λυτρωτικός επίλογος ενός ανεπιθύμητου ξεριζωμού. Η πατρίδα δεν λειτουργεί ακριβώς ως μήτρα ασφάλειας ή αμνιακό υγρό κάθαρσης από παλιά κρίματα και τραύματα. Φέρει απλώς το ανακουφιστικό ουδέτερο πρόσημο μίας γνώριμης στασιμότητας. Ενός προσιτού βάλτου, ο οποίος είναι πολύ λιγότερο μαρτυρικός από τη ματαίωση μίας ηρωικής εξόδου και την απογοήτευση της απατηλής αλλαγής.

Η βαθύτερη ανάγκη πίσω από αυτή την επιστροφή δεν έγκειται στην επαναφορά σε κάποια ιδεατή πρότερη κατάσταση, αλλά στην αναγκαιότητα της υποχώρησης προτού οι απώλειες είναι πλέον μη αναστρέψιμες. Σε αυτό το ταξίδι δρόμου, η επιστροφή είναι που θα ενδυθεί με τον παραισθησιογόνο μανδύα της φυγής. Η επιστροφή θα διηθηθεί μέσα από το πιο θαυματουργό φίλτρο. Το παιδικό βλέμμα της Αλίκης θα μεταμορφώσει τα πάντα, θα μετατρέψει τον υποδόριο φόβο θανάτου σε προσμονή ζωής, θα αφαιρέσει από το κενό τη φρίκη της ανυπαρξίας, προσδίδοντάς του απεριόριστες δυνατότητες.

Θα υπενθυμίσει σε μία χαμένη ψυχή τη μαγεία της αθωότητας, αλλά συγχρόνως θα επαναφέρει ένα ονειροπόλο θλιμμένο ενήλικα στον στίβο της πραγματικότητας, μέσα από την ανόθευτη και βάναυση παιδική ειλικρίνεια. Η σεκάνς του αεροπλάνου τα έχει πει όλα, χωρίς να χρειαστεί να ξοδευτεί σε περιττά λόγια. Η φωτογραφία του ουρανού είναι πανέμορφη, ακριβώς επειδή είναι ένας άδειος καμβάς, γεμάτος δυνατότητες. Τα όνειρα, όμως, δεν υφίστανται, εξαϋλώνονται και δεν είναι χειροπιαστά.

Η κεντρική φιγούρα του Γερμανού συγγραφέα που βιώνει ένα επώδυνο writer’s block, μέσα από το θεραπευτικό παιδικό άγγιγμα, γλυτώνει από το ψυχαναγκαστικό κυνήγι της ζωής μέσα από την τρύπια απόχη της τέχνης. Η τέχνη που τρέχει ξωπίσω από τη ζωή, προσπαθώντας μάταια να αναπαραστήσει ένα μέγεθος που βιώνεται άπαξ και μονομιάς, δεν θα μπορέσει ποτέ να σκαρφαλώσει σε υψηλές κορυφές, μοιάζει να μας λέει ο Βέντερς. Την ίδια στιγμή, μας υπενθυμίζει ότι η ζωή, όταν γίνεται μονίμως αντιληπτή υπό το πρίσμα της υποχρεωτικής δημιουργίας, γλιστρά σαν άμμος μέσα από τα χέρια.

Ο συγγραφέας της ταινίας παύει να φωτογραφίζει το κάθε τι που βρίσκει στο διάβα του προκειμένου να αποδείξει στον εαυτό του πως είναι παρών, πως όντως ζει τα όσα διαδραματίζονται στην καθημερινότητά του, πως όντως έχουν σάρκα και οστά τα όσα βλέπουν τα δύσπιστα μάτια του. Δεν το έχει πλέον ανάγκη. Είναι όντως εκεί, σε παρόντα χρόνο και όχι ως ανάμνηση μίας στιγμής που δεν βιώθηκε ποτέ.

Μία ακόμη υπόνοια που διατρέχει τη ραχοκοκαλιά του Η Αλίκη στις πόλεις είναι το συνεχές μπρα-ντε-φερ μεταξύ του Παλαιού (Ευρώπη) και του Νέου Κόσμου (ΗΠΑ), μία σταθερά που έμελλε να απασχολήσει τον Βέντερς σε ολόκληρη την πρώιμη περίοδο του έργου του. Η Αμερική, στο μυαλό του Βέντερς συνιστά ταυτόχρονα μία πολλά υποσχόμενη Εδέμ κι ένα τέρας της κόλασης που καταβροχθίζει με βουλιμία τα πάντα. Λειτουργεί, την ίδια ακριβώς στιγμή, τόσο ως Γη της Επαγγελίας που ανοίγει νέους περιπετειώδεις και ανεξερεύνητους δρόμους όσο και ως λαμπερή βιτρίνα που ξεγελά, οδηγώντας στο επώδυνο ξεπούλημα.

Εν προκειμένω, αυτή η μάχη μεταξύ του καταπιεστικού παλιού και του κατακτητικού νέου θα αποτυπωθεί και πάλι με οδηγό την Αλίκη, σε ένα εύρημα εντυπωσιακό εμπνευσμένο, μέσα στην αφοπλιστική του απλότητα. Ξεναγός μας σε αυτή τη μάχη δεν θα είναι ένας αποκαμωμένος Ευρωπαίος που σαστίζει μπροστά στη σκοτεινή σαγήνη της Αμερικής, αλλά μία ψυχή που βρίσκεται ακόμη υπό διαμόρφωση, η οποία ανήκει εξ ορισμού και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Με αρωγούς τα υπνωτιστικά ασπρόμαυρα κάδρα του Ρόμπι Μίλερ και τις μελωδίες του γερμανικού συγκροτήματος CAN, που δημιουργούν μία αίσθηση ατέρμονης προσμονής, ο Βέντερς φτιάχνει μία ταινία αδιαπραγμάτευτης και αξιωματικής τρυφερότητας. Η οποία, προτού μας αποχαιρετήσει με μία πτήση παραμυθένια και προστατευτικά, έχει προλάβει να εκπέμψει τη μεταφυσική δύναμη του σινεμά, μέσα από ένα πανέμορφο τράβελινγκ. Το point of view της Αλίκης παύει να κινεί τα νήματα, και στη θέση του έχει εδραιωθεί ασυναίσθητα και υποδόρια το βλέμμα της ίδιας της ταινίας. Το οποίο μας κοιτά επίμονα και στοργικά, κι εμείς ανταποδίδουμε με ένα βουρκωμένο χαμόγελο.




Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to Top ↑